Λαχτάρα | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι εγώ ξαγρυπνώ.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι εγώ σβήνω.
Γιατί ίσως να πρέπει να σβήσω.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Και μία ξανθιά γυναίκα κάποτε μου είπε σ’ αγαπώ πολύ.
Αλλά;
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι οι άνθρωποι είναι παράξενα πλάσματα.
Κι είμαι παράξενο πλάσμα.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι εγώ τρέχω.
Γιατί ίσως να πρέπει να τρέξω επειδή αγαπώ τη φυγή.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Και μία μελαχρινή γυναίκα κάποτε μου είπε είναι υπέροχο το μυαλό σου ποιητή.
Αλλά;
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι εγώ ξαγρυπνώ με τα αστέρια.
Κι αργοσβήνω σκοτώνοντας τα.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Και μία κοκκινομάλλα γυναίκα κάποτε μου είχε πει ξέρεις να προσφέρεις ηδονή στις γυναίκες.
Αλλά;
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι ακούω βήματα στην εξώπορτα.
Δυο φωνές με καλούν να τολμήσω να ανοίξω.
Μα φοβάμαι μην είναι κάποια γυναίκα πάλι.
Αλλά;
Κι οι ημέρες περνάνε.
Και τα χρόνια πέρασαν.
Κι ένας ποιητής αργοσβήνει.
Κι ήταν όλες απλά ουσιαστικά.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κάποια ημέρα θα είμαι ογδόντα, θα κάθομαι σε ένα μπαλκόνι με ένα βιβλίο κι ένα κρίνο, θα σκέφτομαι τον “έρωτα” κι ίσως ένα δάκρυ να κυλάει ξεχασμένο, ξέροντας πως δεν υπήρξα τυχερός.
Κι οι ημέρες περνάνε.
Κι ένας ποιητής πάντα θα λαχταρά.

Βαμπίρ και εντομοαπωθητικές ταμπλέτες | Φώτης Θαλασσινός

Ο σκύλος μου στο μπαλκόνι γαβγίζει στα τζιτζίκια. Αυτά τα έντομα με τα πέντε μάτια, τί ξεχωριστό να βλέπουν άραγε, και το παράξενο τερέτισμα, που παράγεται από μια μεμβράνη στο σώμα τους, έχουν εγκατασταθεί, μερικές δεκάδες, σε δέντρα δίπλα στο σπίτι μου και μαζί με τον καύσωνα κάνουν την κάθε απόπειρα για προσήλωση στα γραπτά μια χαμένη υπόθεση. Γράφω, λοιπόν, με το ήμισυ των νοητικών μου εργαλείων, με τη φαντασία μου περιορισμένη στα απολύτως αισθητά και τις προεκτάσεις τους. Για ’μένα δεν είναι ραστώνη, είναι κάτι πολύ χειρότερο. Είναι αντίξοες συνθήκες για να τελειώσω την δουλειά που θέλω να παραδώσω. Απ’ την άλλη και σκεπτόμενος την εξαφάνιση των μελισσών, των πυγολαμπίδων και των τριζονιών, ξυπνάνε μέσα μου φιλοζωικά συναισθήματα. Ας υπάρχει ο τζίτζικας, ας υπάρχει η φωνακλάδικη όχλησή του. Οι μέρες περνάνε και σε λίγο καιρό το τραγούδι του θα σταματήσει, για να το ξεκινήσει πάλι το επόμενο καλοκαίρι. Και να φανταστεί κανείς ότι όταν ήμουν μικρός ήταν μεγάλη χαρά να τσακώνω τζιτζίκια. Τώρα και δίπλα μου να είναι, ο εντοπισμός τους είναι ανέφικτος. Έτσι ομόχρωμα που είναι με το ξύλο, διαπιστώνω την κατιούσα στην οξύτητα της όρασής μου. Παλιά, σε πιο ανέμελες εποχές, που κυκλοφορούσα ξυπόλητος έξω πετύχαινα στα ψηλά αερομαχίες μεταξύ σπουργιτιών και τζιτζίκων. Απ’ αυτές τις παράξενες θηρευτικές και αμυντικές τροχιές μπορείς και συναισθάνεσαι πόση ευφυΐα χωράει απρόσμενα σ’ ένα τόσο βραχυκέφαλο πλάσμα (για τον τζίτζικα γράφω).

Διαβάστε περισσότερα

Γαία πυρί μιχθήτω | Φανή Αθανασιάδου

saratsis

Κατέρρευσε το καθεστώς του έρωτα εν μία νυχτί γαία πυρί μιχθήτω σωριάστηκαν όλα ερείπια γινήκαν κι ύστερα σκεπάστηκαν με τη σκόνη της λάβας όχι της λήθης μόνο η οδύνη κι ο πόνος έγιναν βουβό μουρμουρητό τη νύχτα ασήμι σε καθαρό ουρανό με την ανέμη έτοιμη να δώσει κλώτσο να γυρίσει για ν’ αρχινήσει το επόμενο παραμύθι…