gs

i. Η αξία της ποίησης

Κάποτε, αναρωτιέσαι, τι νόημα
έχει να γράφεις ποιήματα, σε αράδες μετρημένες
να επικεντρώνεσαι στη μνήμη και στη βιογραφία
όταν στους δρόμους βασιλεύει ο πόνος
κι η πλατεία είναι δίχως περιστέρια.
Δεν είναι μια μάταιη εμμονή αυτό το καταναγκαστικό
έργο του να εξηγήσεις μια ζωή, τη δική σου,
ενώ οι άλλοι πεθαίνουν ή υποφέρουν
στην απέραντη ενδοχώρα της αδικίας;
Σκέψου ότι αν αυτά τα πράγματα σ’ απασχολούν
και ο ξένος πόνος δεν σου είναι
αδιάφορος, είναι κάτι που οφείλεται στην ποίηση:
να επιδιώκεις την ομορφιά με ρυθμό και λέξεις
-ότι αυτό είναι ένα ποίημα-
δεν θα τακτοποιήσει μια ζωή σκληρή και αμείλικτη,
αλλά εσένα σε κάνει καλό, θλιμμένο και μυστηριώδη,
τρεις αξίες που αν σ’ αυτές εστιάσεις
γεννιούνται απ’ την εξοικείωση σου με την ομορφιά.
Γι’ αυτό μην το αφήνεις, επίμενε,
χάραξε τη λαβωματιά απ το φως κάποιων στίχων
που μιλούν για σένα και τους οποίους κάποτε τρέμεις.
Θα δημιουργήσεις ένα φάντασμα, το φάντασμα που είσαι.
Αλλά, θα είναι σίγουρα ένα φάντασμα βεβαρημένο απ’ την ηθική.

***

Valor de la poesía

Te preguntas, a veces, qué sentido
tiene escribir poemas, en renglones contados
ir fijando memoria y biografía
cuando el dolor es dueño de las calles
y plaza sin palomas.
¿No es empeño de humo esta acuciante
tarea de explicar una vida, la tuya,
mientras los otros mueren o malviven
en el ancho país de la injusticia?
Piensa que si estas cosas te planteas,
y el ajeno dolor no te resulta
indiferente, es algo debido a la poesía:
perseguir la belleza con palabras y ritmo
-que eso es un poema-
no arreglará una vida cruel e inexorable,
pero a ti te hace bueno, y triste, y misterioso,
tres cualidades que, si bien te fijas,
nacen de frecuentar a la hermosura.
Así que no lo dejes, persevera,
traza la cuchillada de luz de algunos versos
con los que a veces tiemblas y que hablan de ti.
Crearás un fantasma, el fantasma que eres.
Pero, eso sí, un fantasma cargado de moral.

***

ii. Ήμασταν βίαιοι

Ήμασταν βίαιοι και κάπως λυπημένοι.
Ο παράδεισος τότε
ήταν να φιλάω τα χείλη σου,
να πηγαίνω μαζί σου στα τείχη όπου εν καιρώ ειρήνης
αγκαλιάζονταν τα ζευγάρια
σαν να εξερευνούσαν τον έρωτα.

Ήταν το εβδομήντα εφτά.
Ήσουν είκοσι χρονών κι είχες στο στήθος ένα τρεμούλιασμα
από φοβισμένα περιστέρια που συνήθισαν αμέσως
την τρυφερότητα των χεριών μου.

Ήμασταν βίαιοι: ένστολοι πράκτορες
λεηλατούσαν τις αίθουσες ψάχνοντας προκηρύξεις,
και απαγορευμένα βιβλία·
ποτέ δεν κατάλαβαν ότι στα πάρκα του Οκτώβρη,
καθώς φιλιόμασταν στα χείλη,
γινόμασταν πιο ανησυχητικοί, πολύ πιο επικίνδυνοι
παρά όταν κραυγάζαμε στους δρόμους καθώς μας καταδίωκαν.

Ήσουν είκοσι χρονών:
Θυμάμαι ότι σε έναν τοίχο,
κάτω απ το ήσυχο αίμα κάποιων ακρωνυμίων,
κάναμε έρωτα ετοιμοπόλεμοι.

***

Éramos violentos

Éramos violentos y algo tristes.
El paraiso entonces
era besar tus labios,
ir contigo a los muros donde en tiempos de paz
se abrazan las parejas
como si cachearan al amor.

Era el setenta y siete.
Tenías veinte años y un temblor en el pecho
de palomas miedosas que acostumbrron pronto
a probar la ternura de mis manos.

Éramos violentos: agentes de uniforme
saqueaban las aulas en busca de octavillas,
de libros prohibidos;
no comprendieron nunca que en los parques de octubre,
besándonos los labios,
fuimos más inquietantes, mucho más peligrosos
que gritando en las calles mientras no perseguían.

Tenías veinte años:
Recuerdo que en un muro,
bajo la sangre quieta de unas siglas,
hicimos el amor en pie de guerra.

