6 Ιουνίου, 1916.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα στο ραδιόφωνο μεταδίδονται οι στίχοι από ένα ποίημα του Πολ Βερλέν: «Οι μακροί στεναγμοί των βιολιών του φθινοπώρου λαβώνουν την καρδιά μου μ’ έναν λήθαργο μονότονο».

Ξεκίνησε! Συλλογιέμαι: Τι θ’ απογίνουμε όλοι εμείς; Τι θ’ απογίνω εγώ;

«Και τον χαμό… Χρέος πικρό… Πού είσαι; Πες μου… Εδώ μακριά σου…».

Η νύχτα είναι κατακόκκινη λουσμένη στο φως του φεγγαριού και του έρωτα. Αναστενάζω. Σφίγγω επάνω στο στήθος μου το γυμνό σου σώμα. Το άγαλμα της νύχτας θα πρέπει αναγκαστικά να σπάσει στα δύο.

Γίνε το σώμα μου, που θα μείνει πίσω, το χέρι, το πόδι, το μάτι, τα χείλη, η καρδιά. Είμαι δύο φωνές ταυτόχρονα. Η μία χάνεται και η άλλη δυναμώνει. Γίνε η δυνατή φωνή μου. Η φωτιά που θα καίει στα μετόπισθεν. Το κανάρισμα της σάλπιγγας στον ήλιο.

Γίνε άλλοτε ο ανεμοστρόβιλος και άλλοτε ο ωκεανός γαλήνης που χρειάζεται η κόρη μας.

Το δεξί μου χέρι χάνεται ανάμεσα στη φωτιά των μαλλιών σου. ‘Έχοντας τα μάτια μου κλειστά, φιλώ στοργικά το πίσω μέρος του λαιμού σου, που σε κάνει να λαχταράς την ανάσα μου.

Σε μυρίζω!

Μαζεύω λουλούδια και λιβάνι. Τα αφήνω στο προσκέφαλο σου να σε φυλάνε.

Σε κοιτώ. Κοιμάσαι βαθιά. Το σώμα σου τρέμει. Ίσως να βλέπεις στο όνειρο σου τι μέλλει γενέσθαι. Αναιμικά πρόσωπα. Πανουκλιασμένοι. Σε έναν κάμπο θανάτου, νεκροί που γύρω τους πεταρίζουνε γράμματα που ξεφεύγουν από τις τσέπες ή από τις μπαλάσκες τους καθώς του απιθώνουν χάμω.

Κάποτε, κοιτώντας με στα μάτια, μελαγχολικά, με ρώτησες τι είναι η τέχνη. Τότε δεν ήξερα να σου δώσω μια απάντηση.

Ξεκίνησε και πριν φύγω, χαϊδεύοντας το πίσω μέρος του λαιμού σου, θεωρώ ότι η τέχνη είναι όλο το σπουδαίο και όμορφο έργο που ήρθε πρώτα από το ατένισμα χωρίς τη συρρίκνωση προς το σκοτάδι.

Στη πιο σκοτεινή νύχτα, έτσι πάντα θα κοιτώ ψηλά πλησίον ενός σημείου στον ουρανό του Β. ημισφαιρίου.

Ο λαιμός σου θα είναι η πυξίδα μου.

«Όταν ανοίγεις τα μάτια», μου είχες πει, ο χρόνος στοργικά τα φέρνει όλα όσα καρτερείς.

Θα γυρίσω σύντομα. Στο υπόσχομαι. Πρέπει να γυρίσω από τον πόλεμο της λάσπης και τις ποντικότρυπες. Ελπίζω το «καλοδεχούμενο τραύμα».

Ήρθε η ώρα να κάνω έρωτα με τον έσχατο πόλεμο. Θα πολεμήσω για το επίδομα και τη σύνταξη σου! Ήμουνα τίμιος άνθρωπος πριν από τον πόλεμο, τώρα ήρθα εδώ για να σκοτώσω. Έγινα κτήνος!

Σ’ αγαπώ.

Η υγεία (μου) είναι καλή. Μη χολοσκάς για ’μένα. Τα γράμματα είναι σπάνια. Σου γράφω με οποιονδήποτε κίνδυνο να μην ξέρω αν η επιστολή μου θα φτάσει. Αντίο ούτως ή άλλως. Τα πιο γλυκά μου φιλιά και ένα μακρύ χάδι.

«Και τον χαμό… Χρέος πικρό… Πού είσαι; Πες μου… Εδώ μακριά σου…».

Dieu est avec nous (Ο Θεός μαζί μας).


[φωτογραφία: A Portuguese soldier giving a goodbye kiss to his wife before departing to the front in France, 1916 – Πορτογάλος στρατιώτης δίνει αποχαιρετιστήριο φιλί στην σύζυγό του πριν αναχωρήσει για το γαλλικό μέτωπο]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s