Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών | Μίλτος Σαχτούρης

Στήν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τά λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τά χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τά χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ἄ! ναί εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα
Χριστούγεννα
τῶν Ποιητῶν.


[Από τη συλλογή Καταβύθιση, 1990]

Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου | Ειρήνη Ιωαννίδου

All-focus

Λεντ φωτισμός, η εξόρυξη της αγάπης σε μια φάτνη που αχνίζει στην προκυμαία. Παρακαταθήκη ενός προαναγγελθέντος θανάτου, η ξαφνική σύσπαση στον λαιμό. «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί». Με πόδια ανθρώπου στέκεσαι μπροστά στο θαύμα, στον ρηξικέλευθο λόγο ενός ποιητή, στη κόκκινη κόμη ενός κοριτσιού. Η υγρασία τρυπάει κόκαλα. Μια καρέκλα καφενείου, η σιωπηλή συμφωνία των βλεμμάτων.

Ένας κορμός στολισμένος με φωτεινές ενδείξεις στην άδεια τραπεζαρία. Εγώ θα περιμένω την μεταμεσονύχτια προβολή, μετά το δείπνο της αγάπης, όταν θα επιστρέψεις δίχως αποσκευές.

2 ποιήματα | Πάνος Κεφαλάς

Ηλύσια Πεδία

Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
κι να γυρνάς τα φτωχά μου βράδια
στα μέρη της ψυχής μου
εκεί που καμιά δεν τόλμησε ποτές της να φτάσει
στο μαύρο και στο άσπρο
εκεί που μου αρέσει να κρύβομαι από τα φτηνά κοιτάγματα,
για να με κρατάς στο τώρα σου
να μου φανερώνεις το αύριο.
Μαζί σου!
Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
από το παραθύρι μου να σε κοιτώ κρυφά να έρχεσαι
μα να πονώ στο κάθε γεια σου στο κλείσιμο της πόρτας.
καληνύχτα να μου λες
και να σε ρωτώ με άγχος
θα σε δω αύριο!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να καταστρέφεις τις σκέψεις μου με την εικόνα σου
τον χρόνο να μου κρύβεις που με αγχώνει
με τον τρόπο που εσύ μόνο μπορείς,
και να σε έχω να χάνονται τα πάντα.
Γαλήνη είσαι!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να αισθάνομαι την πνοή και τον χτύπο της καρδιάς σου
είσαι εκεί, σε νιώθω,
δεν σε κοιτώ αλλά με κοιτάς,
χαμογελάς το ξέρω!
Αύριο θα σε δω αγάπη,
το ξέρω.

***

Αόρατο

Είναι δύσκολο να ποθείς κάποιον πάρα πολύ,
να κοιμάσαι με την σκέψη του τα βράδια,
να ονειρεύεσαι την ζεστή αγκαλιά του,
το απαλό άγγιγμα του προσώπου του,
το βλέμμα σου στο βλέμμα του,
να ταξιδεύεις στο μυαλό του,
να ζεις όσο ζει,
να πιστεύεις όταν πιστεύει,
να υπάρχεις ίσως γιατί υπάρχει,
να σε αγγίζει και να κλαις,
να τον ποθείς και να τον θες,
να τον αγαπάς και να σε λατρεύει,
όμως είναι τόσο δύσκολο να ξέρεις ότι εσύ τον θες
και δεν τον βλέπεις.

Λαϊκό | Ηλίας Κουρκούτας

Είμαι κι εγώ
μια πέτρα μοναχή,
μικρή στο σώμα σου
παρανυχίδα,
ένα φεγγάρι αφορισμένο,
ένα σύννεφο
που ψάχνει τη βροχή του,

Τα αισθήματά σου
αδέσποτα σκυλιά,
δαγκώνουν τη σάρκα
της αγάπης μου,
μονάχη μου,
μια ρόγα μασημένη,

σκέτη θλίψη,
σκέτο κλάμα,
στις ράγες
ενός απόμερου
σταθμού,
ενός τραίνου
που δεν λέει
να φύγει

Είναι εποχή πολέμου,
οι αιώνες κι οι άνθρωποι
συγκρούονται
κι εγώ αιχμάλωτη
φυλακισμένη,
στο στρατόπεδο ενός πόθου
προδομένου

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Ένα κι ένα κάνουν δύο | Αντιγόνη Ηλιάδη

I.
Ένα κι ένα κάνουν δύο –είπες–
αλλά εδώ είμαι μία που νιώθω μισή
φιλάω γρήγορα κι εσύ αργά
θέλω να χορτάσω πριν τελειώσουν τα όνειρα
ρώτησες γιατί δεν γράφω για εσένα
σου είπα ότι δεν ξέρω να γράφω ποιήματα
και ύστερα σκέφτομαι τα μακριά σου μαλλιά
πόσο θέλω να τα τραβήξω δυνατά
για να φέρω τα χείλια σου στα δικά μου
αν γράψω για ’σένα θα πρέπει να σου
ξεσκίσω τους τοίχους σου
για να μάθεις να τους γκρεμίζεις καλύτερα
θα πρέπει να διασχίσω τις γραμμές του εγκεφάλου σου
και να κατέβω στη στάση που μυρίζεις
μία κολόνια που μου θυμίζει κάτι άλλο
αλλά όχι – μόνο εσένα.
Μόνο εσένα.

II.
Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε,
είχαμε πει να πάμε για μπίρα κι εγώ ήδη είχα πάρει κρασί
κρυμμένος πίσω από τις αδελφές που δεν δείχνουν έλεος
με τράβηξες στα ανατολικά
μία ξύλινη πόρτα κάτω από έναν κισσό για να μας
τραγουδήσει ο τύπος με το ανοιχτό πουκάμισο που βγήκε από το ’80
το σαν παλιό σινεμά
να φάω το πρώτο μου σαλάμι
και να είσαι εσύ να με κοιτάς από πολύ κοντά.
Λίγο πριν κλείσουν όλα
κάτσαμε σε ένα παγκάκι για μία μπίρα
μιλώντας αδιάκοπα μέχρι να πάει δώδεκα παρά
σιχτιρίζοντας την απαγόρευση
παίρνοντας η μία από τον άλλον
μία πρώτη πρόγευση. Διαβάστε περισσότερα