***

iii. “H φυσική είναι ψέμα”

Περιμένει να πιστέψω ότι το στήθος δεν είναι το στήθος σου
αλλά μια γραμμή κρύα που περνά από ένα τόξο·
θέλει να με κάνει να πιστέψω ότι ο χρόνος είναι το πηλίκο
της διαίρεσης του χώρου με την ταχύτητα…
όταν εγώ ξέρω από καιρό τους τυραννικούς της τρόπους
μαδώντας τριαντάφυλλα, νοθεύοντας φιλιά
σαν την καλύτερη διαφήμιση της Μάργκαρετ Αστόρ.
Ή εγώ πολύ λαθεύω ή ο κύριος Νεύτωνας
ποτέ δεν έμαθε τους νόμους των λεύκων,
το ήρεμό τους λίκνισμα, τα νοσταλγικά τους απογεύματα,
την απαλή κίνηση μιας σκιάς
που ποτέ ξανά δε θα είναι ίδια.

Ίσως να το λέω αυτό επειδή είναι Μάης
κι η άνοιξη περνάει στο δρόμο
διαψεύδοντας θεωρήματα,
ζωγραφίζοντας στα τετράδια φυσικής των κοριτσιών
ματωμένες καρδιές με κόκκινο στυλό.
Γι’ αυτό κλείνω το βιβλίο
αν και ρισκάρω να με μηδενίσουν στον έλεγχο της δευτεροβάθμιας.

Θα ξανάρθω πια τον Σεπτέμβρη…
όταν ένα πρωτογέννητο φθινόπωρο κρεμάσει στα σκουλαρίκια σου
δυο δίδυμους φάρους,
δυο όμοιες σταγονίτσες από θλιμμένο φως,
που φθίνει όλο μυστήριο σαν την ώριμη σελήνη.

***

“La física es mentira”

Pretende que me crea que el seno no es tu pecho
Sino una línea fría que cruza por un arco;
Quiere hacerme creer que el tiempo es el cociente
De partir el espacio por la velocidad…
Cuando yo sé del tiempo sus tiranas maneras
Deshojando rosales, adulterando besos
Como el mejor anuncio de la Margarett Astor.
O mucho me equivoco o mister Newton
Jamás supo las leyes de los álamos,
Su sereno temblor, sus tardes de nostalgia,
El tenue movimiento de una sombra
Que no volverá nunca a ser la misma.

Quizá yo diga esto porque es mayo
Y va la primavera por la calle
Desmintiendo teoremas,
Pintándole a las niñas en cuadernos de ciencia
Corazones con sangre de lapicero rojo.
Por eso cierro el libro
Aunque me expongo a un cero en el control de B.U.P.

Ya volveré en septiembre…
Cuando un otoño niño cuelgue de tus zarcillos
Dos fanales gemelos,
Dos gotitas iguales de luz entristecida,
Misteriosa y menguante como la luna añeja.

***

iv. Από ’δω ο πατέρας μου

Πόσο θα ’θελα να σου παραχωρήσω τη θέση μου
σ’ αυτό το καλοκαιρινό σινεμά που σήμερα αποτελεί
τον τόπο ενός μυστηρίου, τον χώρο μιας ιεροτελεστίας
όπου ένας τσιγγάνος περήφανος και παθιασμένος,
φυσικός κληρονόμος των πανάρχαιων παθών,
βυθίζεται στις πηγές του χρόνου
για να βγάλει την πολύτιμη πέτρα του τραγουδιού.

Χωρίς αμφιβολία θα ήσουν πιο άξιος ακροατής,
πιο αυθεντικός,
γιατί είσαι πιο εξοικειωμένος με τον πόνο,
κι ο πόνο εξευγενίζει, κι απονέμει αυτή την κομψότητα
που εμένα με εξέπληττε όταν ήμουν παιδί:
στο σινεμά του χωριού, τ’ αλλοτινά καλοκαίρια,
ή στις υπόγειες ταβέρνες,
σε θυμάμαι πολύ σοβαρό και κλεισμένο στον εαυτό σου,
καθώς ένας άντρας τραγουδούσε
πράγματα που το κρασί του έφερνε στη μνήμη.

Το κατάλαβα, πατέρα, κατάλαβα τις σιωπές σου,
τη λάμψη των ματιών σου που ήταν από κρασί και πάθος,
γι’ αυτό και κάπνισα αργά, όπως η αφεντιά σου,
κι ήπια σιωπηλός και μυστηριώδης, για να μοιάσω πιο πολύ στο πορτρέτο σου.

Απόψε, στη φωνή του περήφανου τσιγγάνου,
έμαθα το μυστικό που μας ενώνει:
ένας πόνος που μεταδίδεται,
μια ιστορία που έρχεται από πολύ μακριά,
ένα πάθος που πάει πέρα από τον θάνατο.

