266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#61 Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΜΟΣ

Υπάρχει ένα είδος παρηγορητικού αυτοβιογραφισμού που μαθαίνεται εύκολα και δύσκολα εγκαταλείπεται. Είναι σαν τη συνταγή να κάνεις κουλουράκια: αφού τη μάθεις συνεχίζεις και πλάθεις κουλουράκια για όλη σου τη ζωή. Ο παρηγορητικός αυτοβιογραφισμός έχει στο κέντρο του το βίο και τα παθήματα του ποιητή, με το ηθικό δίδαγμα πως ο αυτοβιογραφούμενος ποιητής δείχνει πληγωμένος, ευαίσθητος και υπεράνω όλων. Ως αυτοθεραπεία λειτουργεί καλά: ο ποιητής δεν κινδυνεύει από καμία συναισθηματική απειλή, γιατί τα έχει φέρει όλα στα μέτρα του. Το πρόβλημα είναι πως αφού κατάφερε μέσα από ένα επάγγελμα που δεν του «ταιριάζει», μια συμβία που δεν τον καταλαβαίνει και παιδιά που τα έπλασε κατ’ ομοίωση (κανονικά τέρατα, δηλαδή), και έμαθε επιτέλους την συνταγή να παίρνει ρεβάνς από όλα αυτά, πώς να την εγκαταλείψει;

Ο ποιητής ως υποκείμενο των ποιημάτων του εμφανίστηκε από τον Αρχίλοχο, δεν αποτελεί καινούργια ανακάλυψη. Η επιμονή των συγχρόνων να φωτίζουν την περσόνα του ποιητή γίνεται δίχως τις άλλες αρετές: τη μετουσίωση, τη φαντασία, το λογοπαίγνιο, την ειρωνεία. Ειρωνεία και αυτοειρωνεία είναι από τους πιο εξελιγμένους μηχανισμούς αμύνης του εγώ. Από πότε θεωρείται ποίηση η παράθεση των απωθημένων και η ψυχοθεραπεία του γράφοντος;

Αυτά κι άλλα πολλά είπαμε με τον Νίκο Βουτυρόπουλο ένα μαγιάτικο βράδυ εκεί στον ανθισμένο κήπο του στη Νέα Σμύρνη.

***

#62 Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ

Μιλάμε πάντα μέσω ενός άλλου. Είτε συμφωνούμε με τον συνομιλητή μας είτε διαφωνούμε, τα λόγια που χρησιμοποιούμε κι εμείς κι αυτός, είναι πάντα τα λόγια ενός τρίτου. Τα λόγια μας, δεν είναι δικά μας λόγια: τα βρίσκουμε έτοιμα προς χρήση και τα χρησιμοποιούμε ανά περίσταση. Ο υπερπληθυσμός στον πλανήτη Γη, επέφερε τρομακτικό συνωστισμό στα επαγγέλματα και στις Καλές Τέχνες, όπου κάθε κλάδος γνωρίζει υπερπληρότητα στελεχών και έμψυχου δυναμικού. Η αλήθεια είναι πως είμαστε πάρα πολλοί και οι ιδέες είναι πολύ λίγες.

Στη Λογοτεχνία συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Μια-δυο γενναίες ιδέες περιφέρονται ανά τους αιώνες και χρησιμοποιούνται από στρατιές λογοτεχνών σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Ο Λογοτέχνης είναι κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια κλέφτης της γλώσσας του άλλου. Η ευκαιρία κάνει τον κλέφτη, λένε οι Ιταλοί, με την έννοια πως αν αφήνεις ανοικτή την τσάντα σου κάποιος θα κλέψει από μέσα το πορτοφόλι σου. Ο Λογοτέχνης επιζεί καραδοκώντας την ευκαιρία να κλέψει τα λόγια σας όταν ανυποψίαστοι εκφράζετε δυνατά τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας. Όλη η παγκόσμια Λογοτεχνία είναι μια συνεχή και διαρκής ιστορία κλοπής μετά πολλαπλών διαρρήξεων. Μια επιτυχημένη ληστεία με όπλα, από ανθρώπους που είναι εθισμένοι στην υπεξαίρεση και την κλοπή. Ο καλός κλέφτης πρέπει να ξέρει πως να κρύβει τα κλοπιμαία. Οι Λογοτέχνες αποτελούν μια ευγενή συνομοταξία κλεφτών, ο κλέψας του κλέψαντος δηλαδή, και ομνύουν μόνο σε ένα δόγμα: «η ιδιοκτησία είναι κλοπή».

