118157281_10218117374229367_2961301712503145113_n

Πετροκούναβο

Το ζωντανό που φόβιζε
της πρώτης μου δεκαετίας τον ύπνο
βάδιζε μ’ ανάστημα θεόρατο
στα βράχια πάνω απ’ της γιαγιάς το σπίτι.
Ήτανε ζοφερό με μπράτσα τριχωτά
και μια λαχτάρα να με δει νεκρό.

Σκιερό παρά το φως των πάνω δρόμων
με το χαμόγελο γεμάτο δόντια έτοιμα
ήταν απλά ένα κουνάβι του χωριού
και όλ’ αυτά για μια φορά που μπήκε
κι έφαγε τις κότες μας
ύπουλα τον χειμώνα.

Το λοιπόν ένα κουνάβι απλό.

Άμα το δείτε να γυρνά
στους εφιάλτες σας κι εσείς
πατήστε το βαθιά στη γης
βαθιά-βαθιά
πριν σας τραβήξει με τα νύχια απ’ τα σεντόνια
ολόγυμνους και ροδαλούς
σαν ψόφιες κότες.

***

Κουβέντα με τη μαγείρισσα

Όταν τις νύχτες καταλαβαίνω
πως δεν ξέρω τι θέλω
έρχεται η σελήνη τετράγωνη
σαν καναπές με κρόσσια
και γίνεται τραυματιοφορέας.

Eίμαι αλήτης
και σβήνω τη λέξη Θεός
από τις «Σκέψεις» του Πασκάλ
είμαι πλημμυροπαθής και δεν
μπορώ να κλάψω
έχω σιχαθεί το νερό

ετούτα αφηγήθηκα
στη μαγείρισσα του πόστου οχτώ με τέσσερις
όταν μου ζήτησε μασάζ
μονάχα δεν της είπα
πως ερωτεύτηκα τον γιο της
που πέρασε προχτές περιοδεύων
γιατί τον περιέγραψε
όπως μονάχα μάνες περιγράφουν

και τ’ όνειρό μου σελαγίζει
στον ανθρώπινο βυθό.


[από την ποιητική συλλογή Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, εκδόσεις Θράκα, Λάρισα 2021]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s