Pastakas

#091 ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Η πρώτη σας κίνηση είναι να διακρίνετε στην πόλη σας ένα άτομο κύρους που να ακτινοβολεί για τις πράξεις και τα επιτεύγματά του, στον τομέα που θέλετε να δραστηριοποιηθείτε κι εσείς. Οπλισθείτε με αυτοπεποίθηση, φορέστε το γιορτινό σας χαμόγελο και πλησιάστε τον στην ταβέρνα που τρώει ή έξω από την τουαλέτα που κατουράει, και του ζητείτε ταπεινά να βγείτε μαζί του μια σέλφι. Του κάνετε αίτημα φιλίας στο Φέισμπουκ κι αρχίζετε να πιατσικολογείται τους φίλους του και τις επαφές του. Εγγράφεστε στις ίδιες ομάδες και αρχίζετε διάλογο με όσους βλέπετε να έχουν πιο στενές επαφές με το άτομο που επιλέξατε. Έχετε ήδη ανεβάσει την πρώτη σας σέλφι με την προσωπικότητα του ενδιαφέροντός σας και συνεχίζεται να ανεβάζετε φωτογραφίες δίπλα του ή τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μαζί του, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση στους κοινούς σας πλέον φίλους πως έχετε μεγάλη οικειότητα μαζί του, πως σας ακούει, σας προσέχει και λαμβάνει σοβαρά τις προτάσεις σας και συμμερίζεται τα σχέδιά σας.

Αν υποθέσουμε πως ο στόχος σας είναι του λογοτεχνικού χώρου, τότε τα πράγματα για σας είναι ακόμη πιο εύκολα. Οι λογοτέχνες είναι επιρρεπείς στις κολακείες, και δείχνουν ιδιαίτερη αδυναμία στα δώρα, είτε πρόκειται για ένα μαγνητάκι για το ψυγείο, μια προσωπογραφία σε κάρβουνο, ή μια ασημένια σαμπανιέρα, θα σας θεωρούν φίλο τους. Αν τους κάνετε τα γλυκά μάτια και τους κεράσετε και καναδυό μπουκάλια κρασί, τότε πολύ εύκολα θα χρησιμοποιήσουν τα μέσα τους για να δημοσιεύσετε αμέσως τα σκαριφήματά σας. Ως δια μαγείας ο λογοτέχνης κύρους θα ξεκλειδώσει για σας τα περιοδικά που ως τότε φαινόταν στα μάτια σας σαν απόρθητα κάστρα. Δεν αποκλείεται μάλιστα να γράψει και κάτι για το βιβλίο που εκδώσατε με δικά σας έξοδα και να προθυμοποιηθεί να σταθεί δίπλα σας σε πάνελ παρουσιάσεων και ημερίδων και σύντομες νύχτες γεμάτες απαγγελίες που γρήγορα τελειώνουν κι ακόμη πιο γρήγορα λησμονιούνται.

Αφού, λοιπόν, ολοκληρώσετε το πλιάτσικο και τον έχετε περιφέρει ως λάφυρο στο στενό κύκλο των συγγενών και των γνωστών σας απ’ το λύκειο και το πανεπιστήμιο, είστε έτοιμοι για το μεγάλο βήμα. Μέσα σε λίγες μόνον ημέρες θα έχετε στήσει και την προσωπική σας σελίδα ως συγγραφέας στο Φέισμπουκ και ο δρόμος για τη δόξα θα είναι ανοικτός να τον περπατήσετε περήφανοι κι αγνώμονες.

***

#092 ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ

«Ένας ποιητής δεν είναι καλλίτερος από κάποιον άλλον ποιητή», έλεγε ο Αλμπέρτο Μοράβια για τον Παζολίνι. Το θέμα είναι ποιος θα πει τα πολλά, τα περισσότερα και τα σημαντικότερα από τους άλλους για την εποχή του και με μεγαλύτερη δύναμη. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, αξιωματικά μεγάλοι και μικροί ποιητές. Ακόμη κι εγώ ο ίδιος θεώρησα «μεγάλους» ποιητές σε κάποια χρονική περίοδο της ζωής μου και σε κάποια άλλη περίοδο λόγω της «ανάγκης» που διαμορφώνει τα γούστα μας καθημερινώς και τη φυσιογνωμία του προσώπου μας θα έλεγα με το αδυσώπητο και ανελέητο σκαρπέλο του γλύπτη, τους κατέταξα στους ελάσσονες. Μείζονες κι ελάσσονες ανεβοκατεβαίνουν μέσα μου σαν τις μετοχές στον πίνακα του χρηματιστηρίου.