Η κουβέντα μεταξύ δύο αρχαιολόγων, ενός Γερμανού κι ενός Ιταλού, για το Grand Tour του Γκαίτε στην Ιταλία (1786-1788), έγινε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Ποσειδωνίας (Paestum), και συγκεκριμένα στον Ναό του Ποσειδώνα, ένα ανοιξιάτικο δειλινό. Ο φίλος μου ο Ρομπέρτο μού είπε πως ο Ναός ανήκει μάλλον στον Απόλλωνα. Βγαίνοντας αργότερα μου έδειξε το μπαλκόνι μιας πανσιόν όπου, σ’ ένα δωμάτιο του πρώτου και μοναδικού ορόφου είχε βρει κατάλυμα ο Γκαίτε κατά την παραμονή του εδώ.

***

#63 ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΤΕΣ

Υπάρχουν δύο κατηγορίες συγγραφέων, μας επισήμανε ο Χουάν Γκοϊτισόλο στο λόγο του επ’ ευκαιρία της παραλαβής του Βραβείου Θερβάντες το 2015, οι συγγραφείς καριέρας που διακινούν μόνον τη φήμη τους, και οι συγγραφείς που είναι εθισμένοι στη γραφή. Γράφουν γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά και δεν τους νοιάζει η τύχη των γραπτών τους. Τους πρώτους δεν τους αποκαλεί καν συγγραφείς, αλλά οι «Να-αποτελώ-είδηση» μια και είναι η μόνη ανησυχία που έχουν. Διακινητές δημοσιότητας, εθισμένοι στην επιτυχία, μπορούν να μιλήσουν ακόμα και για πράγματα που δεν γνώρισαν ποτέ: την κρίση, π.χ.

Όσο περισσότερο με προβάλλει το λογοτεχνικό κατεστημένο, άλλο τόσο αμφιβάλλω για την ποιότητα του έργου μου. Αντιθέτως, όσο περιβάλλουν το έργο μου με την άκρα του τάφου σιωπή, άλλο τόσο είμαι σίγουρος πως βρίσκομαι στον σωστό δρόμο: «σηκώνω το λάβαρο της ήττας μου με τη συνείδηση του νικητή», έγραφε ο Φερνάντο Πεσσόα. Έχοντας κατακτήσει πλέον μια αξιοσέβαστη ηλικία, μπορώ να διακρίνω τη ματαιότητα των δημόσιων συμπεριφορών: «αυτό το χρυσό σκατό της δόξας», όπως το ονομάζει ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία.

Να αμφιβάλετε, με τους συγγραφείς που δεν γνωρίζουν κρίση: που ζουν μέσα σε μια μειονότητα ευτυχισμένων ανθρώπων και δεν αμφιβάλουν ούτε για μια στιγμή για την αξία των γραπτών τους. Ο Μπόρχες εξομολογήθηκε κάπου, τον καθημερινό του εφιάλτη: ότι πολύ σύντομα οι αναγνώστες και οι κριτικοί θα ανακάλυπταν πως τους είχε ξεγελάσει.

***

#064 ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΝ ΑΒΑΤΟ

Όσοι λαμβάνουν την απόφαση να εισέλθουν και να ματώσουν στη λογοτεχνική αρένα, εισέρχονται –χωρίς να το γνωρίζουν εξ’ αρχής– σε μια φυλακή. Η είσοδος τόσων ανυποψίαστων στο λογοτεχνικό στίβο ισοδυναμεί με την απόφασή τους να εκτίσουν ισόβια κάθειρξη σε αναμορφωτήριο. Ο Ντέρεκ Γουώλκοτ (βραβείο Νόμπελ), το χοντραίνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Φράνκο Ρομανό, και λέει πως, είναι δεδομένο ότι ο λογοτέχνης εισέρχεται έτοιμος να τον πηδήξουν. Το θέμα είναι να σε πηδήξουν όσες φορές γίνεται λιγότερο, αν θέλεις να επιβιώσεις και να μην γίνεις το πουτανάκι των άλλων λογοτεχνών.

