kefalas

«Περνάω την ημέρα μου, καταλήγοντας πάντα εδώ. Το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, να ατενίζω τούτο το λεπτοκαμωμένο πρόσωπο που λάμπει πίσω από μία γκρι κουρτίνα. Τα πάντα σταματούν· Η ζωή μου σταματάει· Η βροχή επάνω στο τζάμι, η βαριά ατμόσφαιρα, μπλε σαν τη θάλασσα μέσα μου, το ανθισμένο και πράσινο μπονσάι μου στο βάθος της θάλασσας κι εγώ, σχηματίζουμε ένα ακίνητο και συμπαγές σύνολο· είμαι ευτυχισμένος».

Η βροχή σταμάτησε, έτσι απότομα, όπως η βελόνα με ζαφείρι φτάνει στο τέλος του δίσκου βινυλίου, που γυρίζει επάνω σε ένα πικάπ αφήνοντας μονάχα αυτό το επαναλαμβανόμενο μονότονο «γραπ» να γεμίζει με σκληράδα το χώρο. Ο ήλιος λαμπερός και διάφανος ξεπρόβαλε πίσω από τις λευκές ταράτσες των πολυκατοικιών. Οι άνθρωποι, θριαμβευτικά, ξεχύθηκαν. Ήταν Κυριακή. Το φως του ήλιου μόλις που άγγιζε τα σώματά τους, ούτε τα σκίαζε ούτε τα τόνιζε. Έμοιαζαν σαν στάχια, χρυσαφένιες κηλίδες να επιπλέουν ήρεμα πάνω από το έδαφος. Τώρα λουσμένοι στον ήλιο, αντανακλούσαν ηρεμία, χαλάρωση, κάτι σαν επιμονή. Μα σε μερικά πρόσωπα, μπορούσε ο Καρλ να διαισθανθεί κάποια θλίψη.

Ο Καρλ χαμογέλασε. Στη σκέψη του ήξερε ότι το γκρίζο αυτό πράγμα είναι το καθρέφτισμα του προσώπου του. Συχνά, αυτές τις χαμένες ημέρες στεκόταν και το ατένιζε. Δεν καταλάβαινε τίποτα σ’ αυτό το πρόσωπο. Για αυτόν, τα πρόσωπα των άλλων έχουν νόημα. Άραγε και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κρίνουν τόσο πολύ το πρόσωπό τους;

Στο βάθος του σαλονιού χαμηλόφωνα ακουγόταν το τραγούδι Roads σε διασκευή της Μαρίας Παπαγεωργίους: «Storm, in the morning light. I feel….. Frozen to myself». Πώς μπορεί μία γυναίκα να σου δώσει με μία μονάχα της λέξη, έμπνευση για να γράψεις μια νέα ιστορία! Ο Καρλ στεκόταν όπως πάντα μπροστά στο τζάμι, με μία κούπα καφέ, ανάμεσα στο αγαπημένο του μπονσάι και τον Μπανάνα, το καναρίνι που του είχε χαρίσει η Τούλα Ιστόβ. Διέτρεξε με το βλέμμα του τα αναρίθμητα βιβλία που κάλυπταν τους τοίχους και είπε σαν άλλος Σαρτρ στις λέξεις: «Και τώρα οι δύο μας, ανθρώπινη γνώση».

Άπλωσε το χέρι του. Πίστευε ότι άγγιξε το απόγειο της ευτυχίας του. «Θα συμβεί κάτι: στο λαμπύρισμα των σταχυών υπάρχει κάτι που με περιμένει, εκεί θα αρχίσει η ζωή». Το δάχτυλο σταμάτησε στα ποιήματα του Νίκου Καββαδία: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται…»

Χαμογέλασε ξανά. Η Τούλα Ιστόβ ήρθε στη σκέψη του, να κάθεται δίπλα του σε κάποια μεταλλική άσπρη καρέκλα, κάποιου νοσοκομείου, κρατώντας του το χέρι. Δύο όνειρα έχουν παραμείνει χαραγμένα στην μνήμη του σχετικά με την παρουσία της Τούλας Ιστόβ στην ζωή του. Άφησε δίπλα στο τραπέζι του την κούπα του καφέ, κόλλησε το μέτωπο του επάνω στη τζάμι της μπαλκονόπορτας και έκλεισε τα μάτια.

«Ανοίγω τα μάτια. Μισοσκόταδο. Δυσοίωνοι όγκοι γύρω απ’ το κρεβάτι μου. Διακρίνω τους ενδοφλέβιους ορούς που στάζουν αργά, σωληνάκια κάθε λογής. Κλείνω τα αυτιά μου και τα μάτια μου και γλιστράω στο σκοτάδι. Και τότε αφήνω με ένα πήδο το κρεβάτι μου και από το δωμάτιο του σπιτιού μου βρίσκομαι ξαφνικά έξω στο ηλιόλουστο γεμάτο στάχυα χωράφι του παππού μου, που έτρεχα και έπαιζα μοναχός μου σαν παιδί. Τρέχω, τρέχω κατακόρυφα ανάμεσα στις αυλακώσεις των τεράστιων σιταριών, τόσο μικρός στο μπόι που πατώ στις μύτες των ποδιών μου και προσπαθώ να αγγίξω τα πελώρια για εμένα στάχυα. Γελάω! Είμαι ευτυχισμένος! Μπορεί να είμαι μοναχός μου, αλλά νιώθω ότι ένα βλέμμα από μακριά με προσέχει. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά τριγύρω και τότε, στο βάθος, μέσα σε μια παρέα χωρικών που αλωνίζει και στέκονται άλλος κρατώντας μία βίτσα, άλλος ένα δεκριάνι κι άλλοι φτυάρια και κόσκινο και με παρακολουθούν, τη βλέπω! Της γνέφω με τα δυο μου χέρια και φωνάζω δυνατά για να μ’ ακούσουν όλοι: «Μάνα, Μάνα! Μάνα!» Σηκώνει το κεφάλι της, σκουπίζει με ένα μαντίλι τον ιδρώτα της, μου χαμογελάει και μου φωνάζει «Τρέξε! Βρες την ευτυχία σου». Εκείνη τη στιγμή το σκοτάδι ορμάει μπροστά και πριν με καταπιεί φωνάζω πάλι: «Μάνα! Πώς τα πήγα, Μάνα; Πώς τα πήγα;». Στη χρόνια πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στις δύο ψυχές που έχω μέσα μου και θέλει η μία την άλλη να χωρίσει, σε όλη μου τη ζωή, θα έχω την Τούλα Ιστόβ ως το πρωταρχικό μου ακροατήριο».

Ο Καρλ άνοιξε τα μάτια. Ένιωθε ότι τίποτα δεν άλλαξε κι όμως όλα υπάρχουν με έναν άλλο τρόπο. Ήταν σαν τον ήρωα του Σαρτρ στη Ναυτία. Έτοιμος να οργώσει τη νύχτα, ευτυχισμένος, μακριά για την ώρα από ενδοφλέβιους ορούς και σωληνάκια κάθε λογής, σαν ήρωας κάποιου δικού του μυθιστορήματος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s