2 ποιήματα | Γιώτα Αναστασιάδου

obsession

Εμμονή

το κενό να είναι πάντα λευκό
και τα παπούτσια άσπρα

η ασθένεια διάφανη
το χέρι μπαίνει και βγαίνει με μανία

αλλά δεν την επηρεάζει

ανίατη
ανυπόφορη
ανηφορική

με κάθοδο πανηγυρική

και πάλι επάνω
με δρασκελιές και κατακόρυφο
στροβιλισμούς στο ένα πόδι

χειροκροτεί το πλήθος

του μυαλού και της ψυχής
μοναδική συνήθεια
να γνέφει καταφατικά
σε αυτόν τον παράδοξο συνωστισμό
της μιας τυχαίας συνουσίας

***

Φόβος

κρύβεται μέσα στο σπίτι
χοροπηδά από δωμάτιο σε δωμάτιο
και ξεκουράζεται
ένα φτερό μεγαλώνει στη μικρή του πλάτη
ένα κομμάτι στάχτη
το πέλμα μου ακουμπά την αβέβαιη άββυσό του
το μεγάλο δάχτυλο περιεργάζεται την άμορφη μάζα
την αναποδογυρίζει
αναγνώριση
οικείο που ξενίζει
πτυχές του με γραπώνουν
ο αστράγαλος πάλλεται
κλωτσιά
με φόρα σταματά
στη γωνιά του κρεβατιού
κοιμήθηκα μαζί του

Ο τελευταίος θάνατος | Κωνσταντίνος Βορβής

saratsis g

στον Κ.Ν.

Τα βράχια και τα αυθαίρετα σπίτια
γεμίζουν την κόκκινη περίμετρο της ίριδας
τα χέρια και τα μάτια ανοίγονται στον άνεμο
καθώς τρέχεις στην λεωφόρο που ακουμπά τη θάλασσα
και τα λεπτά εξαντλούνται πριν την συνάντησή μας
κοιμισμένοι στο φως που αποκαλύπτει το πρωινό.

Φτάνοντας τις ώρες της απόγνωσης, παλιέ φίλε
με τα χέρια μας να κρατούν το βάρος του ουρανού
και με το μαύρο αποτύπωμα στους κροτάφους
θα ανεβούμε μόνοι μας στους πρόποδες
πατώντας στο τσιμέντο και τα σύννεφα
σήμερα, στον τελευταίο θάνατό μας
το λιμάνι κάτω από τα νύχια του βουνού
οι γυάλινοι πύργοι, τα στάδια, τα εργοστάσια
και εμείς μάρτυρες στερνοί της κοίμησης του Ήλιου
και φύλακες του μυστικού που μας κρατά ακόμη –
πως και την μέρα που γεννιέται στο σκοτάδι
θα δούμε τους πύργους, τα στάδια, τα εργοστάσια
ξανά, στον τελευταίο θάνατό μας.

Αυστηροί και πικροί στοχασμοί | Φώτης Κόντογλου

fk

Έκανα πως δεν άκουα τις σιχαμερές ανοησίες τους περί βυζαντινής τέχνης, περί θεολογίας, περί Ορθοδοξίας. Δεν βαρυέσαι! Αυτά τα φτωχογεννημένα πλάσματα δεν έχουνε μέσα τους τίποτα αληθινό, τίποτα πνευματικό, και όμως γίνουνται και δασκάλοι και οδηγοί στους άλλους, οι θεόστραβοι. Μου βάλανε σκληρά εμπόδια, παγίδες πονηρές, μεταχειρισθήκανε συκοφαντίες και κάθε σιχαμερή πανουργία, με την ιδέα πως έτσι στεκόντανε στον ψεύτικο θρόνο που τους βάλανε κάποιοι ισχυροί. Με τον τίτλο που πήρανε ανάξια, πολεμάνε εκείνους που δεν καταδεχθήκανε νάχουνε τίτλους, γιατί δεν υποκλίνουνται και δεν κολακεύουνε. Κοντά στους παλιούς εχθρούς μου φανερωθήκανε, τώρα τελευταία, κι οι παπόφιλοι, ρασοφόροι και πανταλονοφόροι, άλλη τούτη φυλλοξήρα. Αυτοί δυσφημίζουνε την τέχνη μου, με το θράσος που έχουνε οι απελέκητοι…


Μυστικά Άνθη, Εκδοτικός Οίκος Αστήρ, 1977 (από το ακροτελεύτιο κείμενο, Αυστηροί και πικροί στοχασμοί, σ. 336)

Στο βάθος κουκίδα | Ευαγγελία Πάσσαρη

loi

Μια θάλασσα από παχιά σύννεφα απλώνεται μπροστά μου.
Στο βάθος, μου γελά το μπλε.
Κι όλο πάω να το βρω, μα κάθε βήμα μου πέφτει στο κενό.
Κι όλο κάνω να πάω πιο κοντά, μα η απόσταση μεγαλώνει.
Μα πάντοτε εκεί.
Ακόμη κι όταν φτάνει να ’ναι μια κουκίδα στα μάτια μου, το μπλε επίμονα μου γελά. Θα το φτάσω; Θα γελάσω κι εγώ μαζί του;

Ακόμη κι αν χρειαστεί να γίνω η ίδια η κουκίδα στην άσπρη θάλασσα.

Χρώματα ελλιπή | Ελένη Α. Σακκά

sakka

Μαζεύαμε κλαδιά και άχυρα
καλοκαίρι του Αϊ-Γιαννιού
για ν’ ανάψουμε φωτιές.
Συναγωνίζονταν οι φλόγες σε κάθε γειτονιά
τον ενθουσιασμό της νίκης μας.
Χορεύαμε ψηλά με πύρινα τραγούδια,
κυλιόμασταν σε βουνά απ’ αλωνισμένο σιτάρι,
σκαρφαλώναμε στα δέντρα
για να πιάσουμε τα σύννεφα
και να κάνουμε τον ήλιο μεγαλύτερο·
μας θάμπωναν οι ακτίνες του
και πέφταμε σε κούνιες
από παλιές κουρελούδες
που κρέμαγαν στα κλαδιά
ηλιοκαμένες γυναίκες
με μαύρα τσεμπέρια
και χρωματιστά φορέματα.
Φτιάχναμε πολιτείες ολόκληρες
με χώμα, νερό, πέτρες·
κι αδημονούσαμε
ο καυτός μεσημεριάτικος ήλιος
να τις στερεώσει στο παρόν.
Το βράδυ στο πιο ψηλό μπαλκόνι
προσπαθούσαμε να ζωγραφίσουμε
μα ήταν τα χρώματα ελλιπή.


* από την ποιητική συλλογή Χρώματα Ελλιπή, Εκδόσεις Το Σκαθάρι, Αθήνα 2022