Δεν ενδίδω πια | Νόνη Σταματέλου

Στην επικίνδυνη ψευδαίσθηση του φθινοπώρου δεν ενδίδω πια

Τα δέντρα τα γυμνά
και τα κυκλάμινα στις παρυφές των λόφων δεν με ξεγελάνε.
Δεν ρομαντζάρω στη βροχή
Ούτε στοχάζομαι τη ζέστη του τζακιού
στον επερχόμενο χειμώνα.

Κι αν πόθησα ποτέ να περπατήσω
σ’ ένα δάσος με φύλλα ξερά
είναι γιατί δεν ήξερα καλά τί χρώμα έχει ο θάνατος

Της νιότης τα καμώματα τώρα θυμάμαι και γελάω.

Για ποιο φθινόπωρο ειδυλλιακό μιλάτε
Ποια ομορφιά στη χειμωνιά;

Κλαίω σ’ ένα ακρογιάλι παιδικό
γιατί μέσα απ’ τα χέρια μου ’χουν πάρει
’κείνο το αιώνιο το καλοκαίρι.

Κανείς δεν είναι μόνος | Τάσος Λειβαδίτης

Κανείς δέν εἶναι μόνος

«Ἦρθα», ἔλεγες πάντα μπαίνοντας στό δωμάτιο, παρ᾿ ὅλο πού δέν
σέ περίμενε κανείς.
Ὅμως ἀκριβῶς αὐτό σου ἔδινε μιά βαθύτερη ἀπάντηση.

***

Ἐρήμωση

Ὅσο θυμᾶμαι τή ζωή μου, δέν εἶχα τίποτα δικό μου, ἔξω ἀπ᾿ τό φόβο, κι ἕνα τουφέκι, πού, νύχτα, μέ σημάδεψαν μ᾿ αὐτό.
Σιωπή. Οἱ νεκροί ἂς μᾶς συχωρέσουν.


[τό ποίημα Κανείς δέν εἶναι μόνος ανήκει στή συλλογή Ἀνακάλυψη (1977),
ενώ η Ἐρήμωση στη συλλογή Νυχτερινός ἐπισκέπτης (1972), εκδ. Κέδρος]

Το ηρωικό έπος του ’40 | Μαρία Παπαϊωάννου

122796355_658289794854725_2217739453451645025_n (2)

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα σε σπίτια κλειστά, με την τηλεόραση να παίζει καλτ ελληνικές ταινίες της εποχής και την αποκλειστική να το ταΐζει στο στόμα με την τεχνητή οδοντοστοιχία.

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα στα γηροκομεία με τα νάιλον κατωσέντονα και τους καθετήρες ανάμεσα στις τριμμένες στα σκέλια γαλαζωπές πυτζάμες κοιτάζει σκεπτικό και αμίλητο για ώρες έξω από παράθυρα, καθισμένο στο αναπηρικό αμαξίδιό του.

Το ηρωικό έπος του ’40 σήμερα, ευπαθής ομάδα πια, μακριά από στρωμένα τραπέζια με πιτσιρίκια ολόγυρα, βλέπει αχνά στην τηλεόραση να εξιστορούν τα ξακουστά κατορθώματά του και λέει στην κυρία από το πρώην ανατολικό μπλοκ που το φροντίζει και μιλά με τα παιδιά της μέσω Skype, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα συχνά παραμιλητά του, “αέρα φωνάζανε οι στρατιώτες μας στην Αλβανία, αέρα” ενώ κάπου κάπου δακρύζει σιγοτραγουδώντας “παιδιά της Ελλάδος παιδιά” πριν πιει το χάπι για την κατάκλιση.

Εσωτερική επικονίαση | Αθανασία Γιασουμή

Περπάτησα πολύ μέχρι να φτάσω μέσα μου·
επιτέλους, μπορώ να δω τον δρόμο μου ν’ ανοίγει
λωτός, θαρρείς, και πολυπέταλος στην όψη
μ’ όλες τις ράτσες να ευωδιάζουν χρώματα,
με τους ανθήρες του να λάμπουν
και να στάζουν γύρη
Τώρα τις μέλισσες μπορώ να θρέψω
για να θρέψουν τους ανθρώπους
Κι αν τις ακούσεις
σαν τις λέξεις να βουίζουν
μη σε γελάσει η φωνή:
θα ’ναι γιατί ζαλίστηκαν απ’ την πολλή σιωπή
μέχρι να βγουν απ’ την κυψέλη.

Δεν εκκολάπτεται στο φως η ομορφιά
κι ας σε τυφλώνει.


εικόνα: Πάνος Κεφαλάς

The magnolia moon | Πάνος Κεφαλάς

6 Ιουνίου, 1916.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα στο ραδιόφωνο μεταδίδονται οι στίχοι από ένα ποίημα του Πολ Βερλέν: «Οι μακροί στεναγμοί των βιολιών του φθινοπώρου λαβώνουν την καρδιά μου μ’ έναν λήθαργο μονότονο».

Ξεκίνησε! Συλλογιέμαι: Τι θ’ απογίνουμε όλοι εμείς; Τι θ’ απογίνω εγώ;

«Και τον χαμό… Χρέος πικρό… Πού είσαι; Πες μου… Εδώ μακριά σου…».

Η νύχτα είναι κατακόκκινη λουσμένη στο φως του φεγγαριού και του έρωτα. Αναστενάζω. Σφίγγω επάνω στο στήθος μου το γυμνό σου σώμα. Το άγαλμα της νύχτας θα πρέπει αναγκαστικά να σπάσει στα δύο.

Γίνε το σώμα μου, που θα μείνει πίσω, το χέρι, το πόδι, το μάτι, τα χείλη, η καρδιά. Είμαι δύο φωνές ταυτόχρονα. Η μία χάνεται και η άλλη δυναμώνει. Γίνε η δυνατή φωνή μου. Η φωτιά που θα καίει στα μετόπισθεν. Το κανάρισμα της σάλπιγγας στον ήλιο.

Γίνε άλλοτε ο ανεμοστρόβιλος και άλλοτε ο ωκεανός γαλήνης που χρειάζεται η κόρη μας.

Το δεξί μου χέρι χάνεται ανάμεσα στη φωτιά των μαλλιών σου. ‘Έχοντας τα μάτια μου κλειστά, φιλώ στοργικά το πίσω μέρος του λαιμού σου, που σε κάνει να λαχταράς την ανάσα μου.

Σε μυρίζω!

Διαβάστε περισσότερα