Pastakas

#071 Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΑΡΗΔΩΝ

«Η ηλεκτρονική δημοσίευση είναι τίποτα, σαν να μην έγινε ποτέ», μου λέει νεαρός ποιητής και με κοιτάζει κατάμουτρα: «δημοσιεύω μόνο σε έντυπα περιοδικά». Δεύτερη ή τρίτη φορά μέσα σε λίγες μέρες, δέχομαι την ίδια αποστομωτική απάντηση από εικοσάρηδες ποιητές που αρνούνται την ηλεκτρονική ανάρτηση των ποιημάτων: η ανάρτηση γι’ αυτούς δεν αποτελεί δημοσίευση.

Έχουν δει τα αδελφάκια τους να ξεκατινιάζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι ακόμα χειρότερα τους γονείς τους να ανταλλάσσουν ερωτικά στιχάκια με εικονικούς φίλους και έχουν πάρει τις αποστάσεις τους. Έχουν δει τις παιδικές τους φωτογραφίες να δημοσιοποιούνται για να ικανοποιήσουν τη συναισθηματική πορνογραφία των μητέρων τους Ο κόσμος δεν είναι η εικονική πραγματικότητα που λάτρεψαν οι γονείς τους, οι εικονικοί φίλοι είναι δυο φορές ξένοι. Κουβαλούν τους Δαιμονισμένους και τον Δον Κιχώτη στο μπαρ, σε πάρκα και σε τρένα: αγαπούν την αργή ανάγνωση και είναι ικανοί να περιμένουν έξι μήνες και ένα χρόνο ολόκληρο για να δουν τυπωμένα τα ποιήματα και τα διηγήματά τους.

Άγριας ομορφιάς ιστολόγια, με τις αυξημένες πλέον γραφιστικές ικανότητες που παρέχουν τα δωρεάν προγράμματα, κάνουν την εμφάνισή τους. Καινούριος λόγος αρθρώνεται και στερεώνεται σε έντυπη μορφή. Ο Γουτεμβέργιος επιστρέφει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο: το διαδίκτυο έπεσε μέσα στην απεραντολογία των γονιών και των θείων. Η προσωπικές κρίσεις αποζητούν πλέον κάτι σταθερό που δεν μπορεί να το προσφέρουν οικογενειακά και πατροπαράδοτα δεσμά, απ’ τη στιγμή που έχει διαλυθεί γύρω τους το σύμπαν. Μια νέα εποχή ουσιαστικού και έντυπου πια λόγου, ανατέλλει. Ο πολιτισμός της εικόνας που τους παραδώσαμε δέχεται την πιο αυστηρή κριτική και κατά μέτωπον επίθεση από αυτούς τους εικοσάρηδες. Η μόνη χάρη που μπορούμε να τους κάνουμε κι έχουν απόλυτο δίκιο σε αυτό, είναι να εξαφανιστούμε σήμερα, τι λέω, αυτή εδώ τη στιγμή.

***

#072 ΚΟΙΝΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΑΣΤΗΣ: Η ΠΛΗΞΗ

Αυτό που χωρίζει την ακαδημαϊκή -τρόπον τινά- ποίηση από το αντίπαλο δέος την πρωτοποριακή -καταχρηστικώς- ποίηση της εποχής μας, είναι η διαφορετική στόχευση: η λόγια και καλλιεργημένη έκφραση ενάντια στον αυθορμητισμό, την προχειρότητα και τον άσεμνο λόγο. Τα πράγματα όμως δεν είναι ποτέ άσπρα ή μαύρα, όπως δεν είναι και στη ζωή του καθενός μας, όπως δεν είναι και σε οποιαδήποτε προσωπικότητα θα θέλαμε να εξετάσουμε, είτε είναι το γειτονάκι μας, είτε ένα ιστορικό πρόσωπο.

Και οι δύο αντίπαλοι έχουν έναν κοινό παρανομαστή: την πλήξη. Από τη στιγμή που εγγράφονται και οι δύο στον κοινό ορίζοντα αναμονής του αναγνώστη. Δεν χρειάζεται, στο μεγαλύτερο αριθμό των περιπτώσεων να διαβάσεις τα βιβλία τους, γιατί ξέρεις το ακριβές τους περιεχόμενο και τι σε περιμένει. Ο Μικ Τζάγκερ ερωτηθείς, βγαίνοντας από τη συναυλία των CCR του Τομ Φόγκερτι, είπε πως βαρέθηκε μετά το πρώτο πεντάλεπτο. Το χασμουρητό επισκιάζει και τα ποιήματα των ενταγμένων ένθεν κακείθεν λογοτεχνών.

Οι ετικέτες, οι ετεροκαθοριζόμενοι προσδιορισμοί, η ένταξη σε κάποια αγέλη προξενεί σοβαρότατο πλήγμα στη φωνή του επίδοξου γραφιά. Ο γραφιάς πρέπει να είναι ελεύθερος για να μπορέσει να μας εξασφαλίσει με τα έργα του το αναπόφευκτο, το αδιόρατο, το εκπληκτικό, το ανήκουστο, το τελεσίδικο, το οδυνηρό, το απρόσμενο, το αναπάντεχο, το καταστροφικό, το ανάποδο, το μη-αναμενόμενο, το αδόκητο, το αιφνιδιαστικό, το ακαριαίο, το απροειδοποίητο, το κεραυνοβόλο, το απότομο, το ανέλπιστο, το παράδοξο, το ανατρεπτικό, το απίθανο, το καινοφανές. Το απρόοπτο, χάριν του οποίου δικαιώνεται ο θάνατος των δέντρων.

***

#073 ΟΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΙ ΜΕΤΡΙΟΙ

«Τα περιοδικά είναι σαν τα περίπτερα», μου έλεγε τις προάλλες νέος ποιητής με το άγχος της δημοσιότητας, «όπως πας κι αγοράζεις τσιγάρα απ’ το πρώτο περίπτερο που θα βρεις μπροστά σου και δεν περιμένεις να φτάσεις στον περιπτερά της γειτονιάς σου, έτσι είναι και τα περιοδικά». Αναλογίστηκα πως εμείς στη γενιά μου ήμασταν πιστοί στο «Δέντρο» και δεν υποψιαζόμασταν καν να στείλουμε συνεργασίες σε άλλα περιοδικά, όταν δε έφυγα από το «Δέντρο», μετά από δέκα χρόνια συνεργασίας και μεταπήδησα στο «Πλανόδιον» αισθανόμουν σαν να πήρα μεταγραφή από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό.

Τώρα αν απορρίψω κάποια συνεργασία που μου στέλνουν για τα ηλεκτρονικά περιοδικά που τυγχάνω διαχειριστής, επιστρέφουν περήφανοι να μου επισυνάψουν τον σύνδεσμο με το δημοσιευμένο τους ποίημα ή κείμενο σε ένα άλλο ηλεκτρονικό περιοδικό. Είναι αυτοί οι «δραστήριοι μέτριοι» που μου έλεγε τις προάλλες στην Αξιοθέα ο Μιχάλης Πιερής, που από δημοσίευση σε δημοσίευση χτίζουν κάποιο ονοματάκι και με τη συνεχή τους παρουσία σε εντελώς αντιθετικά μεταξύ τους περιοδικά νομίζουν πως θα παραμείνουν στα Ελληνικά γράμματα.

Οι νέοι, λοιπόν, σαν και τον φίλο μου, δεν επιλέγουν σε ποιο περιοδικό θα δημοσιεύσουν, αρκεί να δημοσιεύσουν. Τους αρκεί η δημοσίευση και μόνον – όχι το που θα δημοσιεύσουν. Μερικοί μάλιστα στέλνουν τα ίδια ποιήματα σε ομαδική αποστολή με το σκεπτικό πως «κάπου θα κάτσει η μπάλα». Είναι αλήθεια πως με τα ηλεκτρονικά περιοδικά κανείς δεν μπορεί να είναι πολύ αυστηρός: έχουμε κατεβάσει πολύ το κριτήριο της αξιοπρεπούς δημοσίευσης και μέσα στην αναζήτηση καθημερινής ύλης κάνουμε διαρκείς εκπτώσεις. Οι δραστήριοι μέτριοι έχουν πληθώρα επιλογών μπροστά τους. Η δική μας επιλογή θα ήταν να επαναφέρουμε την ηθική των «Σημειώσεων», αλλά με τί προσόντα;

***

#074 ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ

Νέος ποιητής σε ένα ξέσπασμα ενθουσιασμού για τους συνομήλικούς του ποιητές, με κατακεραυνώνει με τη φράση πως «είμαστε μάρτυρες μιας ποιητικής κοσμογονίας». Είναι θετικό οι νέοι να ενθουσιάζονται και να αυτοθαυμάζονται. Σίγουρα κάποιος μπορεί να κρατήσει τις υποσχέσεις για καλή πορεία στο μέλλον. Δεν θέλησα να μπω στη διαδικασία εξαντλητικής εξετάσεως των επιτευγμάτων (αν υπάρχουν) και των εμφανών αστοχιών των βασικών εκπροσώπων της νέας φουρνιάς ποιητών και παρέμεινα στη λαβή που μου έδωσε περί κοσμογονίας.

Τον ρώτησα, λοιπόν, να μου αναφέρει αν υπάρχει μια νέα φουρνιά τραγουδιστών όπερας, ζωγράφων, ηθοποιών, σκηνοθετών σεναριογράφων, τραγουδιστών, συνθετών, αρχιτεκτόνων και επιστημόνων, μηχανικών, γλυπτών και ψυχαναλυτών. Καμία κοσμογονία δεν συντελείται εν τη απουσία ταυτόχρονης και συγχρονικής ανάπτυξης τεχνών και επιστημών. Κανένα λουλούδι δεν ανθίζει στην έρημο. Χρειάζονται συνέργειες και συνεργασίες και διευρυμένες παρέες και γόνιμες διαπολιτισμικές συζητήσεις και διεπιστημονικές ομάδες μελέτης.

Καμία τέχνη δεν μπορεί να αναπτυχθεί από μόνη της. Χρειάζεται να αρχίσουν οι τέχνες να συναντιούνται και πάλι. Οι ζωγράφοι να κάνουν παρέα με ποιητές και μουσικούς. Οι ποιητές με αρχιτέκτονες και μαθηματικούς για να αναπτύξουμε ένα νέο συλλογισμό, μια νέα συλλογικότητα. Μία πορεία μεμονωμένης αναζήτησης, «ο καθένας και η τέχνη του», έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο μετά από μισό και πλέον αιώνα αυτισμού. Οι ποιητές γράφουν για ποιητές, οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν για ζωγράφους κοκ.

Χρειάζεται να δημιουργήσουμε κοινές παρέες, να συγχρωτιστούμε με διαφορετικούς από εμάς τεχνίτες και τεχνοκράτες. Δεν του είπα πως ο ίδιος δεν κάνει παρέα ούτε καν με τους ομότεχνους. Δεν ήθελα να τον ξυπνήσω από το όνειρο παντοδυναμίας και το παραλήρημα μεγαλείου που τον διέπνεε.

***

#075 Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑΣ

Τέλειωσες το γράψιμο, λοιπόν, και θέλεις να βγάλεις βιβλίο. Διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις αυτά που έγραψες και αισθάνεσαι ικανοποιημένος. Κάνεις όμως ένα λάθος: τα διαβάζεις όπως σου έχουν μάθει οι κανόνες ανάγνωσης, από μέσα σου, νοερά και βουβά. Η σιωπηλή ανάγνωση όμως δεν σε βοηθάει να καταλάβεις τη ροή της γλώσσας. Πρέπει να εκφωνήσεις δυνατά τα γραπτά σου με ρυθμό, ύφος και χρώμα στη φωνή για να αντιληφθείς που χωλαίνει το κείμενο, να αποφύγεις τη χασμωδία και το επακόλουθο χασμουρητό, να επαναφέρεις στη ζωή το κείμενό που πάει να πάθει ανακοπή ή συμφόρηση από το μποτιλιάρισμα των λέξεων.

Είχα την τύχη να ακούσω τον Γιάννη Ρίτσο να απαγγέλει τα ποιήματά του, ένα βράδυ στο Ιταλικό Ινστιτούτο, στην Πατησίων. Όρθιος, με το βλέμμα του ανοικτό στο κοινό, να μας περιεργάζεται, και χωρίς να κρατάει τίποτα στα χέρια: ούτε βιβλία, ούτε χειρόγραφα. Τα χέρια ελεύθερα να κινηθούν στο ρυθμό που έδινε εκείνος στις λέξεις, να επισημαίνουν παύσεις και επιταχύνσεις, φως και ημίφως, απόγνωση και ευθυμία. Άκουσα πολλούς άλλους ποιητές να απαγγέλουν όλα αυτά τα χρόνια, από το 1987 μέχρι σήμερα, αλλά κανένας δεν είχε το χάρισμα του.

Δεν λέω, λοιπόν, πως πρέπει να απαγγέλετε τα ποιήματά σας από μνήμης, όπως έκανε ο Γιάννης Ρίτσος και να εκφωνείται από στήθους τα γραπτά σας, ούτε πως γίνεται ολοένα πιο επιτακτική η ανάγκη να επιστρέψουμε στην προφορικότητα της ποίησης (η ποίηση πρέπει να αναβαπτιστεί στον πηγαίο προφορικό λόγο των αοιδών και των ραψωδών, κατ’ εμέ). Ούτε σας προτρέπω να θυμηθούμε πως «έπος» σημαίνει προφορικός λόγος. Σας λέω απλά πως μόνον όταν θα έχετε απαγγείλει δυνατά πολλές φορές τα ποιήματά σας θα αντιληφθείτε που πάσχει ο γραπτός σας λόγος, ποιες λέξεις και στίχους ολόκληρους δεν μπορείτε να υποστηρίξετε προφορικά, και μόνο τότε να πάρετε την απόφαση να τα εκδώσετε σε βιβλίο.

***

#076 Η ΚΛΟΠΗ ΒΙΒΛΙΩΝ

Βοηθούσαν και τα αμπέχονα τότε, τα στρατιωτικά τζάκετ με τις πάμπολλες εσωτερικές και εξωτερικές τσέπες, να κλέβουμε κι ένα και δύο και τρία βιβλία από τα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Με είχε μυήσει στην τέχνη της κλοπής βιβλίων η Άννα-Μαρία, φοιτήτρια κοινωνιολογίας από το Σάσσαρι της Σαρδηνίας. Το Γενάρη του 1974 κάναμε μαζί ωτοστόπ από τη Ρώμη στην Περούτζια για να συναντήσω έναν παλιό συμμαθητή μου από τη Λάρισα. Στο κεντρικό βιβλιοπωλείο της Περούτζια λοιπόν, η Άννα-Μαρία βούτηξε αριστοτεχνικά τα ποιήματα του Νερούδα και τον τόμο του Άλλεν Γκίνσμπεργκ στα Όσκαρ Μονταντόρι «Jukebox all’ Idrogeno» και μου έμαθε τον τρόπο. Μου έδειξε επίσης εκεί στα υψίπεδα των Απεννίνων πως οι ρόγες των γυναικών πρήζονται κι απ’ το κρύο.

Ο Κωστής Παπαγιώργης απενεχοποίησε όλους εμάς τους κλέφτες βιβλίων με το άρθρο του στο «Πλανόδιον» αναδρομικά, γιατί τα βιβλία πλέον ήταν μέσα σε πλαστικά σελοφάν προστασίας όπως τα προφυλακτικά, και το να κλέβεις μικρά βιβλιοπωλεία είναι σαν να κλέβεις εκκλησία. Πρόσφατα, ωστόσο, ο Λεύκιος Ζαφειρίου είδε τις «Ωδές» του Κάλβου στην αλεξανδρινή τους έκδοση του 1942 από τον Σεφέρη, να κάνουν φτερά μες από τα χέρια του. Είχε μόλις μιλήσει στη Λευκωσία για τη σχέση του Σεφέρη με τον Κάλβο κι είχε επιδείξει με καμάρι την έκδοση των Νεοαλεξανδρινών στο ακροατήριο. Στο τέλος της βραδιάς συνειδητοποίησε πως κάποιος είχε ξαφρίσει το σπάνιο βιβλίο. Παραμένει όμορφο να παρακινήθηκε στην ανάγνωση του Κάλβου ένας απένταρος νέος, ακόμη και δια της κλοπής.

Αν είναι αλήθεια πως «η ευκαιρίας μας κάνει κλέφτες» όπως μας έπαιξε σε μουσική ο Τζιοακίνο Ροσσίνι, η κλοπή των βιβλίων δεν θα σταματήσει ποτέ. Από τα βιβλία που πετιούνται μέσα στους κίτρινους κυψελωτούς φακέλους από τον ταχυδρόμο στις εισόδους των πολυκατοικιών, τη βιβλιοθήκη του φίλου μας, τα δανεικά κι αγύριστα ως την κλοπή από ονομαστές αλυσίδες βιβλιοπωλείων, έχει την ανοχή μας. Είναι πάντα ωραία πράξη ζεν το να χαρίζεις βιβλία ή να τα κλέβεις προς ίδιον όφελος: αποκαθιστά έστω και προσωρινά, την αρμονία στον κόσμο.

***

#077 Ο ΕΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ

«Γιατί μέ τά χρόνια μαθαίνεις (= παθαίνοντας ) τί φοβερός σθένος, ἀπαιτεῖ ἡ τέχνη τοῦ λόγου ὅπως καί κάθε τέχνη. Συμβαίνει αὐτό πού συμβολικά λένε τά παραμύθια μέ τήν Κακιά Πεντάμορφη: στή ἀρχή δελεάζει τόν πρωτάρη καί ἀμύητο καί θεωρεῖ πανεύκολη τήν ἀνάβαση ὥς τό κάστρο της , καί μετά ἀργά ἤ γρήγορα τόν ἀπολιθώνει. Κυριολεκτικά τόν μετατρέπει σέ πέτρα, ἄν καί σπανίως ὁ ἴδιος τό ἀντιλαμβάνεται καί νομίζει πώς εἶναι ζωντανός καί ἐμπνευσμένος! Ἄν θυμᾶσαι σέ κάποιο σημεῖο λέει ὁ Ἰησοῦς αὐτό περίπου “ἔχετε λίθινες καρδιές καί θά σᾶς δώσω σάρκινες”», μου γράφει η αγαπημένη φίλη Νατάσα Κεσμέτη.

Με τα χρόνια και τα μελάνια αισθάνομαι επιτακτικά την ανάγκη να περιοριστώ σε ένα δωμάτιο δέκα τετραγωνικών και να μην ξεμυτίσω από εκεί, όπως πήρε πολύ νέος την γενναία απόφαση ο Βλάντιμιρ Χόλαν. Να περιορίσω τις ανάγκες μου στο ελάχιστο: να ανατρέχω μόνο σε σαράντα βιβλία και να γράφω σαν τον αείμνηστο Γιάννη Ζουγανέλη, που είχε στους τοίχους της κάμαρας τους εγκόσμιους αναχωρητές Νίκο Καρούζο και Γιώργο Χειμωνά. Αφού δεν μπορώ να κλειστώ σε ένα κελί μοναχού να αγαπήσω το κελί που θα φτιάξω ο ίδιος, να τρώω το φαί μου, να διαβάζω πολύ και να γράφω ελάχιστα.

Το σωτήριον έτος 1939 ο πατέρας μου αποφοίτησε από το οκταθέσιο Γυμνάσιο-Λύκειο της Λάρισας μαζί με τον Γιάννη Φλώρο και πολλούς άλλους συμμαθητές του, που έχτισαν τη σύγχρονη πόλη μας, και πήγε σε κάποιο μοναστήρι στο Πήλιο για να γίνει καλόγερος. Εκεί και μετά από παραμονή αρκετών ημερών και φιλοσοφικών συζητήσεων με τον πνευματικό της μονής, ακολούθησε τελικά τις συμβουλές του να προσφέρει τις υπηρεσίες του «εν κόσμω». Γύρισε πίσω και την ίδια χρονιά γράφτηκε στη Νομική Θεσσαλονίκης. Η σωτηρία της ψυχής μέσα στον κόσμο παραμένει ίσως το δυσκολότερο επίτευγμα του ανθρώπου. Ποτέ δεν είναι αργά. Η Νατάσα μού το είχε ευχηθεί το 2007, κομβική χρονιά της ύψιστης κρίσης για μένα. Σιγά-σιγά η ευχή της έπιασε. Κατάλαβα επίσης τι εννοούσε ο Σάντρο Πέννα με το ωραιότερο ίσως δίστιχο της Ιταλικής ποίησης : «Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος / μες στο γλυκό ψίθυρο της ζωής». Με κλειστά τα μάτια μέσα στο γιορτινό πλήθος και την καρδιά μου ελεύθερη επιτέλους, σας εύχομαι Καλά Χριστούγεννα, αγαπητοί!

***

#078 ΧΑΡΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

«Χαίρομαι που μου άρεσε», γράφω σε αγαπητό φίλο «το ποίημά σου». Ανοίγω πάντα τα συνημμένα αρχεία με την ενδόμυχη ανησυχία για το τι θα διαβάσω, ειδικά όταν ο αποστολέας τυγχάνει και γνωστός μου, ο οποίος συνήθως περιμένει όχι μόνο να το διαβάσω αμέσως, αλλά και να εκφέρω γνώμη και να το διορθώσω και να το επιμεληθώ, άσχετα από την ώρα, την στιγμή και την ημέρα. Από το γεγονός και μόνο πως είμαι ονλάιν, ο άλλος θεωρεί πως είμαι διαθέσιμος να κάνω τα πάντα: μέχρι και διαδικτυακό σεξ. «Δεν θα μου πεις μια κουβέντα για το ποίημα;», επιμένει χωρίς να καταλάβει πως του έγραψα το καλύτερο κομπλιμέντο που έχω στη φαρέτρα μου, γιατί το αμέσως χειρότερο θα ήταν το ευαγγελικό «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».

Χαίρομαι, λοιπόν, όταν διαβάζω ένα ωραίο ποίημα. Χαίρομαι να έχω φίλους που γράφουν καλά, γιατί όταν οι φίλοι μου γράφουν καλά αισθάνομαι κι εγώ καλύτερα. Χαίρομαι να γράφουν ωραία τα νεαρά παιδιά γιατί κάποια μέρα δικό τους θα είναι το βασίλειο. Δεν χαίρομαι όταν βλέπω τους χθεσινούς νέους να μην χαίρονται με τους σημερινούς νέους, γιατί έχω παρατηρήσει την υφέρπουσα απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζουν τους «μετά από αυτούς». Πασχίσαμε τόσο να φτιάξουμε ένα ονοματάκι κι αυτό θα θαφτεί κάτω από τα κείμενα των πολύ νέων; Ναι, η δυσανεξία των νέων για τους νεώτερους είναι γνωστή και παλαιάς κοπής.

Έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου, πριν σαράντα χρόνια: «(…) πρώτα πρώτα νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά πρόσωπα τα οποία ακούγονται και εκτιμώνται παρ’ αξίαν. Έχουν δηλαδή καταφέρει, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να θεωρούνται σπουδαίοι, ενώ δεν είναι. (…) Γιατί βλέπω ότι έχουν θεριέψει οι μετριότητες και μάλιστα τείνουν να γίνουν κατάσταση και σχολή ολόκληρη. Η σχολή της ασάφειας και της αταλαντοσύνης. Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να ξεχασθεί η έννοια και η ύπαρξη λογοτεχνικού ταλέντου. Έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι μορφωθεί και μπορούν να στήσουν δυο πράγματα σε κείμενο. Ε, λοιπόν, αυτό βαφτίζεται αμέσως σε λογοτεχνικό κείμενο. Μαστιζόμεθα από μη λογοτέχνες οι οποίοι παριστάνουν τους λογοτέχνες. Και αυτό το πράγμα γίνεται δεκτό, διότι υπάρχουν ολόκληρες χορωδίες οι οποίες αναπέμπουν ύμνους».

Να χαίρεστε, λοιπόν, αν μέσα σ’ αυτό το θέριεμα «μη λογοτεχνών που παριστάνουν τους λογοτέχνες» και το συνεπακόλουθο θέριεμα των εκδοτικών δραστηριοτήτων -γιατί «οίκους» πλέον δεν έχουμε- υπάρχει κάποιος που γράφει καλά. Καλή χρονιά, φίλοι μου.

***

#079 ΟΙ ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΒΙΟΝΗΧΑΝΙΑ

«Γιώργο έχεις απόλυτα δίκιο! Μου θυμίζουν λίστες γάμου! Οι προκατασκευασμένες λίστες των εκδοτικών εταιριών για τα προτεινόμενα όπως και οι ευπώλητες λίστες μαγειρευμένων top ten! Βασίζονται κυρίως στις δημόσιες σχέσεις (pr στο αγγλιστί) και ποιους θέλει το κατεστημένο, το λογοτεχνικό, (εδώ και αν υπάρχει) να προωθήσει! Βέβαια, εδώ χρειάζεται μια ευρεία δημόσια συζήτηση με συμμετοχή όλων των φωνών!», γράφει σε σχόλιό του ο Γιώργος Πραμαντιώτης, σε κάποια εξίσου οργισμένη ανάρτηση του Γιώργου Δουατζή στο «Φρέαρ». Οι γιορτές πέρασαν και του χρόνου πάλι θα έχουμε και τις «λίστες γάμου» και τους γκρινιάρηδες. Επειδή παρακολουθώ χρόνια τα ήθη και τα έθιμα των λογοτεχνών, κι από το 2007, αν θυμάμαι καλά γράφω στο «ποιείν» την τελευταία ημέρα του χρόνου για τα 4+1 ποιητικά βιβλία της ετήσιας παραγωγής (και θα συνεχίσω να το κάνω), θα ήθελα απλώς να συνεισφέρω στο δημόσιο διάλογο μια μελέτη των Ιταλών ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα.

Άνθρωποι που έγραφαν βιβλιοκριτική σε εφημερίδες και περιοδικά και είχαν φύγει αγανακτισμένοι από την «πολιτιστική βιομηχανία», ή τους είχαν απολύσει, έπιασαν το υποδεκάμετρο (έναν μικρό χάρακα είκοσι εκατοστών) και μέτρησαν τις διαφημίσεις των εκδοτικών οίκων στον τύπο. Μετά, μέτρησαν τις κριτικές για τα βιβλία των και (ω του θαύματος!) κατάλαβαν πως, η διαφημιστική δαπάνη των εκδοτικών καθόριζε απολύτως και τις βιβλιοπαρουσιάσεις!

Οι γκρινιάρηδες είναι είτε αφελείς, είτε παραπονιάρηδες. Τους συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσουν το άρθρο του Γιάννη Κωνσταντέλλη: (http://www.emprosnet.gr/blogs/arthra/71143-maziki-koyltoyra-kai-politistiki-viomihania), «γιατί τα ΜΜΕ συγκροτούν μια πολιτιστική βιομηχανία, η οποία «με αφετηρία το ίδιο το μαζικό μέσο» (J. Baudrillard) παράγει εφήμερα και επίκαιρα «πολιτιστικά προϊόντα».

***

#080 ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΕΚΝΑ

«Όχι, τα παιδιά σας δεν τα θέλω. Αν έχετε ποιήματα, ευχαρίστως να τα διαβάσω», ήταν η αυθόρμητη, χιουμουριστική απάντηση σε μέιλ ποιήτριας η οποία ήθελε να μου στείλει «τα παιδιά της». Δεν έχω παιδιά και ούτε θέλησα ποτέ μου να αποκτήσω. «Αν δεν θέλετε τα παιδιά μου», ανταπάντησε «δεν έχω να σας στείλω τίποτα. Εγώ επιμένω να ονομάζω παιδιά τα ποιήματά μου». Λήξη της επικοινωνίας με την δικιά μου απορία «λες και μπας;», γιατί ποτέ δεν ξέρεις σε ποιον θα αποθέσει τη λύρα του ο Απόλλωνας… Ίσως, χάριν αυτού του περιστατικού τραβούσαν την προσοχή μου διάφορες αναρτήσεις στο φέισμπουκ, όπου άλλος έλεγε πως «μόλις γέννησε μετά από ένα δύσκολο τοκετό την ποιητική του συλλογή», άλλος υπερηφανευόταν πως «είναι τρίτεκνος» απ’ τη στιγμή που κυκλοφόρησε το τρίτο του βιβλίο κι άλλος «πολύτεκνος».

Η συνήθεια να αποκαλείς «τέκνα» τα σκαριφήματά σου είναι πολύ παλιά. Στα νιάτα μου ήταν ίδιον των παραλογοτεχνών: αρκεί κάποιος να χρησιμοποιούσε αυτό τον όρο και τον κατέτασσε αμέσως στην κατηγορία των ερασιτεχνών. Απ’ ό,τι διαπίστωσα ο όρος καλά κρατεί κι ανάμεσα στους νεότερους. Ουδέν το νέον υπό τον ήλιο, θα έλεγε κάποιος διαβασμένος (ο Λουίσιος π.χ., για να θυμηθούμε την παρωδία του Πανούση για τον Λου Ρηντ του Σαββόπουλου). Σήμερα όμως, δεν υπάρχουν επίσημα «παραλογοτέχνες» (αν μη παρεολογοτέχνες…), κι όλοι δικαιούνται να είναι «λογοτέχνες» από τη στιγμή που «γράμματα γνωρίζουν». Έχει χαθεί πλέον εκείνη η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους τυχάρπαστους και τους λογοτέχνες. Η μάζα των γραφιάδων διεκδικεί τον τίτλο που θέλει, και δυνατά επιθυμεί να μην υπάρχουν κορυφές, και η συνήθης απορία που διατυπώνουν μεταξύ τους είναι «γιατί αυτός κι όχι εγώ».

Γιατί παλικάρι μου «εσύ δεν έχεις ταλέντο», θα ήταν η άμεση και χιουμουριστική μου πάντα απάντηση. Ειδικά όταν προέρχεται από κάποιον που έγραψε πως «η καρδιά του χύνει σπέρμα». Αφήστε τις παρομοιώσεις εκτός Ιατρικής, αν δεν έχετε γνώσεις Ιατρικής, γιατί είναι ο τρόπος να γελοιοποιηθείτε ανεπανόρθωτα. Ή μελετήστε την Ανατομία του ανθρώπινου σώματος, όπως έκανε ο Ντα Βίντσι πριν κάτσει να ζωγραφίσει. Κι αφήστε στην άκρη τους τοκετούς και τις γέννες. Άκληροι θα πεθάνετε όσα βιβλία κι αν γράψετε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s