eirio

Των ποιητών τον έπαινο ποτέ μου δεν λαχτάρησα, ούτε τα θυμιάματα και τους τσανακογλύφτες. Ένα πρωί, είχε ένα γκρι ο ουρανός απ’ άκρη σ’ άκρη τεντωμένο, μπήκα στον Άδη μπουσουλώντας. Τα μάτια μου σφιχτά δεμένα, «ασήμωσε», μου λέει η Περσεφόνη πρώτη, μες στην λευκή της μουσελίνα. «Έχω γυναίκα και παιδί κι ένα πιστό σκυλί που περιμένει», σκύβω να πιω απ’ την πηγή της. Να σου κι ο Τειρεσίας πίσω της, κουνάει το ραβδί «τη θάλασσα να ’χεις στον νου», με στόμα πορφυρό φτύνει στον κόρφο μου. Μέχρι να ’ρθει το χάραμα εκεί στον κάτω κόσμο, βλασταίνει πάνω μου το αλάτι, φυτρώνουν αρμυρίκια στα πλευρά. Στο ξόδι ακούω την μάνα μου, κρατάει ένα μαντίλι στο δεξί, αέρας το κουνάει. «Η θάλασσα, αυτή το σάβανό σου θα υφάνει, μέχρι να στιχουργήσει ο ποιητής τον μύθο σου σε βίο, σε ξύλινο κρεβάτι να ριζώσεις».

Λίγο πιο ’κει, χορτάτος πια ο Ελπίνορας σηκώνει το ποτήρι. Παραμιλάει στον ύπνο του ακόμη όταν βραδιάζει, κι ένα κουπί ακούγεται να σκίζει τον αιθέρα.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Νέκυια (Οδυσσέως κάθοδος) | Ειρήνη Ιωαννίδου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s