kefalas

Κοίταζα μια φωτογραφία του πατέρα. Ήταν λίγο μετά την κατοχή. Δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Έφηβος με έναν ντορβά στον ώμο, δίπλα σε τρεις άλλους συνομηλίκους. Όλοι μαζί μια άθλια εικόνα. Εξαθλιωμένοι, αδύνατοι, με ένα βλέμμα περίεργο, πονεμένο. «Ποιος είναι ο πατέρας;» είχα ρωτήσει τη θεία. Μου έδειξε στη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας τον νέο που προανέφερα με τον ντορβά. Κάτι στα μάτια του τον θύμιζε αμυδρά. «Δες» πρόσθεσε η θεία. «Βλέπεις τη διαφορά από τους άλλους;» Δεν έβλεπα καμία διαφορά όσο και αν προσπαθούσα. «Ο πατέρας σου είναι ο μόνος που φορά παλτό». Όλοι οι άλλοι φοράνε σακάκι. Ξέρεις τι είναι να φοράς εκείνη την εποχή παλτό; Μεγάλη υπόθεση. Ο παππούς είχε χρήματα».

Τον θυμάμαι τον παππού. Το δικό του όνομα έχω πάρει. Ήταν κουρέας, εκτός από γεωργός. Έβγαζε από το κουρείο αρκετά, αλλά ήταν τσιγκούνης. Η γιαγιά απ’ ό,τι ήξερα κρυφά στην κατοχή μοίραζε ψωμί μόλις νύχτωνε στα πεινασμένα παιδιά του χωριού. Ο παππούς είχε καβούρια στην τσέπη. Όμως, όπως φαίνεται, τον γιο του τον φρόντιζε. Του αγόρασε παλτό για να μην κρυώνει εκείνα τα δίσεχτα χρόνια του εμφυλίου και της μιζέριας που βασάνιζε όλη την Ελλάδα, καθώς προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά τη γερμανική κατοχή.

Όταν έφυγε ο πατέρας, βρήκα στην ντουλάπα τις στολές του, ένα σακάκι κι ένα παλτό. Δεν είχε ρούχα πολιτικά. Μόνο ένα κοστούμι καλό με το οποίο τον θάψαμε. Με το που μπήκε στη χωροφυλακή μόνο της υπηρεσίας τα ρούχα φορούσε. Τους μοίραζαν υφάσματα δωρεάν και κουβέρτες. Κάτι ολόμαλλες που έγραφαν επάνω ελληνική χωροφυλακή. Δεν τον είδα ποτέ με πολιτικά ρούχα. Το σακάκι εκείνο άρχισα να το φοράω την άνοιξη γιατί ήταν ελαφρύ, και το παλτό, αφού το μεταποίησα λίγο, το φορούσα τους χειμώνες. Μάλλινο παλτό, ζεστό. Το είχε φάει ο σκόρος στο πέτο, αλλά ήταν σε σημείο που δεν φαινόταν πολύ. Με το πέρασμα των χρόνων το σακάκι και το παλτό δεν με χωρούσαν πια και τα έδωσα. Κράτησα μόνο μια φωτογραφία από το παλτό, κρεμασμένο έξω από τη ντουλάπα. Οι στολές του πατέρα δεν είχαν καλό τέλος. Τις είχε φυλάξει η μητέρα στο πλίνθινο σπίτι, το πατρικό, στο χωριό, μέσα σε μια πλαστική ντουλάπα. Ένα θείος ελαφρά τη καρδία, έσπασε το λουκέτο και εντελώς αυθαίρετα, έβαλε μέσα στο παλιό σπίτι, το ακατοίκητο για χρόνια, γουρούνια. Το μάθαμε από καταγγελία που έγινε στο υγειονομικό. Τα γουρούνια έφυγαν, είχαν μασήσει όμως πρώτα ό,τι βρήκαν μέσα στο δωμάτιο.

Το ξέχασα τελείως εκείνο το παλτό. Πέρασαν τα χρόνια. Ξέχασα και τη φωτογραφία του πατέρα της εφηβείας. Άλλωστε τα παλτό δεν είναι πια και τόσο στη μόδα. Οι περισσότεροι προτιμούν ζεστά μπουφάν, αδιάβροχα, που επιτρέπουν στο σώμα να ανασαίνει. Κάποια στιγμή ωστόσο μια συγκίνηση ξεπήδησε από μέσα μου ξαφνικά από το τίποτα, όταν άκουσα κοντά στο 2000, αν δε με γελά η μνήμη μου, το τραγούδι «Το παλιό μου παλτό» από τον Χρήστο Δάντη. Άλλη μια φορά πάλι, όταν διάβασα σε μια βιογραφία του Παπαδιαμάντη για εκείνο το φθαρμένο παλτό που σχεδόν σε όλη του τη ζωή φορούσε, τα μάτια μου βούρκωσαν.

Ενοχλήθηκα πολύ όταν άκουσα την λέξη «παλτό», χρόνια μετά, να λέγεται υποτιμητικά για κάποιον που είναι βάρος, που δεν προσφέρει αρκετά.

Δεν ξέρω ποιες δυνάμεις λειτουργούν μέσα μας. Στην ντουλάπα μου πια έχω ένα τσόχινο ακριβό παλτό. Το φοράω ελάχιστα. Όμως θέλω να είναι εκεί, νομίζοντας πως έτσι γεμίζει έστω και σαν ψευδαίσθηση ένα κενό της ζωής μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s