Ποιήματα | Βαλάντης Βορδός

kefalas

Δουλειά

Χαιρετιόμασταν κάθε μέρα
κι έπειτα έπαιρνε τη συνηθισμένη
του θέση στο γραφείο
ώσπου έπαψα να τον αντιλαμβάνομαι
Έγινε μέρος του τοπίου
αδιάφορος κι αθέατος
απ’ την επανάληψη

***

Ματαίωση

Όπως ανάσαινες
πιο αργά κι από γάλα
κλεισμένο σε κουτί
πάνω στα ξερά χόρτα
στην άκρη του δρόμου
Ανάμεσα στα σκουπίδια
με τα ψίχουλα των φιλόζωων ανέγγιχτα
μου θύμισες τον πατέρα μου
πριν πεθάνει
Στην ίδια στάση
με την ίδια λαχανιασμένη αναπνοή
απ’ την ματαίωση

***

Γιορτινές μέρες

Κάθε που οι άνθρωποι γιορτάζουν χωρίς την παραμικρή σκέψη,
η φύση συσπάται πριν κλάψει. Κρύβει το πρόσωπό της με τα δάχτυλα
και γονατίζει προσφέροντας το λαιμό της. Διαβάστε περισσότερα

Αλληλογραφία στο μπαλκόνι | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

«Περνάω την ημέρα μου, καταλήγοντας πάντα εδώ. Το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, να ατενίζω τούτο το λεπτοκαμωμένο πρόσωπο που λάμπει πίσω από μία γκρι κουρτίνα. Τα πάντα σταματούν· Η ζωή μου σταματάει· Η βροχή επάνω στο τζάμι, η βαριά ατμόσφαιρα, μπλε σαν τη θάλασσα μέσα μου, το ανθισμένο και πράσινο μπονσάι μου στο βάθος της θάλασσας κι εγώ, σχηματίζουμε ένα ακίνητο και συμπαγές σύνολο· είμαι ευτυχισμένος».

Η βροχή σταμάτησε, έτσι απότομα, όπως η βελόνα με ζαφείρι φτάνει στο τέλος του δίσκου βινυλίου, που γυρίζει επάνω σε ένα πικάπ αφήνοντας μονάχα αυτό το επαναλαμβανόμενο μονότονο «γραπ» να γεμίζει με σκληράδα το χώρο. Ο ήλιος λαμπερός και διάφανος ξεπρόβαλε πίσω από τις λευκές ταράτσες των πολυκατοικιών. Οι άνθρωποι, θριαμβευτικά, ξεχύθηκαν. Ήταν Κυριακή. Το φως του ήλιου μόλις που άγγιζε τα σώματά τους, ούτε τα σκίαζε ούτε τα τόνιζε. Έμοιαζαν σαν στάχια, χρυσαφένιες κηλίδες να επιπλέουν ήρεμα πάνω από το έδαφος. Τώρα λουσμένοι στον ήλιο, αντανακλούσαν ηρεμία, χαλάρωση, κάτι σαν επιμονή. Μα σε μερικά πρόσωπα, μπορούσε ο Καρλ να διαισθανθεί κάποια θλίψη.

Ο Καρλ χαμογέλασε. Στη σκέψη του ήξερε ότι το γκρίζο αυτό πράγμα είναι το καθρέφτισμα του προσώπου του. Συχνά, αυτές τις χαμένες ημέρες στεκόταν και το ατένιζε. Δεν καταλάβαινε τίποτα σ’ αυτό το πρόσωπο. Για αυτόν, τα πρόσωπα των άλλων έχουν νόημα. Άραγε και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κρίνουν τόσο πολύ το πρόσωπό τους; Διαβάστε περισσότερα

