Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

V

Στενά καντούνια και μπουγάδες κρεμασμένες, σα χειραψίες αλληλέγγυων σπιτιών, καταμεσήμερο Αυγούστου. Μ’ οδήγησες μες το λαβύρινθο σαρτεύοντας σαν το τραγί, ήξερες καλά τα μονοπάτια, τα σπούδαζες. Δε φοβήθηκα ποτέ μήπως χαθούμε μα, θέ μου, πώς το ευχόμουνα!

Φτάσαμε στην Κρεμαστή. Γύρω απ’ το σκαλιστό, βενετσιάνικο πηγάδι θαρρούσες όλα πως συμβαίνανε με το δικό τους, αθόρυβο ρυθμό, κάτ’ απ’ την βουκαμβίλια. Σιωπηρά, να μην τ’ ακούσει ο διάολος και ζηλέψει.

Ένα καντηλέρι εκκρεμούσε ολομόναχο, κάτω από τ’ ασβεστωμένο υπόστεγο το εδώ κι εκεί ρυτιδωμένο από πανάρχαιες φαιές πορείες βροχών πού’ χαν στεγνώσει. Η εκκλησία μού’ πες σπάνια λειτρούγαγε, γάμων εξαιρουμένων.

Κάθισα στο φιλιατρό του πηγαδιού. Έτοιμος ο κόσμος γύρω να μουχρώσει μα ο ήλιος πάνωθε σκερτσάδος το βιολί του. Δάγκωνε πότε από το σκούρο τετραγωνισμένο σύκο των σπιτιών, πότ’ από τ’ αγίνωτο ροδάκινο κι ύστερα λιγωμένος, με τα ζουμιά να τρέχουνε ακόμα απ’ το πηγούνι του, πίσω απ’ τα σύννεφα κρουβήνονταν κρυφοκοιτώντας μας με νόημα.

Όσο που να πέσει η νύχτα του κρατούσα αμάχη. Ύστερα τον συγχώρησα. Είχε βρει η αγκαλιά το ταίρι της κι εκείνος πια μονάχα έμμεσα μπορούσε να κοιτάζει.

VI

Ήταν πανσέληνος και το φεγγάρι φόραγε μια προσωπίδα ερυθρόδερμη. Το αδερφάκι του άφηνε στη θάλασσα μια πυρκαγιά μακρόστενη σα μιναρέ.

Ο κόλπος της Γαρίτσας δεξιά, η Κόντρα Φόσσα απ’ τα ευώνυμα κι εμείς στο κέντρο να μικραίνουμε ρεμβάζοντας το Απόλυτο, το διάρρηκτο ξεγκαστρωμμένο ρόδι του κόσμου. Πιο κει οι καταμαρτυρώντας το Άρρητο, οι αγρικώντας τον τριγμό της πλάσεως, οι θωρητές του άθωρου αγιασμού, κάτι στρωτοί λεβέντηδες αδιόρατοι.

Διαγώνια στραφτάλιζαν οι πόρπες της νυκτός, ο Δίας κι ο έκπτωτος πατέρας του που ίσα που φαίνονταν, γόνοι αλλόμορφων θεών πεκάδων κι ομπιασμένων. Από καιρού εις καιρόν μου κάθονταν πως μπόραγα ν’ αφουγκραστώ το χρόνο που έπηζε μετέωρος για μια στιγμή κι ύστερα πάλι κατρακύλαγε βουώντας προς τις Στήλες.

Τα ρέστα τ’ άστρα τα ετεροθαλή στο βάθος σπάραζαν.

VIII

Καθίσαμε κατάκοποι απ’ το πολύ περπάτημα και παραγγείλαμε δυο τσιτσιμπίρες. Κόσμος πολύς που πηγαινόρχουνταν σαν άοκνη αποικία υμενόπτερων κι εμείς ακίνητοι σ’ ένα μικρό καφέ απέναντι απ’ το Δημαρχείο. Εμείς κι οι Άλλοι, το φαντάζεσαι;

Πήρα το ιδρωμένο μπουκάλι και σε κέρασα. Άφησα το χέρι μου λιγάκι παραπάνω αναπαμένο στο ποτήρι, ν’ απαντηθεί με το δικό σου καθώς έπαιρνες να πιεις. Μου χαμογέλασες. Σ’ έκαψε λίγο η πιπερόριζα.

Είναι τα λάφυρ’ από τη ζωή μας πενιχρά. Μα  ε ί ν α ι  λάφυρα.

IX

Κάθε πρωί ξυπνώ με τα κρωξίματα των γλάρων τα κρεμάμεν’ αρμαθιές απ’ το μικρό φεγγίτη. Κατόπιν και τσιτώνοντας τ’ αυτιά μου κατορθώνω να διακρίνω ανάμεσα στα λόγια τους, πότε χαρούμενα και πότε θλιμμένα, ένα “έλα” να επαναλαμβάνεται κι ευθύς ανθίζουν πάνω στην καρδιά μου χιλιάδες πολύχρωμα, σουβλερά τριαντάφυλλα.

X

Πόσο αμάραντες κι ανάλεκτες οι Πέμπτες του Αυγούστου!

Εγώ σαν οριζόντιο ταύ κι εσύ σαν άπειρο ορθό ή σαν οχτάρι μοναχά με τα βαφτιστικά σου ρούχα και με μια πλημμυρίδα φως φορώντας σα βροχή κρησαρισμένη απ’ τους ευκάλυπτους.

Όλα πρέπει τώρα  γ ρ ή γ ο ρ α  να γίνουν.

Γρήγορα, προτού Κείνοι γυρίσουν κι η αποδέλοιπη βδομάδα καταπιεί το μόλις όνειρο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s