Κατανοώ το άγχος επικράτησης των νέων ποιητών, αλλά δεν επικροτώ τις συμπεριφορές τους, όταν τους βλέπω να άγονται και να φέρονται στην Αγορά σαν έμποροι που πουλούν τίτλους και αξιώματα, να χρήζουν αλλήλους ποιητές έναντι δημοσιευμάτων και φιλαναγνωστικά βραβεία. Με παρηγορεί η σκέψη πως η σύγχυση δεν πρέπει να είναι σημερινή: ήδη από την αρχαιότητα «οι ποιητές», μας είχε επισημάνει ο Νίκανδρος, «γράφουν στίχους συλλέγοντας χρυσό, ως αντίτιμο των συκοφαντιών τους. Πουλάν ιάμβους, όπως ένας έμπορος, πουλάει λάδι».

Σε όποιον, λοιπόν, αναρωτιέται αν είναι «μεγάλος ποιητής» θα είχα να του πω να κάνει μια επίσκεψη στο νεκροταφείο. Θα τον συμβούλευα να επισκεφθεί το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, μια ασέληνη νύχτα και πιθανώς χωρίς έντονα καιρικά φαινόμενα. Να υπερπηδήσει τον φράχτη, εκεί από τη Βουλιαγμένης, και να απευθύνει το υπαρξιακό του ερώτημα στους πεθαμένους. Δεν πρέπει να φυσάει, ούτε να μπουμπουνίζει, γιατί ως γνωστόν οι νεκροί έχουν αδύναμη ακοή, και για να μην μπερδεύεται η ερώτησή του με το θρόισμα των πεύκων και των κυπαρισσόμηλων. Οι ιδανικές συνθήκες θα έλεγα πως είναι το τσουχτερό κρύο, το αφέγγαρο σκοτάδι και το προχωρημένο της ώρας. Πρέπει να είναι ακριβώς δώδεκα τα μεσάνυχτα, να έχετε πάρει ήδη θέση στην κεντρική οδό του νεκροταφείου δηλαδή, για να θέσετε το επίμαχο ερώτημά σας στους νεκρούς: «Είμαι ο μεγαλύτερος ζων ποιητής;».

Αν λάβετε απάντηση στο ερώτημά σας να έρθετε να μου την πείτε όποια κι αν είναι αυτή.

***

#093 ΠΩΣ ΦΤΙΑΧΝΕΤΑΙ (ΟΧΙ ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ) ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Αποφασίζω να συνθέσω ένα ποίημα, όταν ένα δυνατό συναίσθημα με σπρώχνει να το κάνω – περιμένω όμως, να ωριμάσει το συναίσθημα και να γίνει απόφαση. Τότε επιλέγω ένα στόχο, όσο το δυνατόν απλό, προς τον οποίο θα προχωρά το συναίσθημα μου (αν και μεταξύ μας, πολύ συχνά δεν καταλαβαίνω πως το κάνει αυτό!), και τέλος συνθέτω το ποίημα, χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου. Δανείζομαι από άλλους (από ποιους δεν έχει σημασία). Επινοώ αν πρέπει (δεν έχει σημασία τι και πως). Χρησιμοποιώ τη γλώσσα που έμαθα στο δημοτικό και απέδειξα με τα χρόνια πως έμαθα τους κανόνες της και ξέρω να δουλεύω μέσα στα όριά της. Το σπουδαίο είναι πως το τέλος που τελικά βάζω, αποτελεί μια ανακάλυψη. Δεν είναι το τέλος που είχα σκεφτεί στην αρχή. Γιατί κάθε λύση εμπεριέχει νέες επιλογές. Κάθε επιλογή θέτει νέα προβλήματα. Κάθε νέο πρόβλημα ζητά κι επιθυμεί διακαώς τη λύση του. Πάλι και ξανά. Βασανιστικά. Έτσι, ο ποιητής, βαθιά μέσα στα μύχια της καρδιάς του, πάντα εκπλήσσεται από το δρόμο που ακολουθεί το ποίημά του. Αυτό του φτάνει. Θα έλεγα μάλλον πως αυτό είναι το καύσιμο που τον κρατάει σε τροχιά γύρω από την Ποιητική Τέχνη. Να ξανανιώσει δηλαδή και να επαναλάβει αυτή την πρωταρχική έκπληξη.

