0Fridrih-Helderlin

i. Χείρων

Πού είσαι, άγρυπνο εσύ! που πάντα πρέπει
Δίπλα στην εποχή να περπατάς, που είσαι εσύ, φως;
Διόλου δεν κοιμάται η καρδιά, κι όμως μ’ εξοργίζει,
Και συνεχώς με περιστέλλει η έξαφνη νύχτα.

Καθώς βότανα ακολούθαγα του δάσους κι άκουγα
Ένα ήρεμο αγρίμι στον λόφο, ανώφελα ποτέ.
Ούτε ένα απ’ τα πτηνά σου δεν με παραπλάνησαν
Αφότου πανέτοιμο σχεδόν ήρθες εσύ,

Όταν πουλάρι ή κήπος σ’ αναζωογονούσε
Συμβουλεύοντας για χάρη της καρδιάς, που είσαι, φώς;
Αφυπνισμένη είναι ξανά η καρδιά, μα άκαρδα
Πάντα με ελκύει η σφοδρή νύχτα.

Έτσι πλήρης υπήρξα. Και η γη μου έδωσε από κρόκο
Θυμάρι και σπόρο το πρώτο μπουκέτο.
Και από τα δροσερά αστέρια έμαθα,
Μονάχα ότι ονοματίζεται. Και δίπλα μου,

Ο ημίθεος, ο υπηρέτης του Διός, άντρας ευσταλής,
Αφαίρεσε την μαγεία του άγριου θλιμμένου δάσους.
Τώρα κάθομαι μόνος, σιωπηλός, από ώρα
Σε ώρα, και τώρα η σκέψη μου

Δημιουργεί μορφές από νέα γη και σύννεφα αγάπης,
Γιατί δηλητήριο υπάρχει ανάμεσα μας,
Κι αφουγκράζομαι μέχρι μακριά, μήπως δεν
Έρθει σε μένα ένας φιλικός Ελευθερωτής.

Έπειτα ακούω συχνά το άρμα του Κεραύνιου
Καθώς μεσημέρι πλησιάζει, ω μου είναι πολύ γνωστό,
Όταν σείεται το σπίτι του, το δάπεδο καθαρίζει
Και το βάσανο ηχεί.

Ύστερα ακούω την νύχτα τον Σωτήρα,
Τον ακούω να φονεύει, τον απελευθερωτή,
Κι άφθονα βοτάνια, σαν παραίσθηση, βλέπω
Στο χώμα της γης, σαν μία πυρκαγιά,

Όμως οι μέρες κυλούν, κι όταν κάποιος τις παρατηρεί,
Ευχάριστες και δυσάρεστες, κι όταν
Αμφίρροπος ζει, πονά, όταν δεν βρίσκετε
Κανείς το καλύτερο να γνωρίζει,

Γιατί αυτό είναι το αγκάθι των θεών, άλλως
Πως κάποιος ν’ αγαπήσει την αδικία των θεών;
Μα να, πατρώος είναι έτσι ο θεός, πρόσωπο με
Πρόσωπο εδώ, Κι είναι η γη διαφορετική.

Ημέρα! Ημέρα! Τώρα πάλι αναπνέεται δίκαια
Και πίνετε νερό ιτιές μου στα ρέματα!
Στα μάτια φως,
Σίγουρο βάδισμα, και σαν άρχοντας,
Με καρπούς, στον τόπο σου,

Πλανήτη της ημέρας εσύ, λάμπεις,
Κι εσύ, ω γη, κοιτίδα της ειρήνης, και συ,
Σπίτι του πατρός μου, που απάτριδες στα άγρια σύννεφα έχετε φύγει.

Ίππευσε τώρα ένα άτι, ζώσε την πανοπλία, άδραξε
Το ελαφρύ σου δόρυ, ω νέε! Η χρησμωδεία
Δεν θα καταρριφθεί, και μάταια δεν θα περιμένει,
Μέχρι την επιστροφή του Ηρακλή.

***

i. Chiron

Wo bist du, Nachdenkliches! das immer muß
Zur Seite gehn, zu Zeiten, wo bist du, Licht?
Wohl ist das Herz wach, doch mir zürnt, mich
Hemmt die erstaunende Nacht nun immer.

Sonst nämlich folgt’ ich Kräutern des Walds und lauscht’
Ein weiches Wild am Hügel; und nie umsonst.
Nie täuschten, auch nicht einmal deine
Vögel; denn allzubereit fast kamst du,

So Füllen oder Garten dir labend ward, Ratschlagend,
Herzens wegen; wo bist du, Licht?
Das Herz ist wieder wach, doch herzlos
Zieht die gewaltige Nacht mich immer.

