I.
Ένα κι ένα κάνουν δύο –είπες–
αλλά εδώ είμαι μία που νιώθω μισή
φιλάω γρήγορα κι εσύ αργά
θέλω να χορτάσω πριν τελειώσουν τα όνειρα
ρώτησες γιατί δεν γράφω για εσένα
σου είπα ότι δεν ξέρω να γράφω ποιήματα
και ύστερα σκέφτομαι τα μακριά σου μαλλιά
πόσο θέλω να τα τραβήξω δυνατά
για να φέρω τα χείλια σου στα δικά μου
αν γράψω για ’σένα θα πρέπει να σου
ξεσκίσω τους τοίχους σου
για να μάθεις να τους γκρεμίζεις καλύτερα
θα πρέπει να διασχίσω τις γραμμές του εγκεφάλου σου
και να κατέβω στη στάση που μυρίζεις
μία κολόνια που μου θυμίζει κάτι άλλο
αλλά όχι – μόνο εσένα.
Μόνο εσένα.

II.
Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε,
είχαμε πει να πάμε για μπίρα κι εγώ ήδη είχα πάρει κρασί
κρυμμένος πίσω από τις αδελφές που δεν δείχνουν έλεος
με τράβηξες στα ανατολικά
μία ξύλινη πόρτα κάτω από έναν κισσό για να μας
τραγουδήσει ο τύπος με το ανοιχτό πουκάμισο που βγήκε από το ’80
το σαν παλιό σινεμά
να φάω το πρώτο μου σαλάμι
και να είσαι εσύ να με κοιτάς από πολύ κοντά.
Λίγο πριν κλείσουν όλα
κάτσαμε σε ένα παγκάκι για μία μπίρα
μιλώντας αδιάκοπα μέχρι να πάει δώδεκα παρά
σιχτιρίζοντας την απαγόρευση
παίρνοντας η μία από τον άλλον
μία πρώτη πρόγευση.

III.
Τη δεύτερη μου έφερες ένα βιβλίο για γενναία γαστριμαργικά
ήθελες να κτίσεις γέφυρες μέχρι τότε και ήξερες να το κάνεις καλά
όσο σε περίμενα στο μπαρ με κοιτούσαν άλλα αγόρια
κι όταν ήρθες εσύ ήταν σαν να εξαφανίστηκαν όλα
έλεγα στην εαυτή μου να σε βλέπω φιλικά
για να καταλάβω την ιστορία της μαμάς σου και του θανάτου
του παππού σου διαφορετικά
μου άρεσε πως έλεγες πως ήξερες αυτόν τον σνομπ μπάρμαν
που μου γέλασε μόνο μαζί σου
ενώ εγώ έγραφα στη μνήμη μου
πώς είναι και πώς ήταν
το ύφος σου, ο τόνος και η φωνή σου
σε έβγαλα φωτογραφίες στις πολυκατοικίες
με την καινούργια μηχανή σου
και με ρώτησες τι άλλο μένει να κάνουμε
κι ήθελα να σου πω
όλου του κόσμου τα πράγματα
μα επειδή δεν γίνονται θαύματα
είπαμε γεια
με μία επί τρία
παρατεταμένη αγκαλιά.

IV.
Την τρίτη φορά έφαγες την καλύτερη μπριζόλα της πόλης
κι εγώ σε κοιτούσα γεμάτη θαυμαστικά
ενώ χόρευες στο αυτοκίνητο δυνατά
και μου έλεγες ιστορίες από παλιά γκοθάδικα
τι ωραία που περπατήσαμε όσο προλάβαμε μαζί
ώσπου να φτάσουμε
πάλι σε ένα παγκάκι που μας έλουζε το ψύχος διθυραμβικά
ενώ μας πουλούσε αντιανεμικούς αναπτήρες ένας τύπος
στη μέση που είχαμε κρυφτεί του πουθενά
να νιώσουμε λίγο καλύτερα πλάι στη θάλασσα
στο αυτοκίνητο ακούγαμε τις μουσικές σου
ένιωθα πως είναι όμως μόνο δικιές σου
ακόμα δεν ήταν δίκαιη η μοιρασιά
σε αποχαιρέτισα πριν τις δώδεκα
και με άρπαξες πνίγοντάς με στα φιλιά
σου είπα έλα σπίτι μου να κοιμηθούμε
δεν ήθελα γρήγορα να αποχαιρετιστούμε
μετά από αυτό, έτσι απλά.

V.
Κάθε επόμενη φορά σε περίμενα
να ανοίξεις μία νέα σελίδα
να μου κάνεις τράκα ένα τσιγάρο
να πούμε για όλα εκτός από τον χάρο
και να είμαστε μαζί από τις εννιά το βράδυ
ως της επόμενης το μεσημέρι
περίμενα να με αγκαλιάσεις στο κρεβάτι
να με κοροϊδεύεις για να γελάω
να με φιλάς για να σταματάω
να βλέπουμε ταινίες μαζί ως το χάραμα
είναι πιο ωραίο να μένουμε παρέα έκθαμβοι
αφού μας αρέσουν τα ίδια
στο είχα πει ότι έχουμε κοινά
κι εσύ τα έβλεπες καλά κακά
κι όμως τόσο δύσκολο είναι μία άκρη να βρεθεί
σε αυτόν τον αυτόχειρα κόσμο
που οδεύει σταδιακά προς την αυτοκαταστροφή
μα στο λέω, μωρό μου, κάνε υπομονή
ας είναι όλα κόκκινα και διακοπτόμενα
κι αποσπασματικά
τις ιστορίες μας μόνο να λέμε κι αυτό αρκεί
για να κάνουμε όσο έρωτα θέλουμε
και λίγο παραπάνω
στα κρυφά.

VI.
Μου αρέσει που δεν είσαι απλός
που είσαι κλειστός και ανοιχτός
μα μέσα σου καίγεσαι να με ακουμπήσεις
και φοβάσαι να με αφήσεις
που κάνεις τη συζήτηση χαοτική
που με δαγκώνεις εκεί κι εκεί
που με στοιχειώνεις με σκέψεις
και που κάνεις λογικές προβλέψεις
που δεν σε παίρνει η φασαρία
που εκτιμάς τη φλωριά και την αλητεία
που είσαι είρωνας κι ωμός
μέχρι να σε φιλήσω και να σε
λυγίσω ολοσχερώς.

Μου αρέσει που μου μαγείρεψες
που σκούπισες για να είναι όλα πιο καθαρά
που θέλεις τα μαλλιά σου λαμπερά
που με φωνάζεις πού και πού αντιγονάκι
που σιάζεις τα παπούτσια μου στο πατάκι
που μοιάζεις με του χιούμορ αστυνόμο
που μετράς τις κινήσεις σου με μετρονόμο
μου αρέσει που αγαπάς αυτό που κάνεις
που τα κακά αστεία μου τα παραπιάνεις
που με φιλάς μέσα στα ρουθούνια και στα αυτιά
που με αφήνεις να κοιμάμαι στα ντοκιμαντέρ πάνω σου
και να ακουμπάω τη δεξιά σου πλευρά
γιατί ξέρεις εσύ,
ένα κι ένα κάνουν δύο
κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ είσαι εκεί.

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s