Μετα-ποίησις | Μαρία Κρασοπούλου

mkr

Μεταποιώ μια γυάλινη όψη.
Έσπασε κάποτε πέφτοντας από τη χούφτα της ζωής.
Με κατοίκησαν κρύσταλλα.
Ολόκληρη έγινα ένα κονάκι θραυσμάτων.
Γυάλιζαν εκείνα και ξημέρωνε.
Ο κόσμος έφεγγε ή εγώ μονάχα
έβλεπα τα φώτα όλα μέσα στα γυαλιά;
Ένας ήλιος με κόγχες ήταν.
Όχι! Ήταν μια αρχαία πόλη.
Κάποιο εύθραυστο θα ήταν ιερό.
Ένας βωμός ήταν που έκαψε την αφθαρσία των θεών.
Βλέπεις, κανένας δε πέρασε χωρίς ούτε μια τόση δα ρωγμή
τούτη την αστραπή.
Θα ήταν η άμμος που πριν την κάμινο έσμιγε με το κύμα.
Μα τι λέω;
Σμίγουν ποτέ νερό με φωτιά;
Αν ναι πως αγκαλιάζονται;
Τόση κοσμολογία για το ένα.
Τόσες υποθέσεις για αυτό που εννοείται.
Για εκείνο που ρέει σε όλα τα αιμοφόρα ρυάκια.
Θα ήταν αγάπη.
Και τώρα δες με.
Μεταποιώ μια γυάλινη όψη.
Πάλι σου μοιάζει.

Η Λαύρα του Αυγούστου | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Μέσα στη σιωπή της νύχτας, ο Αύγουστος φεύγει σιγά σιγά. Μαζί κι ο λόγος που τον καρτερούσα τόσο πολύ.

Η μοναξιά, μοιάζει με το βουητό των κεραυνών, στο βάθος του ορίζοντα, καθώς αργοσβήνει σαν το ποίημα του καλοκαιριού, που δεν γράφτηκε για ’σένα.

Μα πόσο όμορφα θα ήταν όλα, αν μπορούσα να αισθανθώ. Το κύμα να σκάει στα πόδια μου, απλά κι αθόρυβα, εφήμερα και φευγαλέα, όπως ήρθε μέσα στις σιωπές της νύχτας η Λαύρα του Αυγούστου.

Πλέον δεν ξέρω ποιο επιδέξιο τέχνασμα φωτός, ποιος καθοριστικός θόρυβος, ποια μνήμη ευωδιάς, ποια ανάγκη μελωδίας ξυπνά τούτο το πετρωμένο χωματένιο στήθος.

Μα νιώθω, την ίδια ώρα, ότι βρίσκομαι στο ξεκίνημα των θεών κι επίσης σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο, όπου σ’ ακούω να με βλέπεις πίσω από το τζάμι.

Με βλέπεις να στέκω με το στόμα σφραγισμένο, επιτρέποντας από το βάθος το βουητό των κεραυνών σου να οδηγεί τα πουλιά σε μια νυχτερινή χορωδία.

Ποίημα | Θεοδώρα Βαγιώτη

vagioti

– ΧΧΙ –

Χάρισέ μου όλα τα λουλούδια·
μια καμέλια στήριξε
στα λυτά μαλλιά μου
με τη χάρτινη πεταλούδα ενός παιδιού
φέρε με το χέρι σου
ένα μάτσο γεράνια
και δέσε τα στον καρπό μου
να με κρατεί η μυρωδιά
από το χέρι
όταν θα χορεύω πάνω στους τύμβους
ένα τριανταφυλλάκι κόκκινο
βάλε στο στήθος μου
να στολίζει το φόρεμά μου
τάχα πως τρέμει απ’ την ανάσα
που απόσωσε τον οίστρο της
ρίξε στο κουτί μου
τα γαρίφαλα όλων των κήπων
τα λυγισμένα
που γέρνουν σαν ντροπιασμένα
μπροστά σε τούτη την έξοδο
χαιρέτησε γενναία
με τη βεβαιότητα του αποχωρισμού
και ζήσε για μένα δύο ζωές·
κεράσι και αγρίμι


* από την ποιητική συλλογή Μαρμαρογλυφείο [Shine], εκδόσεις Στίξις, 2022

Ψεύτρα ζωή | Μαριανίνα Κριεζή

μκ

Όλα είν’ ένα ψέμα πικρό
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
σπίτια, έπιπλα, ρούχα, λεφτά
φεύγουν οι άνθρωποι, μένουν αυτά

Πόσα ακόμα φεγγάρια θα δω
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
που με βάζεις στο φως, στη σκιά
πάνω στου έρωτα εγώ τη φωτιά

Ένα αυθαίρετο έχω
στη χώρα των τρελών
πεταλούδες εκτρέφω
με αίμα παλιών καημών

Κι όλες φεύγουν χωρίς γυρισμό
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
που με βάζεις στον ήλιο, στη γη
πάνω στου έρωτα εγώ την πληγή

Το σταυρό μου ας κάνω που ζω
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
μα σε καίω σαν να ’σαι χαρτί
για δυο ματάκια, για ένα κορμί

Δε μου φτάνεις για να τα χαρώ
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
που με βάζεις στο φως, στη σκιά
πάνω στου έρωτα εγώ τη φωτιά

Κάποια μέρα θα φύγω κι εγώ
ψεύτρα ζωή σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ
που με βάζεις στον ήλιο, στη γη
πάνω στου έρωτα εγώ την πληγή

2 ποιήματα | Διονύσιος Σολωμός

ΔΣ

Εἰς Φραγκίσκα Φράϊζερ
(θυγατέρα τοῦ Ἄγγλου διοικητῆ τοῦ νησιοῦ)

Μικρός προφήτης ἔρριξε σέ κορασιά τά μάτια,
καί στούς κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους εἶπε:
«Κι ἂν γιά τά μάτια σου Καλή, κι ἂν γιά τήν κεφαλή σου,
κρίνους ὁ λίθος ἔβγανε, χρυσό στεφάνι ὁ ἥλιος,
δῶρο δέν ἔχουνε γιά Σέ καί γιά τό μέσα πλοῦτος.
Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικά πλασμένος.

***

Τό ὄνειρο

Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου,
καί τῆς ὀμορφιᾶς θεά·
μοῦ ἐφαινότουν ὅπως ἤμουν
μετ᾿ ἐσένα μία νυχτιά.
Σ᾿ ἕνα ὡραῖο περιβολάκι
περπατούσαμε μαζί,
Ὅλα ἐλάμπανε τ᾿ ἀστέρια,
καί τά κύτταζες ἐσύ.
Ἐγώ τσὤλεα· πέστε, ἀστέρια,
εἶν᾿ κανέν᾿ ἀπό τ᾿ ἐσᾶς,
ποῦ νά λάμπη ἀπό κεῖ ἀπάνου
σάν τά μάτια τῆς κυρᾶς;
Πέστε ἂν εἴδετε ποτέ σας
σ᾿ ἄλλη, τέτοια ὡραῖα μαλλιά,
τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
τέτοια ἀγγελική θωριά;
τέτοιο σῶμα ὡραῖον ὅπ᾿ ὅποιος
τό κυττάζει εὐθύς ρωτᾶ·
Ἂν εἶν᾿ ἄγγελος ἐκεῖνος,
πῶς δέν ἔχει καί φτερά;
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
ὅπου μὤδινες γλυκά,
ἐξεφύτρωνε ἄλλο ρόδο
ἀπό τήν τριανταφυλλιά.
Ὅλη νύχτα ἐξεφυτρώσαν,
ως ὁποῦ λάμψεν ἡ αὐγή,
πού μᾶς ηὖρε καί τούς δυό μας
μέ τήν ὄψη μας χλωμή.
Τοῦτο εἶν᾿ τ᾿ ὄνειρο, ψυχή μου·
τώρα στέκεται εἰς ἐσέ,
νά τό κάμης ν᾿ ἀληθέψῃη,
καί νά θυμηθεῖς γιά μέ.

ΥΠ