Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού | Νίκος Κολώνης

nikos_kolonis

Μέρες γιορτών, βρέθηκα να ψαχουλεύω στην αποθήκη του παππού τις κούτες με τα λαμπιόνια και τα στολίδια, παρά τις υποδείξεις της γιαγιάς Νίκης πως έχουν μείνει ελάχιστα και ψάχνω μάταια. Τελικά, πάνω σε ένα παλιό ψυγείο εντοπίζω πολύχρωμα λαμπιόνια σε καλά τυλιγμένες αρμαθιές με ένα χαρτάκι να υποδεικνύει το σημείο που τοποθετούνταν, κάποιες άθικτες πολύχρωμες γιρλάντες και λίγα αστέρια. Μόνο ένα στρώμα σκόνης θάμπωνε λίγο τις αναμνήσεις.

Λίγο μετά, θ’ αντικρίσω το χαρτόκουτο με τις γυάλινες μπάλες που για χρόνια κρεμούσαμε στα δέντρα της αυλής. Ακριβώς όπως το άφησε την τελευταία χρονιά που στολίσαμε, πριν φύγει από την ζωή. Η μυρωδιά της αποθήκης, του σπάγκου και των τυλιγμένων καλωδίων μου φέρνει στο νου κάποια άλλα Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού.

Στον πάτο του χαρτόκουτου είχαν απομείνει μόνο ψιλές φλούδες γυαλιού και χρώματος μαζί με τούφες πολυκαιρισμένο βαμβάκι. Στολίδια σπασμένα σε μικρά μικρά κομμάτια συνεχίζουν να λάμπουν μέσα στο κουτί τους. Όλα εύθραυστα όπως το κάθε τι. Σκέφτομαι αμέσως την αντίδραση του παππού και ανακουφίζομαι. Θα με έβαζε στο γαλάζιο φορτηγάκι και θα πηγαίναμε να αγοράσουμε καινούργια, σαν τίποτα μην είχε συμβεί. Διαβάστε περισσότερα

Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ | Αντρέας Τιμοθέου

andtim

γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Μια σχεδόν συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Κύπριου Αντρέα Τιμοθέου με τίτλο Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ από τις εκδόσεις Παράκεντρο.

Καλοδουλεμένες ποιητικές απόπειρες σε οκτώ πράξεις, προς ανάμνηση της παρουσίας (ή απουσίας;) των προγόνων. Η προγονική μνήμη και η ανάγκη διατήρησής της. Άλλωστε, η Μνημοσύνη υπήρξε η πρώτη ελληνίδα θεότητα και μητέρα των Μουσών. Χωρίς μνήμη δεν θα υπήρχε ελπίδα απογόνων.

Ήταν φαίνεται η στιγμή / να μάθεις / πώς είναι να ξεθάβεις τους νεκρούς / για παρηγοριά (σελ. 87)

Η απαρηγόρητη ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου αντιμέτωπη με την μυρωδιά της απουσίας, τον εγωισμό της θλίψης, το έκπτωτο της πραγματικότητας, το αναπόφευκτο των ψευδαισθήσεων και της φυγής.

…κι έπειτα εμείς φεύγαμε βιαστικοί. / Κατατρεγμένοι, αφήναμε δακτυλικά αποτυπώματα, / σημάδια γέλιων και δακρύων (σελ. 19)

Μαζί με το σώμα μεγαλώνει κι η θλίψη. Να αποστρέφεσαι τις λέξεις και μοιραία σ’ αυτές να επιστρέφεις. Μαθαίνεις μια ολόκληρη ζωή να φυλάγεσαι και οι στίχοι διαρκώς να σε εκθέτουν.

Γράφεται σιγά σιγά στο σώμα, / απ’ την αρχή / ένα άλλο ποίημα, / μην το προδώσεις (σελ. 20)

Λυρικές προσευχές -συχνά με το ηχόχρωμα της κυπριακής- προς αναζήτηση πατρίδας. Και ο χρόνος που μας νανουρίζει, ο μεγάλος είρων της ιστορίας, διαπερνά στροφές και στίχους.

Η ζωή είναι τόσο σκληρή / που συνεχίζεται (σελ. 79)

Στην ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου όλα ανήκουν στο παρελθόν.

…όσα περπατήσαμε, μας περπατούν / και όσα ζήσαμε, μας μεγαλώνουν (σελ. 122)

Αύριο θα είμαστε σκόνη: Ολόκληρη η ποιητική του μια σπουδή θανάτου, όπως η απάντηση περί φιλοσοφίας του Σωκράτη προς τον Γλαύκωνα. Το “αντικλείδι” της σελίδας 84 που ξεκλειδώνει μάλλον τη συλλογή.

Σταχυολογώ:

…όλα έχουν τελειώσει. / Ο ουρανίσκος άδειος / σαν το σπίτι μας (σελ. 83)

Κουβαλώ τον θάνατο σαν μωρό (σελ. 86)

Βρέθηκα, / μα ο τόπος ήτανε νεκρός (σελ. 109)

Κι η αγάπη, μια αφανέρωτη ταραχή στις άκρες των δαχτύλων∙ σαν σώμα που κατοικεί εντός μας ή σαν κρεβάτι που τις νύχτες μας καταπίνει ζωντανούς.