Είναι γνωστό πλέον από πολυάριθμες μαρτυρίες πως μέγιστος θεατράνθρωπος που δημιούργησε ολόκληρη σχολή στο ελληνικό θέατρο, επέβαλε στους επίδοξους μαθητές του (πολλοί από τους οποίους έγιναν με τη σειρά τους θιασάρχες, αργότερα), το δημόσιο διακορευμό τους επί σκηνής. Φίλος στιχουργός μού έλεγε για ομότεχνούς του που έπεφταν στα τέσσερα όταν πήγαιναν τα στιχουργήματά τους σε γνωστό συνθέτη του έντεχνου για να τους τα μελοποιήσει. Μπουσουλώντας, θα έλεγε κανείς, ανεβαίνει κάποιος τα σκαλιά της Τέχνης, χωρίς αυτό να είναι απαραιτήτως κακό κι αρνητικό.

Απέθαντος αξιωματούχος της γενιάς του εβδομήντα στα καθ’ ημάς κι επί τω λογοτεχνικότερον, όταν ανακοίνωσε στη λογοτεχνική παρέα πως θα πάει στη Νέα Υόρκη φιλοξενούμενος του Νίκου Σπάνια, αντέκρουσε τα αστεία και τα πειράγματα της ομήγυρης με την ιστορική φράση «δεν έκανα ποτέ λόγο για το άβατο της κωλοτρυπίδας μου». Μην ψάχνετε, λοιπόν, για άβατο στο χώρο της λογοτεχνίας όλοι εσείς που ανέμελα εισέρχεστε αποφασισμένοι να κάνετε καριέρα με τα ποιηματάκια σας.

***

#065 ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ, ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ

Η πρόσφατη ανθολογία ελληνικής ποίησης του εικοστού αιώνα (δεν αναφέρω επίτηδες επιμελητές κι εκδότη, γιατί έχω τη φιλοδοξία αυτό το κειμενάκι των 253 λέξεων να διαβάζεται και για την επόμενη και τη μεθεπόμενη), έρχεται να υποστηρίξει άθελά της, όλους εκείνους τους μαθητές που έχουν αποστροφή για την ελληνική ποίηση. Οι μαθητές μαθαίνουν να μισούν την ελληνική ποίηση και με το δίκιο τους: παρόμοιες ανθολογίες συντηρούν αυτό το άσβεστο μίσος από τα πρώτα μαθητικά μας χρόνια στο θρανίο.

Δεν συναντάω εκείνο το υπερμπλέ του τόπου μου: την ευστροφία των συμπολιτών μου. Εκείνη την παιγνιώδη διάθεση του καφενείου, την αιχμηρή ατάκα, την υπεράνω όλων θεώρηση της ζωής και του κόσμου. Δεν αναγνωρίζω στις σελίδες της τα στριφογυρίσματα της ελληνικής γλώσσας: από το υπερφυσικό στο καθημερινό και τούμπαλιν. Τον πλούτο των γλωσσικών ιδιωμάτων και τους χυμούς μιας απρόβλεπτης γλώσσας που τα φέρνει όλα στα μέτρα της. Οι ποιητές της φαίνεται να ζουν σε μια άλλη χώρα και για να δώσουμε δίκιο στους μαθητές που τους μισούν, μάλλον δεν έζησαν ποτές τους. Δεν κάθισαν να πιουν μια παγωμένη λεμονάδα εν μέση καύσωνος.

Οι ανθολογίες είναι πολύ σημαντικές για να τις διεκπεραιώνουμε λες και είναι δημόσια έγγραφα. Χρειάζεται τόλμη από τους επιμελητές και ρήξη. Όχι να ακολουθούμε την πεπατημένη. Διαμορφώνουμε τους αυριανούς αναγνώστες, και ψάχνουμε αυτούς που γράφουν σε αντιδιαστολή με τους προηγούμενους. Πόσους επιτέλους απογόνους μπορεί να αντέξει ο Μάρκος Μέσκος;

Ως τότε, πεταμένα λεφτά θα μαζεύετε, υπερεσιακοί θεματοφύλακες. Αρχειοθέτες περιπτώσεων ημετέρων που συνωστίζονται στους διαδρόμους υπουργείων παιδείας και εθνικών κέντρων αλληλοκολακείας.

***

#066 Η ΑΠΛΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

Νέος ποιητής που μόλις έχει καθίσει στο γραφείο μου, δείχνει περιέργεια για τους κίτρινους, φουσκωμένους φακέλους αλληλογραφίας που δεν έχουν ακόμη ανοιχθεί. «Άνοιξέ τους, εσύ!», του λέω. Από τα βιβλία ποίησης που καταφτάνουν κατά πεντάδες και δεκάδες μέσα σε μια εβδομάδα χάρη στα βελτιωμένα ΕΛΤΑ και την αγαθή πρόθεση των δημιουργών τους, ο νέος ποιητής αντιλαμβανόμενος ίσως για πρώτη φορά το μέγεθος της ποιητικής παραγωγής των ημερών μας, αφού ανοίγει τους φακέλους, με ρωτάει «πως κρίνω αν ένα βιβλίο είναι καλό ή κακό;».

Ανοίγω του λέω, το βιβλίο τυχαία και διαβάζω εκεί που πέφτει το μάτι μου. Αν πέσω πάνω σε γενικές π.χ. (Δύο γενικές σε ένα στίχο): της επιλογής του προσωρινού (ή ακόμα χειρότερα τρεις γενικές σε ένα στίχο): της συντριβής των γεννημένων αιχμαλώτων, το βιβλίο απορρίπτεται. Αν πέσω πάνω σε αφηρημένα ουσιαστικά (π.χ. τέσσερα αφηρημένα ουσιαστικά στη σειρά): η νοσταλγία, ο θυμός, η προσμονή, το πάθος, το βιβλίο επίσης απορρίπτεται (πολύ περισσότερο αν έχει αφηρημένα ουσιαστικά στη γενική): ΣΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ, και λεξούλες όπως «βαθειά» και «μέσα σας», «ψυχή», Ψυχή, και μια «καρδιά» κι όλες τις προσωπικές αντωνυμίες μου-σου-του, το βιβλίο καταλήγει στον καιάδα. Για τα επίθετα του λέω τα έχουμε κουβεντιάσει κι άλλη φορά και γνωρίζεις την αποστροφή μου.

Ο νέος ποιητής θυμώνει μαζί μου και βγαίνει στην επίθεση: «κι αν στη σελίδα 24 που δεν έτυχε να διαβάσεις υπάρχει ένα αριστούργημα»; «Θα ζητήσω συγγνώμη από τον ποιητή, και θα του τραβήξω ταυτόχρονα το αυτί, γιατί πήγε και το έκρυψε κάτω από τόνους λάσπης». Ο νέος ποιητής δήλωσε πως αυτός θα διαβάζει όλα τα βιβλία από την αρχή ως το τέλος και πως όλα τα βιβλία θα έχουν μια θέση στη βιβλιοθήκη του. Τον πίστεψα και του ανέθεσα να γράφει για όλα τα βιβλία ποίησης που θα πέφτουν στα χέρια του, για το «ποιείν». Ο νέος ποιητής είναι ο Δημήτριος Μουζάκης, και δεν μετάνιωσα ποτέ για τη βρώμικη δουλειά που του ανέθεσα. Προσωπικά, συνεχίζω την επιλογή των βιβλίων με την «απλή μέθοδο των τριών» που μου είχε μάθει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

***

#067 ΠΕΤΑ ΣΑΝ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ, ΤΣΙΜΠΑ ΣΑΝ ΜΕΛΙΣΣΑ

Φέτος έτυχε να φύγω για διακοπές αρχές Σεπτεμβρίου, στις δύο του μήνα για την ακρίβεια, όταν όλοι οι άλλοι αποχαιρετούσαν το καλοκαίρι. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεχείλιζαν από φτηνούς συναισθηματισμούς τύπου «η πρώτη σταγόνα της βροχής», κι εγώ απολάμβανα τα μπάνια μου με αγαπημένους φίλους στην Κρήτη, όπου ως γνωστόν το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ. Φέτος δυστυχώς «η πρώτη σταγόνα» έπνιξε πέντε-έξι συνανθρώπους μας στην κυριολεξία, οπότε να αποφεύγετε τις σταγόνες. Να μετακινείσθε διαρκώς σαν τον Μοχάμεντ Άλι. Να είστε ευκίνητοι και γρήγοροι. Να σας κτυπάν και οι γροθιές τους να μην σας βρίσκουν ποτέ. Να είστε πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από τους διώκτες σας.

Να σας αποκαλούν αλκοολικούς κι εσείς να είστε τουλάχιστον έξι μηνών νηφάλιοι. Να σας στήνουν καρτέρι στην παραλιακή κι εσείς να βρίσκεστε ήδη σ’ απάνεμο λιμάνι. Να αποφεύγετε τις λογοτεχνικές συμμαχίες: είναι πάντα πρόσκαιρες κι ευκαιριακές.

Να μην χτίζετε τη φήμη σας δίπλα σε καταξιωμένους λογοτέχνες που σας προωθούν και σας ξεμυαλίζουν. Να πρωτοτυπείτε και ν’ αφήνετε τους άλλους πίσω σας να μηρυκάζουν και να επαναλαμβάνουν τα ευρήματά σας εις το διηνεκές χωρίς να νοιάζεστε για πνευματικά δικαιώματα, γιατί αυτή είναι η απόδειξη πως τσιμπάτε σαν μέλισσες.

Στο Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη που κυκλοφόρησε το 2007 μετά από 19 ολόκληρα χρόνια προετοιμασίας, με αναφέρει ως τακτικό συνεργάτη λογοτεχνικού περιοδικού, γεγονός που αληθεύει μεν αλλά δεν ίσχυε ήδη το έτος της κυκλοφορίας του μνημειώδους λεξικού, γιατί είχα ήδη αποχωρήσει. Να αποχωρείτε και να ανοίγετε δικούς σας δρόμους.

Να πετάτε σαν τις πεταλούδες και να τσιμπάτε σαν τις μέλισσες, αγαπητοί.

***

#068 Η ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ: ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

«Δεν μου αρέσει να αγοράζω ξανά τα βιβλία που έχω διαβάσει», λέει η Χουλιέτα του Αλμοντόβαρ «γιατί αυτό με κάνει να αισθάνομαι γριά». Αγόρασα μόλις για πέμπτη φορά το «Εις εαυτόν» του Μάρκου Αυρηλίου στην παράφραση του Στέφανου Δέλτα. Ανοίγοντας το πολυαγαπημένο μου βιβλίο διαπιστώνω πως κρατώ στα χέρια μου την πέμπτη έκδοση (η πρώτη ήταν του 2002, πάντα από το βιβλιοπωλείο της Εστίας), και γελώντας με τον εαυτό μου φαντάζομαι πως έχω αγοράσει ένα αντίτυπο από κάθε έκδοση μέσα σε ένα βιβλιοφιλικό παράδεισο.

Τα τελευταία χρόνια αν κάποιος φίλος μου ζητήσει να του δανείσω ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη μου, ή από το σωρό που είναι μαζεμένα στο πάτωμα, του το χαρίζω δίχως δεύτερη σκέψη. Τα βιβλία που από αίσθημα κατοχής και ιδιοκτησίας «δάνειζα» στα νιάτα μου, δεν μου επιστράφηκαν ποτέ. Όχι μόνον δεν επιστρέφονται τα βιβλία που δίνεις δανεικά, αλλά αποτελούν και μόνιμη πηγή δυσαρέσκειας και αρνητικών συναισθημάτων που δηλητηριάζουν τις σχέσεις σου και τον οργανισμό σου – για ποιον λόγο;

Τα βιβλία, πρέπει να χαρίζονται. Να τα μοιραζόμαστε, πολύ περισσότερο τα αγαπημένα μας βιβλία, όπως σε μια προηγμένη κοινωνία θα μοιραζόμαστε και τις γυναίκες μας στο μέλλον. Χαρίστε τα βιβλία σας κι αγοράστε τα πάλι από το υστέρημά σας, μια και δυο και τρεις φορές. Όπως ακριβώς κάνατε με το «Μονόγραμμα» που ως δια μαγείας σας οδηγούσε απευθείας στην κρεβατοκάμαρα των κοριτσιών, το «Εγώ της νόησης» σε ειδικευόμενες ψυχιατρίνες και το «Κουτσό» στις ωραίες που ασχολούνται και ολίγον με τη λογοτεχνία.

***

#069 ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ: Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΟΓΕΡΟΣ

Ο ασπρομάλλης Ιταλός ομότεχνος ήρθε στην κοινή μας βραδιά (κατά την τελευταία μου περιοδεία στην Ιταλία), ταξιδεύοντας με το τρένο, μόνος του, παρότι ήταν εγχειρισμένος μόλις προ εβδομάδος στο γοφό. Υποβασταζόταν από μεταλλικές βακτηρίες τελευταίας τεχνολογίας, κι όταν ήρθε η σειρά του να απαγγείλει και να τοποθετηθεί, διάβασε με στεντόρεια φωνή, (όρθιος όπως ακριβώς επιβάλλει το savoir-vivre για τις δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων), ανάμεσα στην επιλογή του για τη συγκεκριμένη βραδιά κι ένα ποίημα για τη χειμαζόμενη από τα μνημόνια Ελλάδα. Τον ευχαρίστησα εκ μέρος μου, και τον συνεχάρη για την «όρθια» απαγγελία, λέγοντάς του πως στην Ελλάδα πέρα από τα μνημόνια μας καταδυναστεύουν κάτι συμπεριφορές νιόκοπων εξεγερμένων ποιητών, που απαγγέλουν είτε καθιστοί, είτε όρθιοι αλλά με τα χέρια στις τσέπες: να κρατάν μάλλον, τα βαριά και ασήκωτα προσόντα τους.

Όλα καλά έως εκεί, αλλά λίγο αργότερα στην ψαροταβέρνα, ο ασπρομάλλης ομότεχνος δεν είπε καλή κουβέντα για κανέναν, δεν γέλασε το χειλάκι του. Πικραμένος και απαξιωτικός για τους ομότεχνους και το σινάφι των περί λογοτεχνικών κρίσεων ιπτάμενων και βραβείων υφαρπαζόντων, δεν παραδεχόταν παλιότερους, συνομήλικους ή νεώτερους παρά μόνον τους τεθνεόντες.

Είμαι εξήντα δύο χρονών (έζησα δηλ. δέκα χρόνια παραπάνω από τον Μ. Καραγάτση), και σκέφτομαι πως απέχω μόλις δέκα οκτώ χρόνια από τον Ιταλό ομότεχνο: έχω γίνει κι εγώ ένας σωστός λογοτεχνόγερος. Αν καταφέρω να συμπληρώσω τα ογδόντα (πράγμα που απεύχομαι), με τρομάζει η ιδέα πως θα καταντήσω ταγός και μπροστάρης, σε ένα ασκέρι πικραμένων και μονίμως παραπονεμένων λογοτεχνών.

***

#070 ΟΙ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ

Πρώτος ο Θανάσης Κωσταβάρας, γύρω στο τέλος της δεκαετίας του ενενήντα, μου είχε μιλήσει για τον «περιφερόμενο θίασο» των δέκα λογοτεχνών γύρω από το ΕΚΕΒΙ, που μονίμως εκπροσωπούσε τη χώρα μας, με ελάχιστες έως μηδενικές αλλαγές σε κάποιους δευτερεύοντες ρόλους. Με τα χρόνια, ο «περιφερόμενος θίασος» απέκτησε νομιμότητα δημοσίων λειτουργών και κανένας δεν διανοούταν να τους στείλει στα σπίτια τους, αλλά ούτε και οι συμμετέχοντες έβγαλαν τις παντούφλες τους και αρνήθηκαν έστω ένα ταξίδι, βρε αδελφέ, και με δική τους πρωτοβουλία να παραχωρήσουν τη θέση τους σε κάποιους άλλους.

Κατόπιν, εκεί στις αρχές του ’10, με την ευκαιρία του καθολικού πλέον εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, είδαμε ποιητές (εφεξής με μια λέξη: οι απανταχού), να συνωστίζονται ταυτόχρονα σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη και μήκη την ίδια χρονική στιγμή. Οι απανταχού είναι προικισμένοι με το χάρισμα του Αγίου Παϊσίου: της ταυτόχρονης παρουσίας και στο χωριό τους, και στας Αθήνας.

Οι απανταχού είναι ικανοί να εμφανίζονται ταυτοχρόνως σε διάφορα μέρη, για να μην χάσουν καμία ευκαιρία να τους δουν και να τους ακούσουν. Τρέχουν από συνεύρεση σε μάζωξη κι από θέατρα κι αμφιθέατρα και πλατείες, γιατί δεν μπορούν να πουν ένα «όχι», ένα τόσο δα μικρό όχι, (όχι εκείνο του gran rifiuto). Γιατί το «όχι» θα δυσαρεστήσει τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου, κι ένα όχι σε μια συμμετοχή μπορεί να σημάνει τον δια βίου αποκλεισμό από τις εμφανίσεις του θιάσου τα επόμενα χρόνια. Απλώς επειδή αγνοούν πως δεν ζούμε για τους άλλους, αλλά ζούμε τη μοναδική ζωή μόνοι μας.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s