Οι τσιμούχες | Νίκος Λέκκας

Με το ουσιαστικά αντρικό φύλλο ένα είναι παραδεκτό. Για τις τσιμούχες των κωλόπανων, «το μπεγλέρι του κολομπαρά είναι τ’ αρχίδια του τεκνού», καθότι ποτέ δεν δέχτηκαν να βάλουν το «χέρι στην τσέπη» ούτε ως καύλα, ούτε ως αλτρουισμό να φάει ψωμί και κανένας άλλος. Μόνα τα κάτω και από μειράκια που όσο να είναι μεριμνούν πολλοί. Πόσα είδαμε και πόσα ακούσαμε. Από δακρύβρεκτα, από σπαραξικάρδιες ιστορίες, έως υπέροχες. Και από μάγκες, οι περισσότεροι τζάμπα – και τζαμπέ χορτάσαμε.

Και όλοι την είδανε άνθρωποι τις νύχτας. Χωρίς φράγκο στην τσέπη. Γιατί ντε και καλά, το άρρεν πρέπει να γίνει μάγκας. Ακόμα και στην ηλικία που τα «δωράκια» και τα κεράσματα δεν παίζουν. Στην δική μας ηλικία. Με τις όποιες πίκρες της γνώσης που οι μισοί πεθάνανε και οι άλλοι μισοί αλλαξοπίστησαν. Σαν τις αλλαξοκωλιές κάποιων διανοούμενων, που όταν «χάσαν το καρνέ τους, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να αλλάξουν φίλους». Ακόμα και στα θεϊκά μπαρ της Αχαρνών. Και οι εναπομείναντες παίζει να είναι με πεσμένα δόντια και ρυτίδες. Και για την διανόηση, κλαίουσα χήρα πια, που όσους γνώρισα μόνο το ξημέρωμα είδαν φώς. Για λίγο. Όσο κρατά ένα ολιγόλεπτο χάραμα. Μέσα και τα χασικλάκια. Που τα αλβανάκια προσφέρουν πούτσο έναντι αμοιβής, και τα ποτά κερασμένα. Αλλά τα πακιστανάκια –επίσης χασικλάκια– προσφέρουν κώλο, πάλι έναντι αμοιβής άλλα χωρίς ποτά, μιας και το απαγορεύει η θρησκεία τους. Αλλά ξέχασαν ότι η οποιαδήποτε θρησκεία με τις όποιες εκφράσεις της προτάσσει ήθος, κατανόηση και αγάπη αλλά και συγχώρεση και σιγά να μη κράτα διαιτολόγια και αλκοτέστ ο οποιοσδήποτε θεός.

Αλλά τα μπαράκια –αν και οι τσιμούχες αυξάνονται– συρρικνώνονται στην αρχή και κλείνουν μετά. Και τα κορίτσια, που πλαντάζουν με την «Μπαρόβια» της Τάνιας Ελληναίου, για να μη βαράνε μύγες, βάρεσαν λουκέτο με πρόφαση την κρίση. Αλλά δεν περίμενε κανένας να την βρίσκουν αλλιώς, χωρίς να έχουν εντρυφήσει στην αυτοβιογραφία της Γαβριέλας, ούτε καν στις Μπέττυς, και τα ποιήματα της Πάολας, χωρίς αυτά τα μίζερα άσματα. Και την πορνεία, όπως είναι γνωστό, μας την δίδαξαν βιβλία και μας την επικύρωσαν δίσκοι. Κάποιοι του Μαρίνου και ο μεταθανάτιος του Φώτη Παπαδόπουλου – που σίγα οι νέοι του χώρου να μην τους έχουν ακούσει.

Τα φύλα δεν έχουν κανένα νόημα. Και η αξιοπρέπεια αφορά όλους, ή τουλάχιστον θα έπρεπε, αλλά το γεμάτο πορτοφόλι για μερικούς, που όσο πάνε πλειοψηφούν. Αλλά δείχτε και μια κατανόηση στα κορίτσια. Από τον νεροχύτη στην μπάρα και το προγαμιαίο συμβόλαιο στην κωλότσεπη ή στο τσαντάκι για τον κάθε μαλάκα, είναι κατάντια. Κάθε επάγγελμα απαιτεί και την πρέπουσα σοβαρότητα, με οποιαδήποτε κοινωνικοποίηση από πίσω, με οποιαδήποτε στάση/βλέψη στην ζωή που στους περισσότερους είναι η μικροπρέπεια και ο ουσιαστικός συντηρητισμός. Και οι ιδεολογίες άσχετες.

Το παν στη ζωή πρέπει να είναι η Ηθική και η ουσιαστική Ομορφιά. Και αμφότεροι να κάνουν ένα τσεκάπ στο νευρικό τους σύστημα. Τζαζ είναι όλοι και μεγαλομανείς. Και από τσιμούχες χορτάσαμε όπως και από πουτάνες νέου τύπου. Και καλά κάνουν μερικοί που έχουν μπει στην σπηλιά τους, χωρίς να είναι το κλουβί τους, γλείφουν και θεραπεύουν τις πληγές τους και δόξα χημείες με όνομα και σφραγίδα φαρμακευτικής εταιρίας υπάρχουν για όλα τα γούστα, αλλά η χασικλίδικη νοοτροπία που επικρατεί άκρως διαφοροποιημένη, παραλλαγμένη και μίζερη το απαγορεύει για μια τάχα μου νορμάλ ζωή. Αλλά υπάρχουν τεκμήρια ενάντια σ’ αυτό το νορμάλ.

Τα ανακτηθέντα χέρια του παραδείσου | Πάνος Κεφαλάς

Αυτός που βλέπει το άπειρο σε όλα τα πράγματα Θέλ, πασχίζει λιγότερο να οικοδομήσει την Γκολγονούζα*.

Μου είπες: “Πήγαινε προς τη χώρα εκείνη, που σ’ όλη τη ζωή σου λαχταρούσες να γνωρίσεις”.

Μα ξέρω πλέον ότι η ποίηση και όλα τα πετάγματα της φαντασίας δεν είναι παρά οχήματα οραματισμού.

Μα καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, τα μικρά αυτά χαρίσματα που έλαβα με το πρώτο βούτηγμα του προσώπου στο αλμυρό νερό της υπάρξεως, έχασα την αίσθηση του μπλε κάτω από το χωματένιο στήθος μου.

Τότε ρώτησα: “Το άπειρο που θα το ξανάβρω;” Φώναξες, στα χέρια! Στη χόβολη της γης, έρημη, απέραντη! Φτιαγμένη από χώμα και αίμα.

Τα χέρια! Μικρά ποταμάκια, γιομάτα απέραντες φλεβίτσες. Να τα θωρείς από μακριά σε απόσταση, μέχρι να είσαι έτοιμος για αυτά. Στις ακτές τους νεκρική σιωπή. Μα ξέρουν να πείθουν.

Συλλογίζομαι!
Πόσο μου λείπει, μία γραμμή,
να ακολουθώ τα βράδια,
’κείνη τη γραμμή των χεριών σου,
στο βάθος της αβύσσου.

Λεπτές γραμμές,
κοφτερές, των χεριών σου το άγγιγμα.
Ξέρεις πόσο αξίζει ένα άγγιγμα;

Τα χέρια! Τα χέρια, που σπαρταρούν τις νύχτες, θα μου δείξουν το δρόμο. Μόνο αυτά ξέρουν πόσο μακριά από εμάς είναι ο Ουρανός.

Στο κενό ανάμεσα στον Κρόνο και τ’ αστέρια, εκεί θα με ακούς καλύτερα. Θα είμαι πιο κοντά.


*Γκολγκονούζα, μια πολιτεία της τέχνης και της φαντασίας. Από τον William Blake.
Ο τίτλος δανεισμένος από τον Ανακτηθέντα Παράδεισο του Milton.
Φωτογραφία: ©Πάνος Κεφαλάς

Ανασκαφές στον Ζυγό | Μάνος Χατζιδάκις

μχ

I.

