Ψυχοσάββατο | Κωνσταντία Σωτηρίου

Sotiriou

Το παίξαμε ψύχραιμες στην κηδεία, θα ήταν το
σοκ, είπε αργότερα ο μπαμπάς, πάντως δεν κλάψαμε, ή τουλάχιστον δεν κλάψαμε
πολύ,
τουλάχιστον όχι όσο περίμεναν ή άλλοι ή και εμείς
να κλάψουμε
άλλωστε ήταν κι αυτή η τελετουργία και ο κόσμος που ερχόταν και η ταφή αργότερα και η «παρηγοριά» και οι φίλοι
που ήρθαν να την τιμήσουν,
πολύς κόσμος, είπε αργότερα ικανοποιημένος ο μπαμπάς, είδες πόσοι ήρθαν να την
αποχαιρετήσουν, να την συνοδέψουν στην τελευταία της
κατοικία
ναι, είχαμε γνέψει εμείς, τόσοι φίλοι και γείτονες και παλιοί γνωστοί,
αλήθεια, πόσοι ήρθαν να την
αποχαιρετήσουν, να την δουν τελευταία
φορά
ίσως για αυτό δεν κλάψαμε
τόσο,
εκείνην την
μέρα,
της κηδείας, που έλεγαν όλοι πόσο θα ήταν δύσκολο,
για μας
Δεν κλάψαμε πολύ εκείνη την μέρα,
όχι,
μόνο αργότερα που πήγαμε να φροντίσουμε τα ρούχα της, που πήγαμε να βάλουμε μέσα σε μικρές
βαλίτσες,
τα πουλόβερ και τις μαύρες λοξές τις φούστες,
στις τσάντες τις φύλαγε χαρτομάντιλα και καραμέλες σοκολάτες,
έκλεβε τα μικρά σακουλάκια της ζάχαρης.
Κοίτα,
είπε η αδελφή μου, τα παπούτσια της, πάντα στραβοπατημένο το δεξί κι εκείνο το ταγιέρ το γκρίζο που τόσο της άρεσε να φοράει την Άνοιξη, οι μπλούζες με τα ψεύτικα λουλούδια, θυμάσαι που αγοράσατε μαζί αυτό το παλτό;
Τόση μαζεμένη απουσία,
τόση
μαζεμένη
αβάστακτη
ρουχένια
απουσία.
Στις τσάντες τις φύλαγε χαρτομάντιλα και καραμέλες σοκολάτες,
Κι έκλεβε τα μικρά σακουλάκια της ζάχαρης.


Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Το βιβλίο της Η Αϊσέ πάει διακοπές (Πατάκης 2015) βραβεύτηκε με το “Athens Prize for Literature” και βρέθηκε στην βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων Ελλάδας και Κύπρου. Το βιβλίο της Φωνές από Χώμα, (Πατάκης 2017) βρέθηκε στην βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων Ελλάδας και Κύπρου. Το διήγημα της «Έθιμα Θανάτου» έλαβε το παγκόσμιο βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος Κοινοπολιτείας 2019. Τέλος, το βιβλίο της Πικρία Χώρα (Πατάκης 2020) βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου. Στο έργο της επικεντρώνεται στις αφηγήσεις των γυναικών απέναντι στην επίσημη ιστορία.

2 ποιήματα | Αγνή Β. Μπαγκέρη

Εμμανουέλα Μπαγκέρη

Διακήρυξη του έρωτα

Παράπονο τον τύλιξε απόψε
που απότιστος κι αφρόντιστος
μετράει τρεις αυγές.

Κι αν γνώριζε το πώς είχα στερέψει
στάλα στη στάλα
θα με μύρωνε
θα πλάγιαζε κοντά μου
ολάνθιστος
θα μου ’δινε πνοές

– Τίποτα.

Άνυδρα κλωνιά
αποξηραμένα.

Σ’ ανύποπτες μονάχα
του καπνού μεθέξεις
Σαν στα χείλη πλάγιαζε η παρηγορία
ψιθύριζε
βόμβος που ράντιζε τ’ αυτιά μου:

«Αν στη γλάστρα μαραθώ
θα με γεννάν οι λέξεις».

***

Τρεις ιστορίες

Κι όσο περίμενα,
δεμένη στο λιμάνι
τόσο λυσσομανούσε ο έρμος ο «καπετάνιος»
– έτσι τον φώναζαν –
έλεγε
«θα τη σηκώσω την άγκυρα,
πού θα πάει,
τα κύματα δελφίνια θα μου χαϊδεύουν την πλάτη
ώσπου να φτάσω…»
μα για πού ήθελε,
δεν το ’ξερε κανείς
κι ούτε είχε ιδέα.
Ο καπετάνιος ήταν και λίγο τρελός
χάζευε πού και πού,
τι, για φαντάσου,
τα δίχτυα των ψαράδων
όταν συνάζονταν όλα μαζί
ένα αχούρι
στις προκυμαίες,
ένα αχούρι από φύκια γεμάτα
σαν στολίδια σε μακρύκομο κεφάλι.
Άλλοτε στεκόταν κάτω απ’ έναν πλάτανο,
κοντά εκεί,
μάζευε τα φύλλα τα ξερά
ποιος ξέρει γιατί.
Άλλοτε τραγούδαγε
και πέρα βρέχει
μόνος στη βαρκούλα του
τραγούδαγε μουσικές ακούρδιστες.
Όλοι άρχισαν – τότε – να τον φωνάζουν καπετάνιο
γιατί, ποιος ξέρει.
Κι εκείνος
χαμένος όπως ήταν
μα κάθε πρωί εκεί
στην προκυμαία
σάμπως ίδιος άγαλμα
εκεί, στην προκυμαία
κάθε πρωί
φανταζόταν να με λύνει
να σαλπάρουμε
κι εγώ
– τότε –
άρχισα να θέλω
ό,τι ήθελε
όπου ήθελε
μα η θάλασσα λυσσομανούσε.


σκίτσο: Εμμανουέλα Μπαγκέρη

2 ποιήματα | Γιώργος Δ. Μπίμης

bibis

Οδεύοντας στη νύχτα

Νιε καβαλάρη, στις γιορτές, στα πανηγύρια,
σ’ είδα να σέρνεις έναν ξέφρενο χορό,
χρόνο και νιότη να ξοδεύεις στο σωρό
και να σκορπάς της προδοσίας μας τ’ αργύρια.

Καίνε τα χρόνια κι ερημώνουνε τη γη
κι αυτός ο άνεμος τη ρώμη σημαδεύει,
στα παραπήγματα κι απόψε ξεπεζεύει,
να αφυπνίσει μιαν αλλόκοτη πληγή.

Σύννεφα μαύρα πεταρίζουν στον αγέρα
κι όλα οδεύουν σ’ ένα μέλλον σκοτεινό,
κρύα φεγγάρια ξενυχτούν στον ουρανό,
κι αναριγούν στης γκρίζας νύχτας τη φοβέρα.

Σ’ αυτή την κόλαση του άστατου βοριά,
ό,τι κι αν τάξεις, ένα δέος ζωντανεύει,
τσιγγάνα μοίρα στα σοκάκια ζητιανεύει
κι απ’ την αρχή ανακατεύει τα χαρτιά.

Στην άγια στέρηση και στην ανημποριά,
τρέχει το δάκρυ και μια θλίψη μας κυκλώνει,
γύφτισσα μοίρα ξαναρίχνει τα χαρτιά
κι ό,τι κι αν πάρεις απ’ τον πόνο δε σε σώνει.

