thodoros

Σε ποιόν να το πω ρε Θόδωρε ότι πέθανες
δεν είναι κανείς εδώ
και στο χωριό δεν σε ξέρουν
κι η μάνα μου δεν νιώθει από ποιήματα
με τους ομότεχνους παρτίδες έκοψα
τη λύπη πρέπει να την κρατά ένας
για να τιμά τον εκλιπόντα
Στον μόνο που το ξεστόμισα
ήταν η σκυλίτσα μου
πλάσμα εξόχως ποιητικό
που αν ήσουν εδώ χάδια θα σε γέμιζε
και φιλιά

***

Θέατρο

Θα ’χουμε μάχη
το βλέπω ξεκάθαρα
σμήνη πετάνε ανάμεσα απ’ τα δέντρα
στον αέρα υπερίπτανται σε φιγούρες
άλλα αερόβια
στο έδαφος ετοιμασίες και σκαψίματα
κουβάλημα τροφής στα καταφύγια
οι στρατοί παρατάσσονται στο θέατρο της μάχης
Είναι μέρες που ήρθαν τα πανάρχαια μαχητικά
αναβοσβήνει στην άτρακτο το φωτάκι τους
τα τανκς με τις κεραίες τους σκανάρουν τον χώρο
Μόνη κι ατάραχη κρυμμένη στην δάφνη η κουκουβάγια
παρατηρεί αθέατη
κι εγώ ετοιμάζομαι
δεν λιποψυχώ και βρέχω το σκυλί κι εμένα
με αντικουνουπικά
ανάβω φιδάκια κι εκσφενδονίζω το πρώτο
τσιγάρο
σαν βλήμα σκάει στην αυλή
ανάμεσα στα πλήθη
Κρεμάω τα χέρια απ’ το μπαλκόνι
και νιώθω στρατηγός έτοιμος να δώσω το σύνθημα
ν’ αρχίσει η μάχη
Αλλάζω θέση ξαφνικά
έχω το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού
κι αφήνομαι να νιώσω
ένας παρόμοιος στρατιώτης
αναγκασμένος για την επιβίωση
που τρέχει να μαζέψει τροφή
αιματηρά την διεκδικεί
απ’ τους ομοίους του

Στο θέατρο της μάχης αυτά τα πλάσματα
πόσο συγγενικά μου φαίνονται
και πόσο ίδια

***

Θα τα ξεκάνω όλα

Από μωρό μού λέτε τι να κάνω
όχι έτσι αυτό κάνε έτσι εκείνο
να σέβεσαι τη δασκάλα
(και που τη σεβάστηκα ξινό μου βγήκε)
φίλα το χέρι του παπά
να σέβεσαι το νονό
(ένα δώρο μόνο μου πήρε)
πετάξου πάρε ένα 22 μπλε στο θείο
μην διαβάζεις Καρυωτάκη, αυτοκτόνησε
τί χαρά όμως όταν μόνος ανακάλυψα
τον Αλέξη Τραϊανό
Πεταμένα φυλλάδια εντέχνως στη δουλειά
(ψήφισε αυτόν θα βοηθήσει εμένα να γίνω
πλουσιότερος)
Μεταξύ μας στ’ αρχίδια μου κι αν δεν γίνεις ποτέ
Μην γκρινιάζεις έχεις δουλειά
κάνε αυτό – γιατί
κάνε το άλλο – αλλιώς
Σταμάτα ξεκίνα ανέπνευσε σκάσε

Μια μέρα θα ξεκάνω όλα τα πράσινα γαμημένα
ανθρωπάκια
που σου λένε πότε επιτρέπεται να περάσεις απέναντι
και θα σταματήσω μόνο
όταν μείνει το ελάχιστο αίμα
για να βάψω το τελευταίο κόκκινο

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Εις μνήμην Μπασιάκου | Βαλάντης Βορδός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s