Όταν ένα περιστέρι πάει να χαλάσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου, κοίταξε να το μεταπείσεις με το στόμα σου. Να το προσελκύσεις να σε φιλήσει. Το χειρότερο θα ’ναι να το διώξεις με μιά νευρική κίνηση του χεριού σου. Γιατί τότε και τα μαλλιά σου θα ξεχτενιστούν και το περιστέρι ποτέ δεν πρόκειται να σ’ αγαπήσει.

II.

Πηγή της γνώσης κάποτε ξεπήδησε απ’ τη γη σε χώρα αραβική. Όμως κανείς δεν έτρεξε να πιεί και να επωφεληθεί. Κι αυτή, για εκδίκηση, έγινε πετρέλαιο.

III.

Η σημασία των πουλιών δεν φανερώνεται σαν τα φονεύεις με το δίκανο σε φθινοπωρινό κυνήγι. Η σημασία των πουλιών υπάρχει μόνο όταν πετούν. Για να θυμίζουνε τον ξεχασμένο προορισμό μας, που είναι κάποτε να πετάξουμε κι εμείς.

IV.

Μην αποφεύγεις τους ανέμους. Περιέχουν αποκαλυπτικά μηνύματα φίλων νεκρών και συγγενών.

V.

Ανατομικά ο Χρόνος παρουσιάζει τα εξής φαινόμενα. Στην αρχή φανερώνεται ένας μολυβένιος ουρανός. Οι αρτηρίες των ωκεανών φωτίζονται εκτυφλωτικά. Μαύρα πουλιά οι περιφερόμενοι αναστεναγμοί. Σκιές οι θλίψεις των νεκρών. Το χρώμα γίνεται βαθυπράσινο. Μιά κόκκινη κηλίδα από αίμα στο βάθος μεγαλώνει. Μιά κραυγή. Το σχήμα εξαφανίζεται. Και μένει τέλος η απορία των καθηγητών μπροστά σε μία κατάμαυρη πλάκα ακτινογραφίας. Ο σκελετός του Χρόνου δεν έχει φύλλο. Είναι άντρας και γυναίκα μαζί.

VI.

Η αληθινή τέχνη είναι σαν τον Θεό. Περιέχει και σένα αλλά και τον εχθρό σου.

VII.

Οι πέτρες ξεσηκώθηκαν για ν’ ανασάνει ο δυόσμος. Μα φύγαν τ’ άστρα ’πό τη Γη και δάκρυσεν ο κόσμος.

VIII.

Όταν κοιτάς μιά γυναίκα σ’ εξαφανίζει. Όταν κοιτάς έν’ αγόρι, σ’ ανακαλύπτει.

IX.

Ποιός είναι αλήθεια ο πιό μεγάλος πειρασμός; Ο γιός του γείτονα που τόνε λένε Αριστογείτονα.

X.

Όποιος χαϊδεύει το πέος του δεν πάει να πει πως κατ’ ανάγκην αυνανίζεται. Μπορεί και να σκέφτεται. Αλλά, κι όποιος πάλι χαϊδεύει το πέος του δεν σημαίνει πως σκέφτεται. Μπορεί, και μάλλον, αυνανίζεται.


Μυθολογία Δεύτερη, Άγρα 1982

Ο μαθητής μου ο διαφορετικός | Νόνη Σταματέλου

noni

Τα μάτια του τα εφηβικά
ένοχα, αθώα και γλυκά
καθώς μιλούσε στην παρέα
για ποίηση κι άλλα ωραία