Ένα ποίημα, λοιπόν, το φτιάχνεις διαλέγοντας θέμα, δουλεύοντας το με σειρά και τάξη. Χρησιμοποιώντας το ένα στοιχείο για να βοηθήσεις το άλλο. Παρατάσσοντας το μέτρο δίπλα στην αίσθηση της γλώσσας και λοιπά και λοιπά. Είχαμε πιαστεί μες στο συναίσθημα της διδασκαλίας του ποιήματος και έλεγα στον φίλο που αποφάσισε κι αυτός να κάνει φέτος μαθήματα δημιουργικής γραφής, πόσο απλό ήταν ή πόσο απλό φαινόταν. Είχαμε πιει λίγο παραπάνω κρασί σε ένα σουβλατζίδικο στην Αριστοτέλους τις προάλλες. Μιλούσαμε σοβαρά και πιστεύω πως τον βοήθησα αρκετά και τον ενθάρρυνα δεόντως: δεν του αποκάλυψα από πιο βιβλίο αντέγραψα τα λεγόμενά μου και δεν νοιώθω την υποχρέωση να σας το αποκαλύψω ούτε σε σας. Επιμένω στην άποψή μου πως οι θεοί της ποίησης είναι σοφοί, γιατί μας γλυτώνουν από τους στόχους που εμείς νομίζουμε πως επιδιώκουμε μια ολόκληρη ζωή. (Τζον Γουίλιαμς, Αύγουστος, μτφρ Μαρία Αγγελίδου, Aldina #10, 2017 και για την αντιγραφή Σ.Π.)

***

#094 Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Ο Γιώργος Δρανδάκης στις αρχές του 2000 δημοσίευσε το Νίκο Χειλαδάκη, αν θυμάμαι καλά, καναδυό άλλους κι εμένα σε μια Διεθνή Ανθολογία Ποίησης στην Ινδία. Μας είπε πως τυπώθηκαν 500 χιλιάδες αντίτυπα και πως θα μοίραζε τα βιβλία όταν με το καλό θα τα παραλάμβανε. Πράγματι, τα βιβλία κατέφτασαν και με μεγάλη υπερηφάνεια έδειξα το πρώτο αντίτυπο στον Κώστα Σοφιανό που έτυχε να είναι στο Ιατρείο μου για λογοτεχνική κουβεντούλα, όπως το συνηθίζαμε, για νέες εκδόσεις κλπ. «Σε ποια γλώσσα το μετέφρασαν, αγαπητέ Σωτήριε; Οι επίσημες μόνο γλώσσες της Ινδίας είναι τουλάχιστον 25, για να μην αναφέρω τα Αγγλικά και τα Γαλλικά.» Δεν ήξερα να του απαντήσω, κι όπως πολλές φορές αισθανόμουν με τον Κώστα, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Τόσο μεγάλη ντροπή ένοιωσα και μετά βίας κατάφερα να ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου. Ούτε λόγος έκτοτε περί της ανθολογίας που είχε κυκλοφορήσει στην Ινδία στη Βεγγαλική, την Χίντι, τη Κανάντα, τη Τελούγκου ή στην Αραναντάν; Έκρυψα το βιβλίο, δεν το ανέφερα ξανά ούτε στην εργοβιβλιογραφία μου. Το έσβησα τελείως από τη μνήμη μου.