***

Έρημη γη

Σ’ ένα μακάβριο τοπίο περπατάω
αγκομαχώντας να κερδίσω τον καιρό,
τσιγγάνες μάγισσες στη στράτα μου ρωτάω
κι όλες σου τάζουν ένα μέλλον ζοφερό.

Μες στην αρένα συνωστίζονται οι δούλοι
κι οι μισθοφόροι με τις λόγχες στη γραμμή,
φαύλο καθήκον για το άθλιο μεροδούλι,
για το ψωμί που το ζυμώνουν στεναγμοί.

Κοιτάζω πίσω μα δε βλέπω τη σκιά σου
κι όλο σε χάνω στου καιρού τις συννεφιές,
μα μες στη μνήμη μου κρατάω το όραμά σου,
μια γη σπαρμένη με επουράνιες ομορφιές.

Με μιαν ελπίδα κι ένα δάκρυ στο μαντίλι,
γύρισα μύριες ξενιτιές για να σε βρω.
Στυγνοί φονιάδες, σε προσέγγισαν σαν φίλοι,
να σε κρεμάσουνε σφαχτάρι στο σταυρό.

2 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

oikonomou

Θεσσαλονίκη

Και πού να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ
Χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

***

Το πρώτο ποίημα

Πείτε μου το ποίημα που αγαπάτε
ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο ποιητή
κι αυτός δακρύζοντας απάντησε

το πρώτο ποίημα που αγάπησα ήταν
ένα πιάτο ραδίκια βραστά με μπόλικο λεμόνι
απ’ τα χέρια της μάνας μου


* από την ποιητική συλλογή Η σιωπή της κερκίδας, Εκδόσεις Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2021

Νέο Savoir-vivre #61-70 | Σωτήρης Παστάκας

266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#61 Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΜΟΣ

Υπάρχει ένα είδος παρηγορητικού αυτοβιογραφισμού που μαθαίνεται εύκολα και δύσκολα εγκαταλείπεται. Είναι σαν τη συνταγή να κάνεις κουλουράκια: αφού τη μάθεις συνεχίζεις και πλάθεις κουλουράκια για όλη σου τη ζωή. Ο παρηγορητικός αυτοβιογραφισμός έχει στο κέντρο του το βίο και τα παθήματα του ποιητή, με το ηθικό δίδαγμα πως ο αυτοβιογραφούμενος ποιητής δείχνει πληγωμένος, ευαίσθητος και υπεράνω όλων. Ως αυτοθεραπεία λειτουργεί καλά: ο ποιητής δεν κινδυνεύει από καμία συναισθηματική απειλή, γιατί τα έχει φέρει όλα στα μέτρα του. Το πρόβλημα είναι πως αφού κατάφερε μέσα από ένα επάγγελμα που δεν του «ταιριάζει», μια συμβία που δεν τον καταλαβαίνει και παιδιά που τα έπλασε κατ’ ομοίωση (κανονικά τέρατα, δηλαδή), και έμαθε επιτέλους την συνταγή να παίρνει ρεβάνς από όλα αυτά, πώς να την εγκαταλείψει;

Ο ποιητής ως υποκείμενο των ποιημάτων του εμφανίστηκε από τον Αρχίλοχο, δεν αποτελεί καινούργια ανακάλυψη. Η επιμονή των συγχρόνων να φωτίζουν την περσόνα του ποιητή γίνεται δίχως τις άλλες αρετές: τη μετουσίωση, τη φαντασία, το λογοπαίγνιο, την ειρωνεία. Ειρωνεία και αυτοειρωνεία είναι από τους πιο εξελιγμένους μηχανισμούς αμύνης του εγώ. Από πότε θεωρείται ποίηση η παράθεση των απωθημένων και η ψυχοθεραπεία του γράφοντος;

Αυτά κι άλλα πολλά είπαμε με τον Νίκο Βουτυρόπουλο ένα μαγιάτικο βράδυ εκεί στον ανθισμένο κήπο του στη Νέα Σμύρνη. Διαβάστε περισσότερα