All-focus

Ένα πεταμένο λουλούδι στην άκρη του δρόμου, λευκό στο χρώμα του, να συμβολίζει την αγνότητα μιας ψυχής που κόπηκε βίαια παρά τη θέλησή του. Ένας γλυκός δροσερός αέρας προσπαθεί να ανασηκώσει τα πέταλά του αλλά μάταια παλεύει να το σώσει. Με τον καιρό θα το ξεράνει ο ήλιος και θα γίνει και αυτό μια ανάμνηση στο χρόνο, μια ύπαρξη που χάθηκε, ξεθώριασε στα δίχτυα ενός τελειωμένου καλοκαιριού.

Όπως όλες οι αιθέριες υπάρξεις που πέρασαν από τη ζωή μου και χάθηκαν στο τέλμα του χρόνου, βούλιαξαν στα άδυτα του μυαλού και σαν υπνωτισμένες μέδουσες περιπλανιόντουσαν στο βυθό της δικής μου θάλασσας και σου άφηναν μια γεύση αλμύρας, παραδομένες στην απεραντοσύνη του χρόνου αναδύονταν σαν το φεγγάρι του Αυγούστου μέσα στη νυχτωμένη θάλασσα. Κόκκινο, μισογεμάτο, μια επιβλητική παρουσία με φόντο το μαύρο του ουρανού. Ανίκητο στη θέα του, όλο ανείπωτα συναισθήματα.

Σαν να ξύπνησε από το λήθαργό τού, αποφασισμένο απόψε να ξεσηκώσει θύμησες που είχαν σκουριάσει από το αλάτι και είχαν χαθεί. Μα είχες ξεχάσει να πάρεις μαζί το χαμόγελό σου, το άφησες εδώ να θυμίζει κάπου κάπου την παρουσία σου, πως κάποτε υπήρξες δίπλα μου, σε έναν δρόμο που διαλέξαμε να βαδίσουμε παρέα. Ένα δρόμο δύσβατο που δεν είχε επιστροφή, δεν είχε αστέρια να φωτίζει τη νύχτα και το φεγγάρι ήταν πάντα χλωμό. Και όταν πια αυτός ο δρόμος έφτασε να αγγίξει το τέρμα, μου δώρισε μια βαλίτσα και εσύ χάθηκες στο ξημέρωμα ενός αυγουστιάτικου πρωινού.

Ανοίγω τα μάτια και νιώθω για λίγο νεκρή χαμένη σε ένα όνειρο που με τα φώτα του ουρανού είχε χαθεί. Ένα δωμάτιο άδειο που από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων μπαίνει αμυδρά λίγο φως. Διακρίνω την σκόνη να λικνίζεται σε ένα δικό της ρυθμό. Ανοίγω το συρτάρι δίπλα μου, το σύρσιμό του ακούγεται τόσο δυνατά που ταράζει την νεκρική σιγή του δωματίου.

Σκονισμένες φωτογραφίες, ποτισμένες με δάκρυα άλλοτε χαράς άλλοτε απελπισμένης λύπης. Τις χαϊδεύω απαλά σαν να είναι το πολυτιμότερο κόσμημα. Και εκείνη η εικόνα που συντρόφευε τον ύπνο μου είναι ξανά μπροστά μου μια φιγούρα άψυχη, ένα χαμόγελο στεγνό χωρίς καμία ζωντάνια, κανένα συναίσθημα. Αποτυπωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί τόσο εύθραυστο, τόσο αδύναμο που φοβάμαι πως θα χαθεί ξανά και θα κομματιαστεί. Τίποτα όμως δε ζωντανεύει την παρουσία σου ακόμα και αυτό το κομμάτι χαρτί. Αδημονώ για τη στιγμή που θα νυχτώσει πάλι, εκεί που η πόλη ολόκληρη θα κοιμάται και το φεγγάρι θα μου δείχνει το δρόμο για να σε συναντήσω. Σε ένα κρυφό σοκάκι μια ερημωμένης πόλης. Σε ένα στενό δρομάκι ενός ονείρου. Μόνο εκεί, την ώρα που όλα σβήνουν και τα μάτια μου σφραγίζουν ερμητικά, σε βλέπω να ζυγώνεις δειλά και να ακουμπάς ξανά τη ψυχή μου. Και ’γω παρακαλώ τον ουρανό να μην πάρει μακριά τα πέπλα της νύχτας και χαθείς πάλι.

Στα σκοτάδια της νύχτας έμοιαζες να είσαι κυρίαρχος του εαυτού και εκεί πλάι στο κύμα της θάλασσας σου άρεσε να ξαπλώνεις και να ακούς τη μελωδία του αυγουστιάτικου αέρα. Τα φώτα, ελάχιστα η βουή του δρόμου ίσα που ακούγεται στα αυτιά μας. Το κορμί σου γεμάτο αλμύρα σαν τα φιλιά σου. Μια στιγμή δική μας, μια στιγμή σιωπής χαμένοι μέσα στην αμμουδιά, παρασυρμένοι από τη θέα ενός ουρανού. Μετράμε αστέρια, μετράμε στιγμές και όνειρα γιατί ξέρουμε πως στο φως του ήλιου όλα θα εξαφανιστούν με ένα τρόπο μαγικό σαν να υπήρξαν κάπου, κάποτε, σε κάποια άλλη εποχή σε έναν άλλο τόπο. Ίσως και σε μια άλλη ζωή.

Σε βρίσκω σαν αυγουστιάτικου όνειρο, σαν ξεθωριασμένο καλοκαίρι και σε χάνω με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s