Λίγα χρόνια αργότερα, θα βλέπαμε να μεταφράζονται Έλληνες ποιητές σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, έναντι αδράς αμοιβής (όχι από τους ξένους προς τους δικούς μας, που θα ήταν το λογικό και το πρέπον), αλλά οι δικοί μας να βάζουν το χέρι βαθειά στην τσέπη για να «μεταφραστούν» εις την ξένη και να πάρουν μέρος και σε Διεθνή Φεστιβάλ Ποίησης, όπου επίσης πλήρωναν οι ίδιοι τα εισιτήρια, την παραμονή και τη συμμετοχή τους. Ψιλά γράμματα θα μου πείτε, αλλά υπάρχει κι μια κατηγορία που συμμετέχει μόνο έπειτα από πρόσκληση και φυσικά καλείται να διαβάσει με όλα τα έξοδα καλυμμένα, συν ένα ποσό αποζημίωσης. Για να τα διαχωρίζουμε λοιπόν, αυτά τα δύο: άλλο η συμμετοχή κατόπιν προσκλήσεως κι άλλο ο Ποιητικός Τουρισμός, οι μεταφράσεις και τα βραβεία που αγοράζονται βάσει τιμοκαταλόγου, και τα ταξίδια.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο “Naji Naaman’s Literary Prize” 2017, από το διεθνή οργανισμό “Naji Naaman’s Foundation for Gratis Culture” (FGC), ανέδειξε 52 νέους βραβευμένους. Γέμισαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από βραβευμένους ποιητές. Ούτε ένας, ούτε δέκα: πενήντα δύο ακριβώς. Θα έκανα, λοιπόν, την μετριοπαθή πρόταση στους ποιητές μας με μια ελάχιστη επάρκεια στις γλώσσες και με περισσή οικονομική άνεση να μας βγάλουν ασπροπρόσωπους και στα Διεθνή Φεστιβάλ και στα Βραβεία, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στη χώρα και κάνοντάς μας όλους υπερήφανους.

***

#095 ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΠΟΙΗΤΕΣ

Μην πιάσεις ποτέ κουβέντα με δήθεν ποιητές. Θα σνομπάρουν τα επιχειρήματά σου και θα σου απαντήσουν πως δεν θέλουν να σε ακούν, και πολύ περισσότερο να σε διαβάζουν. Οι δήθεν έχουν την άνεση να μεταφέρουν την κουβέντα εκτός θέματος και να περνούν σε επιθέσεις και ύβρεις επί «προσωπικού», με την άνεση των αγροίκων που είναι υπερήφανοι για την αγραμματοσύνη τους. Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι την άγνοιά σου, αλλά είναι απελπιστικό να την υπερασπίζεσαι. Δεν είναι κακό να αγνοείς τις προτροπές και τα έξι μαθήματα του Μπόρχες και του Καλβίνο στο Χάρβαρντ, ή τα έξι+ένα μαθήματα για το λόγο του Χειμωνά, αλλά είναι ποταπό να λες πως δεν σε ενδιαφέρουν να τα διαβάσεις.

Οι δήθεν με δυο λόγια, δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους. Ίσως να είχαν διαβάσει το ποίημα του Βαλέριο Μαγκρέλι πως «ο ποιητής είναι μύωπας» και νόμισαν πως η ελαττωματική τους όραση είναι το άλφα και το ωμέγα να στεριώσουν λογοτεχνική καριέρα. Οι δήθεν είναι παιδιά που μεγάλωσαν μαζί με έναν πατέρα που δεν κατάφεραν να τον μισήσουν θανάσιμα, απλώς επειδή ο πατέρας τους απουσίαζε παντελώς από τη ζωή τους. Δεν έμαθαν ποτέ τρόπους απλής καθημερινής συμπεριφοράς, π.χ. δεν σηκώθηκαν ποτέ να δώσουν τη θέση τους στο αστικό, δεν έσκυψαν ποτέ να σηκώσουν μια τσάντα ηλικιωμένου που έπεσε στο δάπεδο του σουπερμάρκετ, δεν μάζεψαν ποτέ να κατεβάσουν τα σκουπίδια από το σπίτι τους. Οι δήθεν δεν έφαγαν ποτέ ένα σκαμπίλι τη στιγμή που τους έπρεπε και νομίζουν πως όλοι θα τους συγχωρούν και θα τους αγαπάνε σαν τη μανούλα τους.

