Νίκος Στέφανος Κωσταγιόλας - Φωτογραφία - Αντίγραφο

XV

Και ιδού σκαρφαλωμένο στην κορφή του χαμηλού λοφίσκου το Γαρδίκι, μάχονταν να παραβγεί του χρόνου ακόμα με ρομφαίες και σάρισες. Εκείνος πάλι, κατάτι προσαρμοστικότερος, κουβάλουνε στις πλάτες του τ’ απομεσήμερο πάνω σε καναδέζες. Από κάπου πέρ’ ακούγονταν οι ξανθωποί απόγονοι κάποιων Βαράγγων, να βλαστημάνε στα κορφιάτικα.

Πιο δω, ανάμεσα στους ρημαγμένους πύργους και τα μπεντένια που ακόμη κάπνιζαν, δακρύζανε κάτι Παλαιολόγοι.

XVI

Κι εκεί βρισκόμουνα κάτ’ απ’ το σούρουπο με δίπλα μου το ενετικό κουφάρι, να φτύνει κουτσοδόντικο στο Κάπο Σίδερο τ’ απομεινάρια του.

Απέναντι το διάπυρο κουβάρι του ήλιου όλο μπατάριζε και πλάι του το Άφθαρτο του Παρμενίδη βαθμιαία ν’ απεκδύεται το κοσμικό κουκούλι του, μια φλούδα τη φορά επ’ άπειρον. Ο αέρας γύρω μου ο αρτιγενής ανέδιδε κάτι από νέσπολες κι ουρανοσύνη.

XVIII

Βαρύς από του κόσμου τ’ ανισόπεδο έσγουψα κάτω από το πετραχήλι του Άστρου κι εξομολογήθηκα. Έμεινα στο νερό όσο που εγρούβιανα κι ύστερα πάλε διάφανος – σχεδόν λ ε υ κ ό ς – προσάραξα στον πόντε. Έσταζ’ από πάνω μου όλ’ η σοφία γδυτή και μπήγονταν ανάμεσα στις πέτρες ώσπου στέγνωνε, αφήνοντας βαθιά, ανέσπερα βουλιάγματα. Μια καβουρομάνα με ζύγιαζε, πότε μπαίνοντας και πότε βγαίνοντας στη Μαύρη Τρύπα, ασίγουρη.

Ξάφνου μου κάστηκε πως πρόβαλε μες απ’ το πούσι ωσεί κατάφορτο γκαζάδικο ή τάνκερ χαλκοφορεμένο το τοκάδο τέμενος του Ηράκλειτου, κατά πάνω μου ερχόμενο με τα όσα. Έπειτα τίποτα. Μονάχα ένα χωρίο απ’ την Ορέστεια, κι ετούτο ανάστροφο:

Π ᾶ σ α ν νομίζετ’ εὐτυχεῖν, πρίν ἄν θάνῃ.

XXI

Τι νά’ ναι αυτό που σείει μετά τις τρεις τα παντζούρια και τους πολυελαίους;

Να’ ναι κάποιου σιδηρού πετούμενου το πέρασμα ή σάμπως νά’ ν’ εκείνος ο λαγωνικός, ο επάρατος, ο συνομήλικος του ανέμου που αλύπητα σφουράει μες απ’ τα διχαλωτά παράθυρα;

Τι τάχα να’ ν’ εκείνο που φεγγρίζει ξημερώματα της Παναγιάς μες στις μολόχες τα δάχτυλ’ ανατρέποντας; Τί κείνο που μας μέμφεται στα κρίνα κορδωμένο; Τι μας ορέγεται πασπατευτά μεσ’ απ’ τα φινιστρίνια του ύπνου;

Να’ ν’ οι βαγιοφόροι Αυλητές; Νά’ ναι τ’ αρούκατο ασκέρι του Διονύσου; Ή μήπως νά’ ναι κείνο το σερνάμενο, τ’ ακατανόμαστο, το κερασφόρο κτήνος, κείνο που γκώνεται το καταπέτασμα, το με τις μυριάδες απολήξεις;

Όχι, μόνον δειλοί πρωτάρηδες λυγίζουν και δαγκάνουνε τη νύχτ’ από τ’ αυτί. Τίποτε για τους άλλους πιο απατηλό απ’ το κενό που φως καμώνεται. Τίποτε για τους άλλους πιο ιερό από το φως που συστρεφόμενο επιστρέφει στο σκοτάδι.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το τραγούδι του ιεροφάντη και η γενεαλογία του φωτός (αποσπάσματα) | Νίκος Κωσταγιόλας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s