***

Aquí mi padre

Cómo hubiese querido cederle a usted mi silla
en este cine de verano que hoy ha sido
el solar de un misterio, el espacio de un rito
donde un gitano turbio y orgulloso,
heredero forzoso de dolores antiguos,
ha estado buceando en los pozos del tiempo
para extraer la joya legítima del cante.

Sin duda habría sido usted más digno oyente,
más legitimo,
porque también fue más cumplido en el dolor,
y el dolor ennoblece, y otorga esa elegancia
que a mí ya me asombraba cuando niño:
en el cine del pueblo, otros veranos,
o en las hondas tabernas,
le recuerdo muy serio, ensimismado,
mientras cantaba un hombre
cosas que el vino le llevaba a la memoria.

Lo he entendido, padre, entendí sus silencios,
el brillo de sus ojos que era pasión y vino,
y por eso he fumado despacio, como usted,
y he bebido callado, misterioso, para parecerme más a su retrato.

Esta noche, en la voz del gitano orgulloso,
he sabido el secreto que nos une:
un dolor transmitido,
una historia que viene de muy lejos,
una pasión que va más allá de la muerte.

***

v. Αλλά με όλους

Έτσι όπως οι τσιγγάνοι του χωριού μου
που όταν είναι χαρούμενοι σκίζουν το πουκάμισό τους
για να απελευθερωθεί το στήθος τους
δίχως τα εμπόδια του μεταξιού ή των χρωμάτων,
έτσι θα θελα κι εγώ τα δεσμά να σπάσω αυτών των στίχων,
να τους απαλλάξω από ρυθμό και μέτρο
και να διαδώσω τη μεγάλη και ξανθιά χαρά μου
αυτό το φως που έχω κερδίσει
και που δεν θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του φωτός
αν δεν είναι για όλους
αν μ’ εσάς δεν το μοιραστώ.

***

Pero con todos

Tal como los gitanos de mi pueblo,
que cuando están alegres se rompen la camisa
para que el pecho estalle
sin tropiezos de seda o de colores,
así quisiera yo romper las ataduras de estos versos,
descincharlos de ritmo y de medida
y esparcir, alta y rubia, mi alegría,
esta luz que he ganado
y que no cumplirá su destino de luz
mientras no sea de todos,
mientras no lo comparta con vosotros.

***

vi. Αντίο, Παρίσι

Όπως μια πεταλούδα που, από χρυσάφι και τίποτα,
φτεροκοπά και απομακρύνεται στην αιώνια
λαμπρότητα ενός καλοκαιριού,
έτσι πλησιάζω σήμερα, Παρίσι, στο μυστήριο
το αιώνιο του φωτός σου για να σου πω αντίο.

Κοίτα, πολιτεία, εγώ έχω παραιτηθεί
από τα πάντα και έχω έρθει
ώστε το όραμά σου να κάνει να πραγματοποιηθούν
τα όνειρα ενός μοναχικού νέου
που στο φως και στη μουσική, στο χρόνο, στα αρώματα
σε κάθε τι το απρόσιτο, στην αγνότητα,
έβαζε τ’ όνομά σου.

Εκεί όπου κατοικεί η αγνότητα ήταν το Παρίσι…
Και είσαι όπως πρόσμενα η καρδιά μου να σε βρει:
σώματα όπου ποτέ δεν θα έχω εστία,
νυχτερινή βροχή και τόξα, παλάτια ανεξερεύνητα,
προσόψεις με τουφεκιές κάποιου πολέμου
και άλλες μεγαλοπρέπειες της Ιστορίας.

Επειδή η αιωνιότητα κατοικεί σε ’σένα
έχω έρθει, Παρίσι, για να βαφτίσω τη ψυχή μου στην ουσία σου
και να απομακρυνθώ μετά ανέμελος και ευλογημένος,
πληγωμένη πεταλούδα που ξέρει ότι θα πεθάνει
αλλά έχει ωστόσο αγγίξει το ιερό σάλι του φωτός.

***

Adios, París

Como una mariposa que, oro y nada,
aletea y se aleja en el eterno
esplendor de un verano,
así me acerco hoy, París, hasta el misterio
perenne de tu luz, para decirte adios.

Mira, ciudad, yo estoy despidiéndome
de todo y he venido
para que tu visión haga verdad
los sueños de un muchacho solitario
que a la luz y a la música, al tiempo, a los perfumes,
a todo lo inasible, a la pureza,
le ponía tu nombre.

Allí donde reside la pureza era París…,
y eres como esperaba mi corazón hallarte:
cuerpos donde jamás tendré morada,
lluvia nocturna y arcos, palacios insondables,
fachadas con disparos de una guerra
y otras magnificencias de la Historia.

Porque la eternidad en ti reside
he venido, París, a bautizarme el alma con tu esencia
y a alejarme después alado y bendecido,
herida mariposa que se sabe fugaz
pero ha rozado el manto sagrado de la luz.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “6 ποιήματα, Pedro Sevilla | μτφρ. Στέλιος Καραγιάννης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s