Ich wars wohl. Und von Krokus und Thymian
Und Korn gab mir die Erde den ersten Strauß.
Und bei der Sterne Kühle lernt’ ich,
Aber das Nennbare nur. Und bei mir

Das wilde Feld entzaubernd, das traurge, zog
Der Halbgott, Zeus Knecht, ein, der gerade Mann;
Nun sitz ich still allein, von einer
Stunde zur anderen, und Gestalten

Aus frischer Erd und Wolken der Liebe schafft,
Weil Gift ist zwischen uns, mein Gedanke nun;
Und ferne lausch ich hin, ob nicht ein
Freundlicher Retter vielleicht mir komme.

Dann hör ich oft den Wagen des Donners
Am Mittag, wenn er naht, der bekannteste,
Wenn ihm das Haus bebt und der Boden
Reiniget sich, und die Qual Echo wird.

Den Retter hör ich dann in der Nacht, ich hör
Ihn tötend, den Befreier, und drunten voll
Von üppgem Kraut, als in Gesichten,
Schau ich die Erd, ein gewaltig Feuer;

Die Tage aber wechseln, wenn einer dann
Zusiehet denen, lieblich und bös, ein Schmerz,
Wenn einer zweigestalt ist, und es

Kennet kein einziger nicht das Beste;

Das aber ist der Stachel des Gottes; nie
Kann einer lieben göttliches Unrecht sonst.
Einheimisch aber ist der Gott dann
Angesichts da, und die Erd ist anders.

Tag! Tag! Nun wieder atmet ihr recht; nun trinkt,
Ihr meiner Bäche Weiden! ein Augenlicht,
Und rechte Stapfen gehn, und als ein
Herrscher, mit Sporen, und bei dir selber

Örtlich, Irrstern des Tages, erscheinest du,
Du auch, o Erde, friedliche Wieg, und du,
Haus meiner Väter, die unstädtisch
Sind, in den Wolken des Wilds, gegangen.

Nimm nun ein Roß, und harnische dich und nimm
Den leichten Speer, o Knabe!
Die Wahrsagung Zerreißt nicht, und umsonst nicht wartet,
Bis sie erscheinet, Herakles Rückkehr.

***

ii. Γανυμήδης

Άραγε γιατί κοιμάσαι συ, παιδί των βουνών, δύσθυμος
Και παγωμένος στην έρημη ακτή, υπομονετικά;
Την ευμένεια δεν συλλογιέσαι, όταν στο
Τραπέζι οι ουράνιοι διψούσαν;

Δεν αναγνωρίζεις εδώ κάτω τους αγγελιοφόρους του Πατέρα,
Μήτε το ζωηρό σύριγμα του αέρα στις βουνοχαράδρες;
Δεν σε συναντά ο Λόγος, που έμπλεο
από αρχαίο πνεύμα ένας πλάνητας άνδρας σου στέλνει;

Όμως ήδη μέσα στο στήθος του ηχεί. Από βαθιά πηγάζει
Όπως τότε, που πάνω στα ψηλά βράχια κοιμόταν.
Μα τώρα με θυμό καθαίρει
Τα δεσμά του, τώρα επείγεται,

Ο αδέξιος, τώρα για τις σκουριές αδιαφορεί,
Και παίρνει και σπάζει και διασκορπίζει τα θραύσματα
Με μεθυσμένη οργή, παίζοντας εδώ και κει προς
Την θέα της ακτής και στου ξένου

Την ιδιαίτερη φωνή το ποίμνιο ξυπνάει
Θροΐζουνε τα δάση, στα βάθη η ύπαιθρος ακούει
Του ποταμού το πνεύμα πέρα, και με ρίγος
Αναπτερώνεται το Πνεύμα στον ομφαλό της γης.

Έρχεται η άνοιξη. Και το καθένα με τον τρόπο του Ανθίζει.
Όμως εκείνος είναι μακριά· εδώ όχι πια.
Τώρα έχει φύγει· αφού όλα είναι στην εντέλεια
Με τα ουράνια τώρα συνομιλεί αυτός.

***

ii. Ganymed

Was schläfst du, Bergsohn, liegest in
Unmut, schief, Und frierst am kahlen Ufer, Geduldiger!
Denkst nicht der Gnade du, wenns an den
Tischen die Himmlischen sonst gedürstet?

Kennst d’runten du vom Vater die Boten nicht,
Nicht in der Kluft der Lüfte geschärfter Spiel?
Trifft nicht das Wort dich, das voll alten
Geists ein gewanderter Mann dir sendet?

