Ιούνιος, 1917.

Στο άγριο σκοτάδι του πολέμου, καθώς έρχεσαι αντιμέτωπος με το θάνατο, η «ματιά», η μόνη σωτηρία, εσύ αγαπημένη μου σε κάθε αντίο των πράσινων ματιών σου στο σιδηροδρομικό σταθμό, στην εξώπορτα του σπιτιού μας, στο νυχτερινό παιχνίδι του ύπνου.

Αυτή η «ματιά», που συνδέει το μάτι με την ψυχή μας, σαν άλλο οπτικό νεύρο, είναι ένα κόκκινο κουβάρι που μέσα στο απέραντο σκοτάδι του χωματένιου στήθους μου, παλεύω μανιωδώς να βρω, να γραπώσω, για να βγω από το σπήλαιο του θανάτου. Θα βγω; Θα ξαναδώ τα μάτια σου;

Ζω σε μία κρίσιμη στιγμή της υπάρξεώς μου, ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός άλλου που ακόμα δεν έχει γεννηθεί. Ο πόλεμος που θα τελειώσει τον πόλεμο, είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Η ανώτερη αρετή σε κάθε σφύριγμα του διοικητή καθώς καβαλάμε τα συρματοπλέγματα της πρώτης γραμμής, δεν είναι άλλη παρά να μάχεσαι για την ελευθερία. Μα εγώ αγαπημένη μου δεν βλέπω την ελευθερία στο σπήλαιο που βρίσκομαι. Μόνο μια χούφτα τριών γενεών πρωτόγονων ανθρώπων, στοιβαγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο κολλητά, μέσα στη βροχή και τη λάσπη. Ήμουν τίμιος άνθρωπος πριν από τον πόλεμο, τώρα ήρθα εδώ για να σκοτώσω και να σκοτωθώ.

Κάθε φορά που καταφέρνω να βρω το κόκκινο κουβάρι και το ακολουθώ, η «ματιά» με φέρνει αντιμέτωπο με τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Φωνές, ουρλιαχτά, οβίδες και λάσπη. Κι εγώ χωμένος μέσα στη γη, μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο μάχης με παράλληλες γραμμές και απειράριθμά ορύγματα. Η γη! Πλημμυρισμένη από νερά, νερόλακκοί, μεγάλες τρύπες σα χωνιά και συρματοπλέγματα. Τι είναι ο πόλεμος; Ένα δίκτυο χιλιομέτρων, με σακιά νεκρών ψυχών να τα ποδοπατούν άλλα σακιά μελλοθάνατων ψυχών. Παντού θωρώ σακιά.

Ανασηκώνω το χέρι μου να πιάσω το κόκκινο κουβάρι για να βγω. Να έρθω σε εσένα. Η χλαίνη γιομάτη αίμα. Κάτω από τη μεγάλη γαλάζια σουπιέρα που φορώ για κράνος, ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, η φλόγα σιγοσβήνει. Σ’ ακολουθώ «ματιά» μου, μα δεν θωρώ τα πράσινα σου μάτια. Δεξιά νιώθω τον τρόμο. Ζερβά τη σιωπή. Κι ανάμεσα στο χωματένιο στήθος μου είναι μονάχα ο θάνατος.

Κινώ να βγάλω μια κραυγή. Κατάφερα να πιάσω το κουβάρι. Σέρνω το ανεμικό κορμί μου έξω από το σπήλαιο. Εκλιπαρώ να είσαι εκεί όταν τα μάτια μου θα ανοίξω.


Στρατιωτική ποίηση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου
Από το συλλογικό Chemins des Dames – Ο δρόμος των κυριών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s