Μια κάθετη στροφή στην εννιάδα στα δεξιά. Δυο οριζόντιες στροφές στην εννιάδα πάνω. Όχι. Με τη φορά του ρολογιού. Όχι. Με την αντίθετη του ρολογιού φορά. Όχι, όχι, όχι. Αντί να ξεκαθαρίζουν, τα χρώματα όλο και μπερδεύονταν περισσότερο.

Στη μια πλευρά, τρία λευκά κουτάκια πάνω και τρία κάτω σαν τα δόντια σε ανοιχτό στόμα, μα στη μέση δυο κόκκινα κι ένα μπλε, σαν το στόμα να έτρωγε κάποιο αστείο φαγητό από πλαστελίνες. Γέλασε μόνη της, δυνατά και αρκετή ώρα μ’ αυτή τη σκέψη. Η μητέρα της την κοίταξε χαμογελώντας. Ήτανε κοντά και ήταν μακριά, όπως όλα τα καλά πράγματα (τα κακά ήταν όλα κοντά, υπερβολικά κοντά).

Το ίδιο ξαφνικά, κι ενώ πάλευε ακόμη με τον κύβο, άρχισε να κλαίει. Ήρθε πάλι το αίσθημα της αφόρητης ελαφρότητας. Ένιωθε πως θα τη σηκώσει ένας μεγάλος μαγνήτης επάνω, προς το ταβάνι, εκεί που δεν ζούσε κανείς εκτός, κάποιες φορές, κάποια αράχνη. Εκεί που το κοντά-και-μακριά γινόταν μακριά-και-μακριά, όπως τα αδύναμα καλά πράγματα, που έμοιαζαν πολύ με τα κακά. Δεν υπήρχε τίποτε γύρω να την κρατήσει βιδωμένη στο έδαφος. Καθώς έπεφτε κι έπεφτε η ωκυτοκίνη, το σώμα της πλημμύριζε απ’ τη ναυτία του αστροναύτη σε πεδίο μηδέν βαρύτητας. Τ’ αυτιά της άρχισαν πάλι να βουίζουν, και μόνο το δυνατό κλάμα μπορούσε να βουβάνει για λίγο το βουητό.

Στριμωγμένη ανάμεσα στο βουητό και το κλάμα, η φωνή της μητέρας της, άξαφνα πολύ κουρασμένη, μόλις κι ακουγόταν, όπως μόλις και ακούγεται ο στεναγμός των στρωμάτων τη νύχτα, όταν ξαπλώσουν πάνω τους βαριά απ’ τη μέρα τα σώματα. Όπως μόλις κι ακούγεται το χιόνι που κρατάει στο έδαφος τα φυτά και τα αυτοκίνητα.

«Τι έχεις; Θέλεις άλλο παιχνίδι; Βαρέθηκες με τον κύβο;» είπε η μητέρα της. Αλλά αυτή δεν το άκουσε έτσι. Μέχρι να φτάσουνε οι λέξεις στ’ αυτιά της είχαν μπερδευτεί με τα χρώματα, κι έτσι, μετά το «Τι έχεις;» που ήταν ολόκληρο και ήσυχο, με όλες του τις πλευρές ευθυγραμμισμένες, όλες οι άλλες μπέρδεψαν τα χρώματα τους σαν τις κουρελούδες στο πάτωμα του μπάνιου, και η μια ήταν κοκκινομπλεκίτρινη, κι η άλλη πορτοκαλιασπροπράσινη, και ο μαγνήτης συνέχιζε να την τραβά προς τα πάνω, εκεί που ζούνε μόνο οι αράχνες και η σκόνη του δωματίου, όταν τη βρίσκει ο ήλιος στο κρυφτό.

Πέταξε με δύναμη τον κύβο στο πάτωμα. Άρχισε να χοροπηδά τσιρίζοντας, γιατί το δωμάτιο είχε γίνει πολύ μεγάλο και όλα τα πράγματα που έχαναν το βάρος τους την έκαναν να στροβιλίζεται σαν τη σκόνη, το ίδιο ελαφριά, το ίδιο σκόρπια.

***

Σε περίπου δέκα λεπτά η μικρή είχε ησυχάσει και κοιμόταν μπρούμυτα, με τα χέρια σφιγμένα σε μικρές γροθιές να πιέζουν και τα δυο της αυτιά. Δίπλα της πεσμένος ο κύβος, άλυτος, ένα σπασμένο ουράνιο τόξο. Μόνο η μια, η κόκκινη πλευρά, είχε βρει τη λύση της, σαν κάποιο όνειρο που φωτίστηκε απρόσμενα απ’ τη διαίσθηση της σημασίας του.

Η μητέρα της συνέχισε το διάβασμα, που είχε αναγκαστεί να διακόψει απ’ τις τσιρίδες και τον σαματά της μικρής. Κάθε φορά που επέστρεφε η ηρεμία, ένιωθε την κούραση της καθημερινής πίεσης της ζωής με τη μικρή διπλή και τριπλή. SPD…ASD…PTSD…Τα D στα ακρωνύμια της φαινόντουσαν μεγαλύτερα από τα άλλα γράμματα, σαν αγκάθινα στεφάνια ή εκείνα τα φρικτά όργανα βασανισμού που πίεζαν με βίδες το κρανίο. Αναρωτήθηκε αν κάτι συνέβαινε πλέον με το δικό της κεφάλι.

Ασυναίσθητα, το βλέμμα της έπεσε πάλι στον τοίχο της κουζίνας όπου την είχε σπρώξει αυτός εκείνη τη νύχτα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Αλλά ήταν μια διαφορετική φορά. Θυμήθηκε πάλι τα μάτια της μικρής που τους κοίταζε, στον αλλόκοτο κι ενήλικο χορό της βίας, να ανοίγουν διάπλατα, πιο διάπλατα από ό,τι είχε δει ποτέ μάτια ν’ ανοίγουν. Μετά, κι ενώ άκουγε το γδούπο του δικού της κεφαλιού καθώς τινάζονταν πίσω απ’ την ξαφνική ώθηση στο θώρακα, ενώ κολυμπούσε λοιπόν στον αέρα σαν κολυμβήτρια σε εκτίναξη για ύπτιο, θυμήθηκε τα μάτια της μικρής να σκεπάζονται από μια διάφανη μα γυαλιστερή αυλαία, πίσω απ’ την οποία δε μπορούσες πια να δεις.

Σκέπασε τη μικρή με την ειδική κουβέρτα, με τον πεσμένο κύβο της ακόμα δίπλα της. Γύρισε στην πολυθρόνα της και ξανακοίταξε τον τοίχο της κουζίνας. Στο σημείο όπου είχε σημειωθεί το συμβάν, παρατήρησε, έλειπε ακόμα ένα κομμάτι σοβά. Απ’ το αίμα της, απεναντίας, δεν έβλεπε ίχνος. Δεν είχε τρέξει έτσι κι αλλιώς και πολύ.


Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη και είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει πρόζα και ποίηση σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά στη Βρετανία, την Κύπρο και την Ελλάδα. Έργα του είναι: Απ’ το μάτι της βελόνας. Αρχείο ελλειπτικών παρορμήσεων (Galerie Astra, εκτός εμπορίου, Αθήνα, 2010), Το βιβλίο των μικρών συλλογισμών (Galerie Astra, Αθήνα, 2011), και Πολλαπλότητες του Μηδενός (Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2020)

[εικόνα: Πάνος Κεφαλάς]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s