Schon tönets aber ihm in der Brust.
Tief quillts, Wie damals, als hoch oben im
Fels er schlief, Ihm auf. Im Zorne reinigt aber
Sich der Gefesselte nun, nun eilt er,

Der Linkische; der spottet der Schlacken nun,
Und nimmt und bricht und wirft die
Zerbrochenen Zorntrunken, spielend, dort und da zum
Schauenden Ufer, und bei des Fremdlings

Besondrer Stimme stehen die Herden auf,
Es regen sich die Wälder, es hört tief Land
Den Stromgeist fern, und schaudernd regt im
Nabel der Erde der Geist sich wieder.

Der Frühling kömmt. Und jedes, in seiner Art, Blüht.
Der ist aber ferne; nicht mehr dabei.
Irr ging er nun; denn allzugut sind
Genien; himmlisch Gespräch ist sein nun.

***

iii. Στο μέσο της ζωής

Με κίτρινα αχλάδια
Και γεμάτη άγρια ρόδα
Κρέμεται η στεριά μέσα στη λίμνη,
Εσείς εύχαρεις κύκνοι,
Και μεθυσμένοι από φιλιά
Βουτάτε το κεφάλι
Στ’ άγια νηφάλια νερά.

Αλίμονο σ’ εμένα, πού να τα δρέψω,
Μες στον χειμώνα, τα λουλούδια,
Και πού του ήλιου τη λάμψη
Και τη σκιά της γης;
Τα τείχη στέκονται
βουβά και παγερά, στον άνεμο
Σημαίες πλαταγίζουν.

***

iii. Hälfte des Lebens

Mit gelben Birnen hänget
Und voll mit wilden Rosen
Das Land in den See,
Ihr holden Schwäne,
Und trunken von Küssen
Tunkt ihr das Haupt
Ins heilignüchterne Wasser.

Weh mir, wo nehm’ ich, wenn
Es Winter ist, die Blumen, und wo
Den Sonnenschein,
Und Schatten der Erde?
Die Mauern stehn
Sprachlos und kalt, im
Winde Klirren die Fahnen.

***

ix. Ηλικία της ζωής

Πόλεις, εσείς, του Ευφράτη!
Σοκάκια της Παλμύρας!
Δάση γεμάτα στήλες στο ισάδι της ερήμου!
Τι είστε;
Τα στέμματά σας έχουν λεηλατηθεί
Απ’ την ατμίδα του καπνού και την ουράνια φλόγα,
Αφού περάσατε τα σύνορα των ζωντανών·
Να ’μαι όμως τώρα, κάθομαι
Κάτω από σύννεφα (καθένα Βρίσκει ησυχία) κάτω
Από περήφανες βελανιδιές,
Στους χερσότοπους των ζαρκαδιών, και ξένα,
Νεκρά τα πνεύματα των μακαρίων
Φαίνονται σ’ εμένα.

***

ix. Lebensalter

Ihr Städte des Euphrats!
Ihr Gassen von Palmyra!
Ihr Säulenwälder in der
Eb’ne der Wüste!
Was seid ihr?
Euch hat die Kronen, Dieweil ihr über die Gränze
Der Othmenden seid gegangen,
Von Himmlischen der Rauchdampf
Und hinweg das Feuer genommen;
Jezt aber siz’ ich unter Wolken (deren Ein jedes eine Ruh’ hat eigen) unter
Wohleingerichteten Eichen, auf
Der Heide des Rehs, und fremd
Erscheinen und gestorben mir
Der Seeligen Geister.

***

x. Το καταφύγιο του Χαρντ

Γκρεμιέται καταγής το δάσος
Και, όπως τα μπουμπούκια, φύλλα
Κρέμονται προς τα μέσα, κι από κάτω
Πάλι βλασταίνει ώριμο
Το χώμα.
Αφού διάβαινε εκεί
Ο Ούλριχ· συχνά συλλογισμένος, πάνω απ’ το βήμα,
Ένα μεγάλο πεπρωμένο
Έτοιμο, στον κατάλοιπο χώρο.

***

x. Der Winkel von Hahrdt

Hinunter sinket der Wald,
Und Knospen ähnlich, hängen
Einwärts die Blätter, denen
Blüht unten auf ein Grund,
Nicht gar unmündig.
Da nemlich ist Ulrich
Gegangen; oft sinnt, über den Fußtritt,
Ein groß Schicksaal
Bereit, an übrigem Orte

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Νυχτωδίες (Nachtgesänge), Friedrich Hölderlin | μτφρ. Αντώνης Ψάλτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s