S11_I1

Παρακαλείσθε μόλις εισέρχεσθε να κλείνετε τις θύρες

Έχω μια καρδιά από τέφρα
κάθε που βρέχει γίνεται όλο και πιο βαριά,
έχω ένα αρμόνιο κολλημένο στο αυτί
κάθε που η Κυριακή πλησιάζει.

Κυριακή σκέπασε τον γύψινο κρόταφό σου,
ανάμνηση πέταξε
τον οβολό σου μακριά
μέσα στο καπέλο του ζητιάνου.

Ετούτη η πλατφόρμα επιβίβασης
είναι μια ξεθωριασμένη αστραπή
κηλιδωμένη απ’ τη βροχή
από δάκρυα κι από λάδια.

Μέσα απ’ την ταχεία
μια κέρινη μορφή χαιρετάει. Κακαρίζει
την ελπίδα. Τα εισιτήρια
είναι πληρωμένα.

Το αρμόνιο μουρμουρίζει.
Πού να κατοικεί το λυκόφως;
Ένας πικρός αποχωρισμός
στάζει πάνω στις γραμμές.

Έχω μια καρδιά από λιθάνθρακα
βουτηγμένη μέσα στο νερό και στο αίμα,
γέρικη σαν σουβενίρ
σαν μια κομματιασμένη αστραπή

σαν μια μολύβδινη πεντάρα.

[Υπεράσπιση των Λύκων, 1957]

***

Bitte einsteigen türen schlieβen

Ich habe ein Herz aus Tuff
Es wird schwer wenn es regnet
Ich habe eine Orgel im Ohr
wenn der Sonntag kommt.

Sonntag verhüll deine Schläfe
aus Gips, Erinnerung wirf
deinen Butzen fort
in des Bettlers Hut.

Dieser Bahnsteig ist
ein vergilbter Blitz
besudelt von Regen
von Tränen und Öl.

Aus dem Schnellzug winkt
eine Wachsfigur. Es gackert
die Hoffnung. Bezahlt
ist das Rollgeld.

Die Orgel wimmert. Wo
nur die Dämmerung bleibt?
Ein galliger Abschied
trieft aufs Geleis.

Ich habe ein Herz aus Koks
naß von Wasser und Blut
alt wie ein Souvenir wie ein
zerbröckelter Blitz

wie ein Butzen aus Blei.

***

Ελεύθερος χρόνος

Χορτοκοπτική, Κυριακή
που αποκεφαλίζει τις στιγμές
μαζί με τη χλόη.

Το γρασίδι φυτρώνει
πάνω απ’ το πεθαμένο χορτάρι
που κάποτε βλάστησε πάνω απ’ τους νεκρούς
κι αυτό με τη σειρά του.

Ας βρισκόταν κάποιος που να μπορεί να τ’ ακούσει!

Η χορτοκοπτική γρυλίζει
καλύπτοντας με τη βουή της
την κραυγή του γρασιδιού.

Ο ελεύθερος χρόνος σιτεύει
κι εμείς μασάμε υπομονετικά
το φρέσκο χορτάρι.

[Η Γραφή των Τυφλών, 1964]

***

Freizeit

Rasenmäher, Sonntag
der die Sekunden köpft
und das Gras.

Gras wächst
über das tote Gras
das über die Toten gewachsen ist.

Wer das hören könnt!

Der Mäher dröhnt,
überdröhnt
das schreiende Gras.

Die Freizeit mästet sich.
Wir beißen gebuldig
ins frische Gras.


[Σημείωση: ποιήματα από το υπό διαμόρφωση ανθολόγιο «Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα 1957-1980» εκδ. Πανοπτικόν]

Advertisements

2 thoughts on “2 ποιήματα, Hans Magnus Enzensberger | μτφρ. Γιώργος Πρεβεδουράκης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s