antim

Στην εκκλησία σήμερα, κάποια κυρία φορούσε το άρωμα sunflower της Elizabeth Arden. Ήταν το αγαπημένο άρωμα της γιαγιάς. Είχα να το μυρίσω από τότε. Της το είχα πρωτοφέρει από ένα ταξίδι μου στην Φλωρεντία, κρατάω ακόμα το τελευταίο μπουκάλι. Ξεχνάω ονόματα, μα ποτέ πρόσωπα και αρώματα…

Καθόμουν πίσω από τον σκάμνο της, ανάμεσα σε άλλες γιαγιάδες, φίλες της δικής μου. Έπειτα, πήρε το βλέμμα μου τον γιο του κ. Ιωακείμ ή αλλιώς του κ. Ακείμη, έτσι τον έλεγα παιδί, μάλλον για ευκολία. Έφερα το πρόσωπό του στην μνήμη μου και έπειτα δεν μπορούσα να ελέγξω τις σκέψεις μου… Ο κ. Ιωακείμ είχε ένα μικρό μπακάλικο, πολύ κοντά στο κομμωτήριο της γιαγιάς. Η γιαγιά για χρόνια είχε ένα καθιερωμένο ραντεβού τα απογεύματα Παρασκευής για χτένισμα και κάθε τρεις Παρασκευές για βάψιμο. Με θυμάμαι να χαζεύω όσο την περιποιούνταν και ως ανταμοιβή μου έδινε τότε μια ολόκληρη λίρα την οποία χαλούσα αμέσως στο μπακάλικο του κ. Ιωακείμ, παίρνοντας του κόσμου τα γλυκά (από τότε είχα αυτή την αδυναμία κι ας μη μου φαίνεται). Επέστρεφα στην ώρα μου με τις αγορές μου, η γιαγιά πλήρωνε τη κοπέλα του κομμωτηρίου, έδινε πάντα πουρμπουάρ στα άλλα κορίτσια και φεύγαμε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Έπειτα, αυτή η ίδια κοπέλα που αγάπησε τόσο πολύ τη γιαγιά μου, όταν δυσκολευόταν να μετακινηθεί με τα πόδια, φρόντιζε να την παραλαμβάνει, να τη χτενίζει και να τη φέρνει πίσω στο σπίτι η ίδια. Ώσπου η γιαγιά έχασε εντελώς τα μαλλιά της από τις θεραπείες και έπρεπε να βάζει περούκες.

Ήταν μόλις είχα αποκτήσει την πρώτη μου πιστωτική κάρτα (η εποχή της λίρας είχε τελειώσει προ πολλού), ίσως και η πρώτη μου διαδικτυακή αγορά, όταν περήφανα της παράγγειλα την πρώτη της περούκα. Είχε κατενθουσιαστεί και εγώ χαιρόμουν με τη χαρά της. Έπειτα, όποτε πάλιωνε, μιας και τα νέα της μαλλιά ήταν συνθετικά, παραγγέλναμε άλλη. Τον τελευταίο της Απρίλη, στην επίσκεψη στο ογκολογικό, η γιατρός μας είχε πει πως ήταν θέμα ημερών και μέσα στην τραγικότητα των ειπωμένων της γιατρού, προέκυψε στην διαδρομή πίσω στο σπίτι η επιθυμία της για μια νέα περούκα. Η γιαγιά δεν είχε ιδέα, αυτό έδειχνε τουλάχιστον. Για δυο βδομάδες με ρωτούσε αν είχα κάνει την παραγγελία και της έλεγα ψέματα, μέχρι που κατάλαβα πως η γιαγιά ήθελε να ζήσει και έτσι έπειτα από τρεις μέρες παραλάβαμε τη νέα περούκα.

«Αυτή θα βάλω και στην αποφοίτησή σου, μου είπε». Φρόντιζε να τη βλέπω ελάχιστα χωρίς μαλλιά, ακόμα και το βράδυ όταν μέναμε οι δυο στην αυλή δεν την έβγαζε μέχρι να φύγω. Θυμάμαι να μπαίνω στο αυτοκίνητο για να φύγω και να την αφαιρεί αμέσως. Ο ιδρώτας του καλοκαιριού τη δυσκόλευε πολύ, μα αγαπούσε τόσο πολύ την εικόνα της. Η γιαγιά έφυγε με αυτή την ίδια περούκα που θα φορούσε στην αποφοίτησή μου και με το αγαπημένο της άρωμα να συνοδεύει το σώμα της.

Η λειτουργία τέλειωσε και μέσα μου είχε γεννηθεί μια αγωνία να δω αν υπήρχε ακόμα το μπακάλικο του κ. Ιωακείμ, μια ανάγκη να επιβεβαιώσω την ομορφιά των παιδικών μου χρόνων. Περπατώντας στην περιοχή, είδα πως τη θέση του μπακάλικου πήρε ένα πρόσφατα ανακαινισμένο σπίτι και το κενό της γειτονιάς μου φάνηκε τεράστιο, σαν τα μέσα μου θα ’λεγε κανείς… Είσαι παντού γιαγιά, είσαι παντού!

2 σκέψεις σχετικά με το “Επισκέψεις Κυριακής | Αντρέας Τιμοθέου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s