Οι δήθεν περιμένουν από όλους την ανοχή της μάνας, την αποχή του πατέρα από την κρίση του. Μεγάλωσαν στην απουσία του πατέρα και δεν χρειάστηκε να διαπράξουν την υγιή πράξη της πατροκτονίας. Ειλικρινά είναι προς λύπηση. Στην πρώτη ευκαιρία ματαίωσης του υπερτροφικού τους εγώ μετατρέπονται σε γυναικούλες και βγάζουν τα νύχια τους σαν όλες τις απατημένες συζύγους. Δεν κάθονται να υπερασπιστούν την άβολη θέση τους και περνάν στην αντεπίθεση επί δικαίω και αδίκω. Δεν είναι σπάνιο είδος: μεγαλώνουν γύρω μας και πολλαπλασιάζονται παρ’ όλο που δεν αναπαράγονται.

***

#096 ΧΟΡΗΓΙΕΣ, ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ, ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

Κάποτε εξέδωσα το μυθιστόρημα ενός φίλου γιατρού. Εμφανίστηκε μια φαρμακευτική εταιρεία (όχι η Novartis) και προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει όλη την πρώτη έκδοση ουσιαστικά, προαγοράζοντας δήθεν αντίτυπα… διαβάζω στη σελίδα του περιοδικού και των εκδόσεων «Πανοπτικόν» στο fb. Θυμάμαι κάποια άλλη εταιρεία που όχι μόνον προαγόρασε τα βιβλία του γιατρού, αλλά τα τύπωσε σε οίκο της προτίμησής του. Περήφανος ο φίλος γιατρός θεώρησε ευγενικό εκ μέρους του να αναφέρει στον κολοφώνα του βιβλίου πως «η έκδοση του βιβλίου έγινε χάρη στην ευγενή χορηγία της τάδε φαρμακευτικής εταιρείας». Δεν ήταν λίγοι οι συνάδελφοι που ζήλεψαν ανοικτά την τύχη του και οικτίρισαν εαυτούς που αντί για έκδοση βιβλίων, συνέχιζαν να ζητάνε ζάντες αλουμινίου, κλιματιστικά ινβέρτερ και τηλεοράσεις πλάσματος.

Τα πολιτιστικά ινστιτούτα των διαφόρων κρατών στη χώρα μας επιδοτούν επίσης την έκδοση των βιβλίων. Αυτό που δεν είναι γνωστό, σε μας τουλάχιστον, είναι το σκεπτικό με το οποίο γίνονται αυτές οι χρηματοδοτήσεις. Γιατί π.χ. να επιδοτείται το βιβλίο του Εντσενσμπέργκερ που βγήκε έτσι κι αλλιώς από ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο των Αθηνών, και να μην επιδοτείται το βιβλίο του ίδιου συγγραφέα που βγαίνει από έναν μικρό εκδοτικό της συμπρωτεύουσας; Απορίες αθώου και αδαούς περί των εκδοτικών; Ίσως. Ίσως δεν γνωρίζουμε την πολιτική που ακολουθεί σε αυτόν τον τομέα το Ινστιτούτο Γκαίτε.

Γνωρίζουμε, πάντως, από πρώτο χέρι πως το εν λόγω ινστιτούτο όχι μόνο δεν χρηματοδότησε την έκδοση των απάντων του Νίτσε στα Ελληνικά, αλλά δεν αγόρασε ούτε μια σειρά με τους δεκαπέντε τόμους, έστω για τη βιβλιοθήκη του. Σε αυτό οι Γερμανοί συμπεριφέρονται μάλλον όπως ένας οποιοσδήποτε Έλληνας που υπηρετεί στην αντιδημαρχία πολιτισμού μιας οποιασδήποτε πόλης καθ’ άπασα την επικράτεια: βολεύει τα φιλαράκια του, κάνει πολιτισμό με τους φίλους των φίλων, επιχορηγεί εκδηλώσεις μηδενικού πολιτιστικού βεληνεκούς, στρώνει ψησταριές και μοιράζει τσαρούχια σε συλλόγους που διδάσκουν δημοτικούς χορούς.

Μην ανησυχείτε, λοιπόν, αν για λίγο καιρό (μέχρι να κοπάσει το σκάνδαλο), οι φαρμακευτικές δεν θα εκδίδουν πια το έργο σας. Όλο και κάποια επιχορήγηση θα πάρετε αν πλευρίσετε κάποιο στέλεχος στα κοινοτικά του χωριού σας. Μέρες που είναι μην κάθεστε στην Αθήνα: επανασυνδεθείτε με τους παλιούς σας φίλους και αν σταθείτε τυχεροί μπορεί να κάνετε και καινούργιους που θα μετράνε στον πολιτισμό του τόπου σας.

***

#097 ΑΞΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΠΙΟΤΙ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ

Ο φίλος φιλόλογος είναι οινόφλυξ και ποιητής κατά διαστήματα, για να μην τον προσβάλλω και πω πως είναι ποιητής με μεγάλα κενά. Αέρος. Αρέσκεται στα παλιά κείμενα και τα αναφέρει, αναγνωρίζοντας ως φιλόλογος που είναι εκείνες οι πλάγιες αναφορές στις προσωπικές αδυναμίες των μεγάλων και των μικρών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τη ροπή στο κρασί και τον ποδόγυρο. Επαναλαμβάνει στο τσακίρ κέφι πως ο Κάφκα τα έφτιαχνε μόνο με σερβιτόρες, ο Σελίν με χορεύτριες. Κορίτσια ταπεινής καταγωγής υπηρετούν τους διανοούμενους στη φαντασία του, κι ίσως να έχει δίκιο. Από προσωπική μου άποψη τα καλύτερα κορίτσια για ένα λογοτέχνη και δημιουργό υψηλής (πάντα!) τέχνης είναι οι κομμώτριες (και μάλιστα, όχι αυτές που έβγαλαν τη σχολή, αλλά αυτές που είναι βοηθές πιστολάκι!), αν δεν υπήρχαν οι νοσηλεύτριες.

Οι αδελφές νοσοκόμες με την εξοικείωση τους στα υγρά που αποβάλει το σώμα (κόπρανα, κάτουρα και φλέγματα), είναι τα καλύτερα κορίτσια, και πολύ συχνά τις συναντάμε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μεγάλους λογοτέχνες και διανοούμενους. Ο φίλος μου, που δεν στερείτε ντοκτορά φυσικά, θεωρεί πως επειδή είναι γερμανόφωνος και σχολής Φρανκφούρτης, δεν απαιτεί ως σύντροφο κάποια δεσποινίδα ισάξιων προσόντων, αλλά ένα απλό κορίτσι του λαού: λίγο πρεζάκι λίγο πουτάνα, και λίγο νοικοκυρά. Εκτιμά και μεταφράζει την τρέλα των παλιών προ εκατονταετίας γερμανών ποιητών, αλλά δεν βλέπει την τρέλα των σημερινών φίλων που τον συντροφεύουν στο κρασί και γράφουν πύρινα στιχάκια για τις εξαρτήσεις και τις γκόμενες.

Ο φιλόλογος φίλος μου εκτιμά τον Πάρα, αλλά την ίδια μέρα που πέθανε ο Νικάρορ δεν εκτίμησε τα στιχάκια μου που ανέβηκαν, εντελώς κατά σύμπτωση το προηγούμενο βράδυ σε κάποια ιστοσελίδα με πολλές επισκέψεις. Είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε την τρέλα των παλιών, αλλά η τρέλα των συγχρόνων μας, είναι αλήθεια, μας τρομάζει. Όχι μόνο μας τρομάζει, αλλά την αποφεύγουμε. Τη φοβόμαστε. Τη θεωρούμε μεταδοτική και θανάσιμη. Η τρέλα των συγχρόνων μας δεν βρίσκει αποδοχή και δεν χαίρει εκτιμήσεως. Ο φίλος μου φιλόλογος στον ύπνο λατρεύει το «αρνάκι άσπρο και παχύ» αλλά ακόμη δεν έχει καταλάβει τη ρήξη που έκανε ο ποιητής Φανφάρας με το στίχο του «άσπρα κοράκια, μαύρα κοράκια», κι ας έχει παρέλθει μια ολόκληρη πεντηκονταετία. Κι απέμεινα να αναρωτιέμαι: πόσα χρόνια χρειάζονται τελικά για να αναδειχτεί το καινούριο;

