toumanidis.jpg

Η Αραπίτσα

Πάνω από ετούτα τα νερά,
φτερούγισε ο έρωτας
και η νεότητά μου.

Μαύρα νερά μιας Κυριακής,
που άφριζαν μπροστά μου.
Ψηλά, η ξύλινη γέφυρα, να τρέμει,
-έτσι όπως έτρεμε της Άρτας το Γεφύρι-.

Ανάμεσα σε θρύλους έσκυψα
ν’ αφουγκραστώ
τις μυστικές φωνές.
Την άλλη νεότητά μου.
Αυτήν, περ’ από τους καθημερινούς θανάτους.
Αλλά-
Γύρω μου τώρα, μόνον οι τροχοί.
Αγριεμένοι οδηγοί που απειλούν,
τον χρόνο, τη ζωή, τους γήινους θεούς.

Λίγο πριν στρίψω το τιμόνι στο παρόν:
Ποιος δρόμος, ποια κατεύθυνση,
ποιος στεναγμός Αράπιτσα μου θα μας σώσει ;

(Τα κυπαρίσσια σώπαιναν και η Νάουσα με καλούσε.)


*Σημ.: Αράπιτσα ή Αραπίτσα, λέγεται το ποτάμι της Νάουσας.

***

Αμείλικτη ομορφιά

Η λέξη είναι το κέντρισμα το φωτεινό,
μιας σκοτεινής πηγής.

Στην αρχή∙ τα πάναστρα μάτια σου.
Το πρόσωπο της  άγνωστης μοίρας,
που με καλούσε από μελλούμενες φωτιές.

Ήσουν εσύ, η αμείλικτη ομορφιά,
η θέα μιας αλήθειας που με γέμιζε δάκρυα.
Από τα άπληστα χείλη  σου άκουγα,
λόγια μιας άλλης αγιότητας,
ξεχασμένα νοήματα της αγάπης.

Άναυδος και αστάθμητος μπρος στο θαύμα σου.

Φλόγες της Κόλασης με τύλιγαν.
Φλόγες του Παραδείσου.

***

Εν πλω

                                        (Γράμμα στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

«Ψηλά οι άγκυρες, λυμένα τα πανιά…»

Μέσα στο πούσι της πραγματικότητας έφευγα,
γι’ άγνωστα, ανεξερεύνητα νησιά,
στο Αιγαίο με τους αναμμένους φάρους.
Και η σκέψη μου σ’ εσένα,
στον «ουρανό του τίποτα»,
και στους βυθούς που διατήρησαν καλά,
τα μυστικά τους.
Των άστρων τις μελλούμενες σιωπές, μες στα κοχύλια.

Ναυάγια ιδεών εκεί, αγάλματα, αρχαίες πανοπλίες.
Πλάι πλάι νικητές και ηττημένοι. Ποιος κέρδισε;
Κανείς δεν τους θυμάται πια.
Οι γλάροι μόνον,
έτσι όπως βουτάνε στον αφρό,
θαρρείς
πως κάτι, πολύ πέρα’ απ’ την λεία τους, γυρεύουν.
Να ’ναι οι ψυχές εκείνων που χαθήκαν;
Ή μήπως οι δικές μας τύψεις;
Όμως εμείς, ανυποψίαστοι κι αμέριμνοι,
γλιστρούμε στο νερό,
πάνω από μνήμες, γεγονότα, συμφορές.

(Έτσι έρχομαι πάλι κοντά σου∙ φεύγοντας.
Στο χτες και στο αύριο της ποίησής σου).

***

Το πριν και το μετά του κόσμου

«Ποτέ τόσα ερωτήματα,
δεν βάραιναν τα ποιήματα μας…», είπες
και χάθηκες μες στα στενά.
Εκεί που παίζονται τα δράματα
αλλοδαπών μας φίλων.

Ατέλειωτοι κύκλοι θλιβεροί, με κέντρο την Ομόνοια.
Κύκλοι της μοίρας, του χαμού,
τριγμοί της ιστορίας!

Το πριν και το μετά του κόσμου,
σε μια παύση ξαφνική.
Στα βουρκωμένα μάτια ενός παιδιού,
στη μέση της πλατείας.

Κάτω από  λιωμένα λάστιχα:
Οι λέξεις. Τα οράματα. Οι προσευχές.

(Οι σιωπές και τα ποιήματα μιλούν – μιαν άλλη γλώσσα.)

***

Χαίρε ω χαίρε άγραφο χαρτί

«Θα φύγω», είπα ένα πρωί.
«Θα μπω στο Πάτνα, στην Αργώ ή
στον Μεγάλο Ανατολικό της Κυριακής μου,

και θα σαλπάρω, ναι, για τόπους μακρινούς…».

Έτσι ξανοίχτηκα στο πέλαγο που γέννησε ραψωδίες.
Σε όλες τις μαύρες θάλασσες του νου
και στα νησιά του μύθου.
Και πάνω απ’ το ψηλότερο κατάρτι της καρδιάς,
άκουσα το τραγούδι των Σειρήνων.

Χαίρε ω χαίρε άγραφο χαρτί, ω τέλειο παιδικό μου ποίημα!
Χαίρε κι εσύ, μικρή αιωνιότητα, που μοιάζεις με το κύμα…

4 σκέψεις σχετικά με το “Το πριν και το μετά του κόσμου | Χρήστος Τουμανίδης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s