Ήταν στην τρίτη γυμνασίου
της τάξης απουσιολόγος
Κι εγώ μια κάτοχος πτυχίου
και διορισμένη θεολόγος
Σ’ ένα σχολειό της επαρχίας
με αίσθημα αποτυχίας
ρωτούσε πάντα κι απορούσε
με σιωπηλές μικρές κραυγές
στέλνοντας σήμα ες ο ες
“Πώς της αγάπης ο Θεός
είναι στ’ αλήθεια τιμωρός
Και πώς δεν δέχεται κοντά του
τα διαφορετικά παιδιά του;”

Ώσπου μια μέρα και μια άλλη
στην έδρα σκύβει το κεφάλι
“Συγγνώμη που ενοχλώ και πάλι…”
Και κλαίει μες στην αγκαλιά μου
Κι εγώ τα λόγια του από τότε
κρέμασα στα παράσημά μου
“Κυρία σας ευχαριστώ
που μου επιτρέπετε κι εμένα
να καταφεύγω στο Χριστό.
Γιατί τα παίρνω στο κρανίο
όταν μου γράφουν στο θρανίο
πώς είμαι γκέι και φυτό”

Εφηβική εξέγερση | Elisabeth Rynell

ΕΡ

Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να σ’ ανησυχεί
θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Όλα τα παιδιά θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας φοβίζει
Με το χρόνο θα ησυχάσουν
Δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν επικίνδυνα
Για κανένα
Μήτε ακόμη για τον εαυτό τους
Μήτε ακόμη για την ίδια τους τη σταδιοδρομία
Σύντομα θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Φωνάζουν στους δρόμους και τέτοια
Εντάξει
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
Μα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος γι’ αυτό
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
και πετούν αβγά στους χωροφύλακες
μπα
Άστους να πετούν
Θα περάσει κι αυτό
Όλα τα παιδιά θα φρονιμέψουν κάποτε
όταν θα ’χουν φωνή μεστή
και πάρουν διορισμό
και ευθύνη
μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας προβληματίζει
Όλοι οι φοιτητές κάνουν τα ίδια
Δεν πιάνουν καμιά δουλειά
Και έτσι πετούν αβγά στους χωροφύλακες
Βρίσκονται σε μια ανία
Και έτσι παίζουν τους αντάρτες
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Απλώς περιμένουν να μεγαλώσουν
και να ζήσουν μακριά απ’ τον μπαμπά και τη μαμά
Μετά θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Περιμένουν μόνο να γίνουν μεγάλοι
και δυσκολεύονται να βρουν δουλειά
Δεν υπάρχει τίποτε να μας ανησυχεί
Δεν υπάρχει τίποτε για να βάζουμε τις φωνές
Ίσως να έχουν τύψεις συνείδησης
και θέλουν να ξύνουν την πληγή
Ίσως να θέλουν να φτιάξουν καμιά ηθική
και έτσι φωνάζουν και θορυβούν
μπα
Σύντομα θα σταματήσουνε με τα πλακάτ
τα βρώμικα ρούχα
Σύντομα θα γίνουν φρόνιμα σαν όλα τα παιδιά
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Ίσως συμβεί να ψηφίσουν τον Palme
αντί για κάποιον μπουρζουά
αλλά δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
μπα
Σύντομα θα ησυχάσουν
Έτσι κάνουν όλοι οι φοιτητές
Αγοράζουν σπίτι έχουν γυναίκα και παιδιά
Βέβαια
Αρνούνται να παντρεύονται και ν’ αλλάζουν βέρες
Δεν υπάρχει διόλου κίνδυνος
Τα χαρτιά δεν κάνουν το γάμο
και το φως απατά
μπα
Ηρέμησε με τις φοιτητικές εξεγέρσεις και τους κουμουνιστές
Σύντομα θα ’ναι ευχαριστημένοι
Όπως όλοι οι Σουηδοί
Παραπονιούνται λίγο για τους φόρους
όμως όχι περισσότερο
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
Ούτε μια στάλα
Δεν πρόκειται να ξανασηκωθούν
Ούτε όταν πράγματι πρέπει


Σύγχρονοι Σουηδοί Ποιητές, σελ. 94, Ανθολόγηση-Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979