***

#098 ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΝΕΑΡΕ ΜΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗ

Πρέπει όμως να με συγχωρήσεις αν χασμουριέμαι με τις ατελείς φράσεις σου, τις επαναλήψεις σου, το ψεύτικο πάθος σου, το λίγωμα της φωνής σου και τις αποκηρύξεις σου, τις ταλαντεύσεις και τους δισταγμούς σου, τα ω και τα α σου, τα καπέλα και τα φουλάρια σου. Για ’μένα όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα και οι ώρες είναι πραγματικά πολύτιμες για να τις σπαταλά κανείς – αν βέβαια έχει κάτι καλύτερο να κάνει από το να γράφει οδηγούς καλής συμπεριφοράς.

Εσύ είσαι που θα καταστρέψεις την Εταιρεία Συγγραφέων; Εσύ θα κάνεις το επάγγελμα του λογοτέχνη αναξιοπρεπές; Δεν πρέπει να φοβόμαστε τους ανατρεπτικούς εν τη αθωότητί τους νεαρούς, αλλά αυτούς τους Ταρτούφους, τους δευτεροκλασάτους ποιητές που δήθεν μας υπηρετούν κάνοντας τα γλυκά μάτια στην ιεραρχία μας, κι επιχειρούν, αν δεν το έχουν ήδη καταφέρει, να χωθούν ανάμεσά μας. Άνθρωποι που ούτε αρχές έχουν, ούτε συγκεκριμένες και κατασταλαγμένες απόψεις περί λογοτεχνίας και ποιήσεως. Τυχάρπαστοι τυχοδιώκτες, αριβίστες και παρβενού, που δεν τρέφουν λογοτεχνικές πεποιθήσεις και δεν ασπάζονται κανένα ποιητικό δόγμα.

Όμοιοί σου, ανεπαρκή νεαρέ μου συνομιλητή, που ακολουθούν ό,τι είναι εκείνη τη στιγμή του συρμού, και στον κοντόφθαλμο ορίζοντα αναμονής. Οπορτουνιστές και καιροσκόποι. Πριμαντόνες και κλόουν. Ισορροπιστές και σχοινοβάτες με μαύρα σταυρωτά και κουμπωτά γιλέκα που αν τύχει και τους δεις όλους μαζί αρχίζεις να πιστεύεις πως αυτός ο κόσμος, στο σύνολό του σχεδόν, έχει τέτοια χάλια που δεν αξίζει τελικά να ασχοληθεί κανείς μαζί του.

Πιθηκάνθρωποι, παγώνια. Σκύλοι της ποιήσεως. Γατάκια που βγάζουν τα νύχια τους. Σκύλοι έχουν επιτεθεί ως γνωστό στα αφεντικά τους. Κουταβάκια που τα περιέθαλψες και τους βοήθησες να ανοίξουν τα ματάκια τους μετατρέπονται σε άγρια κι αιμοβόρα σκυλιά που τολμούν να δαγκώσουν το χέρι που μέχρι χθες τα τάιζε. Σκύλοι της δημοσιότητας που μόλις τους σβήνεις το φως του προβολέα μετατρέπονται σε αρπακτικά και σου ξεσκίζουν τις σάρκες. Τυμβωρύχοι και πτωματολάγνοι. Νυκτόβιοι και νεκροφάγοι κι αχόρταγοι για σάπια σάρκα, κόκαλα και εντόσθια. Κανίβαλοι που αφού τους μεγαλώσεις στη φωλιά σου, δεν βλέπουν την ώρα να μυρίσουν το πτώμα σου για να σε κατασπαράξουν.

Ανεπαρκή νεαρέ μου συνομιλητή, τούτο εστί το σώμα μου, τούτο εστί το αίμα μου. Υπενθύμισε όμως στους συμπότες σου τους νεκροφάγους πως «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». (Άντονι Τρόλοπ, Οι πύργοι του Μπάρτσεστερ, μτφρ Ισμήνη Καπάνταη, Orbis Literae, 2017 και για την αντιγραφή Σ.Π.)

***

#099 ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Είχα παίξει κι εγώ στο χρηματιστήριο. Μπήκα αργά, πολύ αργά κι έχασα αμέσως. Οι απώλειές μου ήταν γύρω στα δύο εκατομμύρια δραχμές. Πολύ γρήγορα έχασα τα λεφτά μου, όπως έχασα εξάλλου τη νιότη μου και τα υπάρχοντά μου. Είναι η γαμημένη η ηλικία, που εκεί ανάμεσα στα τριανταπέντε και τα σαράντα πέντε σε κάνει να νοιώθεις αθάνατος. Το μυστικό της ζωής: η παραμυθία του ζωντανού οργανισμού που δεν φοβάται τίποτα στον κόσμο. Εκεί που αναπαράγεσαι και αυτοπαρηγοριέσαι πως είσαι ανίκητος. Πως όλα σου ανήκουν κι όλοι σε εξυμνούν και σε θαυμάζουν. Μόνο που κάποια στιγμή ξυπνάς, αν καταφέρεις να επιζήσεις φυσικά από το γλυκό σου παραλήρημα, και βρίσκεσαι με τρύπια χέρια. Καταλαβαίνεις πως σε εξαπάτησαν. Ανακαλύπτεις πως είσαι τρωτός κι ευάλωτος, εκεί γύρω στα πενήντα. Πως ο χρόνος παρήλθε και το έργο δεν ολοκληρώθηκε. Όχι μόνο σύνθεση δεν έγραψες, αλλά ούτε καν μια πλακέτα με ποιήματα άξια μνημόνευσης. Άντε με το ζόρι καναδυό ποιήματα, που κι αυτά θα είχαν ξεχαστεί αν δεν τα στήριζαν οι φίλοι σου με τις βακτηρίες της δημοσιότητας σε εφημερίδες και ιλουστρασιόν τρέντυ περιοδικά.

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον την πορεία των νέων λογοτεχνών. Αναγνωρίζω τη μάχη τους για επικράτηση. Αυτή τη διαρκή αγωνία να είναι και να συμπεριλαμβάνονται μες στην εικοσάδα, τη δεκάδα, την τετράδα. Συμπονώ την απελπισία τους, όταν μένουν εκτός της λίστας των ποιητών του σήμερα, και γενικώς όταν κόβουν το νήμα τέταρτοι και δεν ανεβαίνουν στο βάθρο έστω της τρίτης θέσης. Παρακολουθώ από την απόσταση ασφαλείας, που μπορεί να έχει κάποιος συνταξιούχος σε παραθαλάσσιο θέρετρο τους λυκοκαυγάδες τους και τις λυκοφιλίες. Τις αιματηρές συμμαχίες που ανατρέπονται με ταχύτητα επεισοδίου τηλεσειράς. Τα παιγνίδια που στήνονται για τον θρόνο. Τα βασίλεια που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν με ένα απλό γύρισμα σελίδας της εφημερίδας. Δεν συμμερίζομαι την άποψη πως στήνεις φήμη επειδή έχεις δυο φίλους δημοσιογράφους. Δεν κατανοώ τους ποιητές που κορδόνονται σαν γύφτικα σκεπάρνια στους επαίνους των φίλων προσκύμμενων δημοσιογράφων. Μου είναι γνωστές οι φούσκες του χρηματιστηρίου, που καλλιεργούσαν οι εφημερίδες και δεν ακολουθώ πια τις συμβουλές τους.

Τη θέση στη λογοτεχνία δεν σας τη χαρίζουν τα επαινετικά δημοσιεύματα στις εφημερίδες αγαπητοί μου σαραντάρηδες. Το σήμερα παρήλθε για σας ανεπιστρεπτεί. Γίνατε αποτρόπαιο και στείρο χθες. «Ευτυχώς που δεν είμαι σημερινός». Είπε κι αναστέναξε με ανακούφιση ο Ηρακλής Πουαρό. Ήταν ευχαριστημένος που δεν ήταν πια νέος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s