ng

(…)

Ξύπνησε γάργαρο νερό ἀπό τή ρίζα τοῦ πεύκου νά βρεῖς τά μάτια τῶν σπουργιτιῶν καί νά τά ζωντανέψεις ποτίζοντας τό χῶμα μέ μυρωδιά βασιλικοῦ καί μέ σφυρίγματα σαύρας. Τό ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνή κάτω ἀπό τό φοβερό βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβή μέσα στό λαμπερό πλῆθος τῶν ἄστρων. Δέ σέ προσέχει κανείς κανείς δέ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τήν ἀνάσα σου μά σύ μέ τό βαρύ σου περπάτημα μές στήν ἀγέρωχη φύση θά φτάσεις μία μέρα στά φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στά λυγερά κορμιά τῶν μικρῶν σπάρτων καί θά κυλήσεις ἀπό τά μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σάν ἐφηβικό φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη πού κάποτε περαστικός ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι πού δέν τό ξέρει ἀκόμα κανείς οὔτε τά πιό τρελά παιδιά οὔτε τά πιό σοφά τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σέ μιά σπηλιά τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στίς λαγκαδιές καί στά φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μά ὅταν ἀνοίξει κάποτε καί τιναχτεῖ ἐνάντια στή φθορά καί στό χρόνο αὐτό τό ἀγγελικό τραγούδι θά πάψει ξαφνικά ἡ βροχή καί θά στεγνώσουν οἱ λάσπες τά χιόνια θά λιώσουν στά βουνά θά κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τά χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριές θά ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μέ τά κρύα μάτια καί τά χλωμά πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τίς καμπάνες νά χτυπᾶν μέσα στά ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θά βροῦν καπέλα γιορτινά νά φορέσουν καί φιόγκους φανταχτερούς νά δέσουν στά παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δέ θ᾿ ἀστιεύεται πιά τό αἷμα τῶν ρυακιῶν θά ξεχειλίσει τά ζῷα θά κόψουν τά χαλινάρια τους στά παχνιά τό χόρτο θά πρασινίσει στούς στάβλους στά κεραμίδια θά πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καί μάηδες καί σ᾿ ὅλα τά σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιές τά μεσάνυχτα. Τότε θά ᾿ρθοῦν σιγά-σιγά τά φοβισμένα κορίτσια γιά νά πετάξουν τό τελευταῖο τους ροῦχο στή φωτιά κι ὁλόγυμνα θά χορέψουν τριγύρω της ὅπως τήν ἐποχή ἀκριβῶς πού εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τήν αὐγή γιά νά φυτρώσει στό στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νά εἶναι βαθύτερη παρηγοριά καί πιό πολύτιμη συντροφιά ἀπό μία χούφτα ροδόσταμο καί τό μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικό ἀπό τήν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα νά σᾶς λικνίζουν τά ὄνειρα μά ἐγέ κρατῶ στά δάχτυλά μου τή μουσική γιά μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νά σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τούς Βυζαντινούς χρονογράφους.

(…)

Χρόνια καί χρόνια πάλεψα μέ τό μελάνι καί τό σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Μέ τό χρυσάφι καί τή φωτιά γιά νά σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιά νά σέ παρηγορήσω
Ἐγώ πού κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μέ τά μάτια τῆς πούλιας
Καί μέ τή χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καί χορέψαμε μές στούς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στή θερισμένη καλαμιά καί φάγαμε μαζί τό κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά μέ τόσα βότσαλα τριγύρω στό λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στά μαλλιά σου.

2 σκέψεις σχετικά με το “Ἀμοργός | Νίκος Γκάτσος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s