3 ποιήματα | Ευθύμης Λέντζας

lentzas

Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;

***

Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.

***

Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.

Το καταφύγιο | Μαρίζα Παρασύρη

mel

σ’ ένα τρελό δωμάτιο
τώρα που γράφω
για τη ζαλάδα των τοίχων
τι έχω να πω
έξω απ’ το καταφύγιο τού στίχου
τώρα που κινδυνεύω
σ’ αυτόν τον ολότρελο θάνατο
τι έχω να πω;
πριν απ’ τον πόλεμο
σε φώναζα ελευθερία.
σ’ αυτόν τον μισότρελο κόσμο
τώρα που ξαναγράφω
ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται
μ’ αυτό το θεότρελο βλέμμα
ψάχνω ένα ένοπλο ποίημα
και δεν λέω κάτι
τώρα που με διαβάζω
με κλειστό το στόμα
τώρα που με ξαναδιαβάζω
από μέσα μου
δεν λέω τίποτα.


Η Μαρίζα Παρασύρη έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «ο αυτό-νόητος» από τις εκδόσεις Οσελότος. Eκπονεί M.Phil., στον κλάδο τής συγκριτικής γραμματολογίας, στο King’s College London. Ζει στην Αθήνα.

Νέο Savoir-vivre #81-90 | Σωτήρης Παστάκας

266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#081 Η ΠΑΝΩΛΗ ΤΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ

«Δεν ξέρει να γράφει, αλλά πρέπει να πάω στην παρουσίαση του βιβλίου της, γιατί την εκτιμώ σαν άνθρωπο», λέει ταλαντούχος φίλος, ηθοποιός και σκηνοθέτης. Στη μικρή μας πόλη έχουμε συνηθίσει να τηρούμε το εθιμοτυπικό: να παρευρισκόμαστε ακόμη και σε κηδείες αγνώστων επειδή ο εκλιπών ήταν «γνωστός γνωστού». Να επισκεπτόμαστε συγγενείς και φίλους κατά τας ονομαστικάς εορτάς. Να πηγαίνουμε σε μαιευτήρια και νεκροταφεία. Να παρευρισκόμαστε στας Εθνικάς Εορτάς με την μπάντα του Δήμου ή της Στρατιάς, στην κεντρική πλατεία, μαζί με τον Δεσπότη και τον Στρατηγό. Να πετάμε χαρταετό την Καθαρή Δευτέρα και να σουβλίζουμε το αρνί μας ανήμερα του Πάσχα. Υπό τους ήχους κλαρίνων και αναθυμιάσεων τσίκνας να τιμούμε την Τσικνοπέμπτη. Να κόβουμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα με δυο και τρεις μήνες καθυστέρηση. Να παρευρισκόμαστε στα σουαρέ των συλλόγων μας. Στη μικρή μας πόλη τα τελευταία χρόνια, απλώς προσθέσαμε στις κοινωνικές μας υποχρεώσεις και τις παρουσιάσεις βιβλίων.

Δεν ξέρει να γράφει, αλλά είναι ο εγγονός του πρώην Δημάρχου, ο οποίος θα είναι παρόν στην εκδήλωση και έχουμε την υποχρέωση, ο αγαπητός Δήμαρχος να μας δει. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά στο διάλειμμα θα παίξει φλάουτο ο υποψήφιος γαμπρός της κόρης μας και πρέπει να τον τιμήσουμε. Δεν έχει σημασία ποιος είναι ο συγγραφέας του βιβλίου, αλλά τον παρουσιάζει ο χαραμοφάης ο γιος μας που το παίζει λογοτέχνης κι είναι ευκαιρία να πάμε για να τους πούμε πόσο υπερήφανοι αισθανόμαστε για το χαραμοφάη το γιο μας. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά είναι πρωτοσέλιδο στον τύπο, ως και η τηλεόραση ανέφερε την παρουσίαση του βιβλίου στην μικρή μας πόλη, και πρέπει να πάμε κι εμείς. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά κατέχει σοβαρή θέση στο Δημόσιο και πρέπει να την έχουμε με το μέρος μας.

Άγιε Χαράλαμπε που τιμάσαι σήμερα, ως προστάτης μας από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα, καταπάτησε τις παρουσιάσεις βιβλίων, αυτό το τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα κι απάλλαξέ μας από το πονηρό της πνεύμα. Διαβάστε περισσότερα

Άξιον Εστί, Το Δοξαστικόν | Οδυσσέας Ελύτης

οδελ

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


* απόσπασμα από το τρίτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης «Το Αξιον εστί», εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1959

Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω για να ξέρεις
πως υπέφερα την κτηνωδία της αλήθειας
αρχή-μέση-τέλος
κι όταν θα ξέρεις
θα έχεις επιστρέψει
θα γονατίσεις
μπροστά στο πέπλο της λίμνης που αχνίζει
αφανίζοντας τους αποστάτες της
άδυτες γυναίκες, τον άσωτο ποιητή, σκυλιά και λευκά άλογα
και σιγά-σιγά εμάς
θα διασχίσουμε αόρατοι την ομορφιά
θα μας εξημερώσει άραγε
πριν να είναι αργά
ή θα διστάσουμε
για να έχουμε μία στιγμή
να απογοητευτούμε.

III.
Φτάσαμε εδώ που άλλοτε
ρήμαζε και το λεπτότερο φύλλο όταν έπεφτε
ρήμαζε γειτονιές, γενιές, γέφυρες·
οι κάτοικοι, τι στρατός από πυγολαμπίδες,
έτρεχαν με φως από το φως και πίσω από το φως
και καθημερινά κατά πάνω τους, πάνω στα έκθαμβα όνειρά μας
σαν ολοφώτιστα δρεπάνια σε ψηλό, σ’ αφημένο χόρτο·
ρήμαζε εαυτούς
στη ζώνη του αγέννητου, του αθέατου, του απλησίαστου
έναν-έναν, θρόισμα το θρόισμα
ο ύστατος φόβος, ο αποχαιρετισμός
εγώ για επιλόγους, για υστερόγραφα
για τις ανακρίσεις της ελπίδας πριν την ελπίδα
για λέξεις, στις λέξεις, στον ερχομό τους
εγώ όλο μισόλογα, όλα ανοιχτά, όλα πικρά στο στόμα
όλο της αφοσίωσης, της μύησης, του μύθου, της φυγής
εγώ για εκείνες τις υστερίες από άστρα
εγώ, μία ακόμη πληγή στο άπειρο
εγώ γιατί;
Τώρα ερείπια, ερημιά, προχωράμε
μέσα στους καπνούς
μας ελαφραίνει το σκοτάδι
μας χάνει ο ουρανός·
κοντοστεκόμαστε και θαυμάζουμε
με το κάθε μικρό γκρίζο, με το ίχνος του
στα μάγουλα, στα δάχτυλα, στα πνευμόνια μας
τη μοναδική πηγή
τη μόνη ζεστή έλξη, τη λάμψη:
το τελευταίο δέντρο που φλέγεται.

* Το ποίημα αναφέρεται στην ταινία Νοσταλγία του Andrei Tarkovsky.


Η Έλενα Λιαποπούλου Αδαμίδου γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στη Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Κείμενα της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες.