3 ποιήματα | Τσιμάρας Τζανάτος

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο
αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει
για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά του κόσμου
πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στο σβέρκο
Διάφανος σαν σύννεφο
αλλά με καμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω στο χέρι μόνος μου το βράδυ.
Το βρίσκω στεγνό το πρωί.
Το ξαναφορώ.

***

Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα.
Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής.
Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει,
επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται, ζει.

Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε.
Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται.
Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει.
Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται.
Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες.
Που πολύ μετά, αντιλαμβάνεσαι πως συντελέστηκαν.

Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία.
Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι
να μην έχεις καθημερινότητα.
Καμιά.

***

Ζούμε μνημονεύοντας.
Τρώμε παξιμαδάκια τις ζωές μας
Ρουφάμε τις λύπες μας με τον καφέ μας
Με ένα φτηνό κονιάκ συνοδεύουμε τους έρωτές μας.
Οι καλημέρες μας – χούφτες κόλλυβα.
Έτσι συγχωρνάμε.
Τον πεθαμένο.
Εαυτό μας.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ: “Η βία του βίου”

2 ποιήματα | Κώστας Ριτσώνης

Έφυγες
αφήνοντας το άδειο πακέτο απ’ τα τσιγάρα σου

θα προτιμούσα
να είχες αφήσει την καρδιά σου

***

Η μοναξιά μου
δεν παρηγοριέται με τερτίπια
θέλει χάδια ειλικρινά

κι ένα γραμμάριο ψευτιάς φτάνει
για να της χαλάσει το κέφι
που της προκαλούν τσουβάλια
αφοσίωσης και τρυφερότητας


*από την συλλογή Πουλιά και Ψίχουλα (σελ. 22, 31), Ποιήματα των Φίλων, Αθήνα 2001

Γιάννης Σγουρούδης: Σημείωμα για την ποιητική συλλογή “Ναίφως” της Φυλλένιας Σφουγγάρη

Κάθε ποιητική συλλογή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα κομμάτι από την πόρτα της ψυχής του συγγραφέα. Στις λέξεις της Φυλλένιας, συναντάμε ένα ρυθμό λυρικότητας και ποιητικής ουσίας.

Στο πέρασμα αυτό των ποιημάτων της, ακολουθούμε τον χορό των βημάτων της.

Ψηλαφίζουμε τον κορμό των λέξεών της όπως εκείνη αγγίζει το χώμα, τον καρπό της ποίησης με ένα δικό της ερωτεύσιμο τρόπο.

Στο ερώτημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας.

Η απάντηση της -πιστεύω- θα φανερωθεί στον χρόνο, αν κι εκείνη μέσα της γνωρίζει.

Θα τοποθετήσω ως καρφίτσα απόσπασμα από ένα ποίημα στο σύντομο αυτό κείμενο:

[ Τότε η πέτρα που πατάς δεν έχει στάλα δροσιά, μόνο φωτιά και πρέπει να γίνεις πυροβάτης ]

Χαρταετός | Στέφη Θεοδότου

Ξημέρωσε Δευτέρα. Καθαρά.
Κι είπα να πετάξω
σαν μικρός χαρταετός πάνω απ’ την πόλη
να χρωματίσω τον καθαρό μπλε ουρανό.

Κι από ’κει πάνω
είδα χωρίσματα πολλά…
Δωμάτια απροσπέλαστα
στο ίδιο μου το σπίτι.
Κατηγορίες χρωμάτων
για κατηγορούμενα συναισθήματα, πράξεις κι ανθρώπους
που ποτέ δεν άντεξαν να δουν
πως όλοι
είναι αποχρώσεις του ενός.

“Τι στοιβαγμένη απόγνωση!
Παραμέλησαν το μπλε βάθος τους σε μιαν ακρούλα
οργώνοντας επίπεδες εκτάσεις εγωισμού.
Δε βλέπουν
το τσουνάμι που ετοιμάζεται να τους πάρει και να τους σηκώσει,
στην δίψα του να ξεπλύνει κάθε λογής μικρότητα,
επιφέροντας την καθάρια ένωση.
Όπως έστρωσαν θα κοιμηθούν”, σκέφτηκα.

Έλυσα ευθύς το σχοινί μου από τη ρίζα μου
και συνέχισα να ταξιδεύω ελεύθερη
στο ανήμερο χάος.


*αφορμή έμπνευσης ο πίνακας “Bedtime Aviation” του Rob Gonsales