Μικρά πεζά | Δημήτρης Μακούσης

kefalas panos

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ
τα νύχια σου, εκεί κι εγώ κατοικώ. χωρίς ιδιοκτησία στα μάτια σου, το αύριο παραλλάσσω σε χίλιες δυο ακτίνες φωτός· μα το λιμάνι που κοιτάζαμε τα πλοία να φεύγουν, έχει κι εκείνο ημερομηνία λήξης. και τα νύχια σου κουράστηκαν πια να σκάβουν. εγώ, τριγυρνώ σαν άστεγος, την οδό Αναξιμάνδρου ψάχνοντας να βρω, με τα πόδια στο μπετό βουτηγμένα. θάναι —ίσως— κρυμμένη, κάπου στης πόλης τα πλατύφυλλα, μαζί με το δέκατο τρίτο σκαλοπάτι που οδηγεί στην υπέροχη θέα, κάτ’ απ’ την σάρκα του τεντωμένου καθρέφτη. κουρασμένα νύχια τα νύχια σου· σπασμένη βούληση η βούλησή μου· η θάλασσα που δεν κουράζεται να κουβαλά κουφάρια. μια πόλη δίχως οδό Αναξιμάνδρου, με ιδιόκτητα μάτια και τετριμμένο φως.

ΜΙΚΡΟ ΣΚΑΛΙΣΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
στα μάγουλά σου. εκεί που σε είδα να λούζεσαι στο σεληνόφως και ξέχασα όσα μέχρι τότε βρεθήκαν στο πουκάμισό μου ραμμένα. όταν ξηλώνεται απ’ την πέτσα η οδός, τα σκαλοπάτια δείχνουν όλα φαγωμένα απ’ τον χρόνο. ήθελα μονάχα τον κόσμο σου να μάθω και στο τέλος, ό,τι έμαθα, ήταν ο τρόπος να βαστώ την νύχτα για να μην πνιγεί στο ξερατό της.

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ
σ ένα παγκάκι ξάπλωνε της Ιπποδρομίου. με μάτια μισόκλειστα το κοίταζα, σα νάθελα να εκμαιεύσω μια καταγωγή· αλλά τέτοια πράγματα είναι ήδη χαμένα από χέρι. πλησίασα, το κράτησα στα χέρια, κίνησα να ξεφυλλίσω τις σελίδες, να δω πόσες στιγμές χωρούν μέσα στο σώμα ενός μαύρου νάνου. οι τρεις πρώτες σελίδες είχανε ήδη αρκετά. ο δρόμος ήταν αδειανός κι εμείς θέλαμε παρέα. ο ουρανός δεν είχε όρεξη για κουβέντες· η θάλασσα ήταν ανυπόφορα μακριά. δυο ώρες μετά, γυρίζαμε στο σπίτι με μια πρώιμη ικανοποίηση για την αναπάντεχη συνάντηση. μια τέτοια εξέλιξη, μπορεί πάντοτε να στιγματίσει όποιον δεν περιμένει να βρει φτερά μαραμένα που μπορούν ακόμα να πετάξουν. πόσο μάλλον ένα βήμα προτού βουτήξει στην άσφαλτο, το μικρό βιβλίο πούχε το στόμα ανοιχτό, να κρέμεται σ’ ένα παγκάκι άθλιο, στην Ιπποδρομίου, κάτω απ’ την σκιά του μαύρου νάνου.

ΜΙΣΟ ΠΟΤΗΡΙ
ξαπλωμένο στο πάτωμα· το άλλο μισό στην ντουλάπα καρφωμένο, κει που τα παιδιά στοιβάζαν τα παλιά τους παιχνίδια. στο ψιλικατζίδικο τα τσιγάρα έχουν τελειώσει· τα ψυγεία είναι άδεια και τα ράφια γυμνά. πού να ψάξεις να βρεις έναν καινούριο λόγο, για να επιστρέψεις στο μέρος όπου εκτυλίχθηκε ολάκερη η ιστορία της γης; φαντάζει μάταιο, όπως περίπου η περιστροφή της γης, γύρω από μια κούφια βέργα.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς