3 ποιήματα | Γιώτα Αναστασιάδου

giota anastasiadou

[ Απορία ]  

Πιο μόνη νιώθω το καταμεσήμερο
Ιούλιος τρεις και μισή το μεσημέρι
ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ
Ματαιώσαμε το γάμο

Εσύ
με καλοσχηματισμένη τη γραβάτα
να παραδέχεσαι πως τα νερά είναι βαθιά εδώ
ζεστή αυτή η ώρα

Εγώ
μες το λευκό μου νυφικό
στενό
πού να χωρέσει τόση αμφιθυμία

Τα παιδιά μας
μικρά και αγέννητα
να ορίζουν τις ζωές μας

Κάγκελα φόρεσε το καλοκαίρι
κι Εμείς
ελεύθεροι
να ταρακουνάμε τα δοκάρια

Άραγε θα ήταν καλύτερα έτσι;

***

[ Όταν με πυροβολώ ] 

Όταν με πυροβολώ
δεν τραβάω την σκανδάλη

Όταν με πυροβολώ
δεν κοιτάζω με αφοσίωση τα παιδιά μου

Όταν με πυροβολώ
δεν ενημερώνω έγκαιρα τον σύντροφό μου

Όταν με πυροβολώ
δεν φιλώ γλυκά στο μάγουλο τις αδελφές μου

Όταν με πυροβολώ
παγερά και αδιάφορα διαβάζω τα νέα της ημέρας

***

[ Απενεργοποιημένη ]

Ένα κομμάτι του εαυτού της ξεπήδησε
και σύρθηκε εκεί έξω

Το αφήνει που και που
για να εξετάσει την συμβατότητα
με τις μηχανές και τα τεχνοκρατικά κρεβάτια

Ασύμβατη
εις το διηνεκές

Τι ανακούφιση

Βγάζει τα καλώδια που την συνδέουν
με την άτυπη νοσηρότητα της υποτιθέμενης
και ξεπουλημένης ίσης ευκαιρίας

Γελοίοι

Επιστροφή στο σιδερένιο σώμα
Το γανωμένο στόμα

Αυτό που την έπαρση τώρα του συγχωρούν
γιατί σε απόσταση αναπνοής
θανάτωσε θανάτους

Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία | Μιχάλης Κατσαρός

katsaros

Θά σᾶς περιμένω

Θά σᾶς περιμένω μέχρι τά φοβερά μεσάνυχτα ἀδιάφορος –
Δέν ἔχω πιά τί ἄλλο νά πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τό τέλος μου
ἀνάμεσα σέ θρυμματισμένα πουκάμισα καί λεγεῶνες.
Θά περιμένω τή νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μέ ψυχρότητα γιά τίς ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπό τό χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπό τό χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγώ θά ξαφνιάζω τά πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καί τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μήν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τό μέλλον μας θά ἔχει πολύ ξηρασία.

***

(…)

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθώς προζύμι
ὁ σιδερένιος κλοιός θά ραγιστεῖ
τά ὄρη σας ὅπως πυκνά σύννεφα θά χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θά τρίξουν
στίς ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θά
σωπάσουν
καί θ᾿ ἀκουστεῖ ἡ φωνή μου:
«Οἱ νέοι πρίγκιπες μέ σάλπιγγες καί νέες
στολές
οἱ νέοι συμβουλάτορες οἱ νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι καί τά συμβούλια καί οἱ ἐπιτροπές
ὅλοι οἱ μάγοι προφεσόροι…»

Περιμένετε αὐτή τή φωνή.

Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.

* [απόσπασμα από το ποίημα Τό σχῆμα μου
της συλλογής Κατά Σαδδουκαίων]

Μαρμαρωμένος μέχρι τη μέρα της κρίσης | Φώτης Θαλασσινός

saratsis

Χθες στο νεκροταφείο είχε την ερημιά του στοιχειωμένου τόπου στις ταινίες τρόμου. Αυτή η απόλυτη σιωπή που στο τέλος σου δίνει τον κλαυθμηρισμό του πνεύματος που ίπταται σε μια άλλη διάσταση απ’ αυτή του υπαρκτού και αισθητού. Άκουγα σαν μεταλλικά αντικείμενα να κουρταλούν πάνω στις μαρμάρινες ταφόπλακες. Εμείς, προλάβαμε το καθεστώς της αγοράς οικογενειακού τάφου και κάναμε την μακάβρια επένδυση. Αργότερα, ο συγκεκριμένος νόμος άλλαξε και πια δεν επιτρέπεται η ιδιοκτησία της τελευταίας κατοικίας. Οι παλιότεροι νεκροί πλέον πρέπει να μπαίνουν στα οστεοφυλάκια και τα φρέσκα πτώματα να παίρνουν τη θέσης τους. Εγώ θα μείνω για πάντα στο μέρος μου. Μαρμαρωμένος μέχρι τη μέρα της κρίσης. Ήμασταν στον συγκεκριμένο χώρο με τον αδερφό μου και τον ρώτησα αν θα θαφτεί μαζί μας ή αν με την δική του οικογένεια θα πάνε σ’ άλλο τάφο.

Ο αδερφός μου, μου μίλησε για ένα συγκεκριμένο οικόπεδο στο νεκροταφείο στο οποίο υπάρχουν μαζικά θαμμένοι οι πρόσφυγες που θαλασσοπνίχτηκαν στην μεγάλη κρίση του 2015. Στο δρόμο της επιστροφής αναρωτιόμουν, υπάρχει ιερότερο κομμάτι γης απ’ αυτό; Να φεύγεις απ’ την πατρίδα σου γεμάτος όνειρα για μια καλύτερη ζωή και τελικά να βρεθείς ενταφιασμένος σε ξένα απ’ τα δικά σου χώματα. Ατελείς κύκλοι ζωής, σπαρακτικές ενθυμήσεις της ανθρώπινης θηριωδίας.

Είχαμε πάει τη μητέρα μας να ανάψει το καντήλι για τον πατέρα μου. Στο βάθος ένας άγγελος –τί όμορφοι που είναι οι γλυπτοί άγγελοι πάνω στα μνήματα– δεν μπόρεσα να τον πλησιάσω. Έπαιζα απ’ την γωνία που τον έβλεπα, ζωντανεύοντας τον με την πίστη μου. Νομίζω πως βλέπουμε αυτό που επιτρέπουμε στον εαυτό μας να δει. Ακόμη και για την όραση μας, ο αγώνας για την απελευθέρωση όλων των αισθήσεών μας, ίσως αυτό να εννοούσε ο Ρεμπώ όταν έλεγε πως κανείς γίνεται προφήτης μέσω μιας μακράς, απέραντης και λελογισμένης απορρύθμισης των αισθήσεων, ακόμη και για την όρασή μας, λοιπόν, πολλά ανείδωτα θα μπορούσαν να γίνουν φανερά. Κανείς καταλαβαίνει πως οι αισθήσεις του είναι σε μερική καταστολή μέσα στη νύχτα και τη σιωπή.

Στους Έλληνες Φοιτητές του Πολυτεχνείου, Με μιαν ανάσα, Νοέμβρ. 1973 | Pier Paolo Pasolini

…Το φασισμό εγώ τον έζησα στη χώρα μου, τον ξέρω.
Βασάνιζε, φυλάκιζε· σκότωνε μόνο το κορμί…
…Μα πάντα έμενε το αθάνατο σιτάρι του λάου μου… Όμως
έρχεται ο καιρός (στη χώρα μου ήδη έχει φτάσει)
που θα γνωρίσουμε τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της
“κουλτούρας”,
πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και
είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες…
Αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές
και τις ρουφάνε προς το κέντρο σα βρυκόλακες
αφήνοντας τα σώματα σκιές.

Φοβάμαι | Μανόλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ’κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ’σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.


*[το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1983
και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή]