Sara Teasdale, 8 σονέτα κι ένα τραγούδι για την Eleonora Duse | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

024-HPDuse-Quirinale-e1352108215496

To Eleonora Duse I

Oh beauty that is filled so full of tears,
Where every passing anguish left its trace,
I pray you grant to me this depth of grace:
That I may see before it disappears,
Blown through the gateway of our hopes and fears
To death’s insatiable last embrace,
The glory and the sadness of your face,
Its longing unappeased through all the years.

No bitterness beneath your sorrow clings;
Within the wild dark falling of your hair
There lies a strength that ever soars and sings;
Your mouth’s mute weariness is not despair.
Perhaps among us craven earth-born things
God loves its silence better than a prayer.

***

Ω τόσο γεμάτη των δακρύων πλήρης ομορφιά,
Όπου το ίχνος της άφησε καθ’ αγωνία περαστική,
Το βάθος αυτό της χάρης προσεύχομαι να μου δοθεί:
Έτσι που, προτού εκείνο ξοδευτεί, ν’ αξιωθεί η ματιά
Μέσ’ απ’ των ελπίδων και των φόβων μας τη πύλη φυσημένη
Στου θανάτου τ’ άπληστο τ’ αγκάλιασμα το τελευταίο,
Του προσώπου σου τη θλίψη και το κλέος το μοιραίο
Μέσ’ απ’ όλα τα χρόνια αυτά τη λαχτάρα να κρατάει αναμμένη.

Κάτω απ’ τη θλίψη σου καμιά πικρία δεν κολλάει
Μέσ’ απ’ τον καταρράκτη των μαλλιών σου τον άγριο τον σκοτεινό
Μια δύναμη απλώνεται εκεί που κάποτε ανεμοπορεί και τραγουδάει
Απόγνωση δε γράφει του στόματός σου το κουρασμένο το βουβό.
Δειλά ίσως, ανάμεσα σε μας, η γη τις υποθέσεις της γεννάει
Που τη σιωπή τους πιότερο ο Θεός αγαπά απ’ το παρακαλετό. Read more

Advertisements

James Tate, 2 ποιήματα | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε αρχαίο σκάφος, οι κάλτσες ένευαν αντίο.
Μίλλυ, ω Μίλλυ, με θυμάσαι; Ο άντρας που ταξίδευε
με υφασμάτινες πετσέτες και σ’ αγαπούσε
μέσα στη μεγάλη καταιγίδα.

***

At the Clothesline

Millie was in the backyard hanging the
laundry. I was watching her from the kitchen
window. Why does this give me so much pleasure?
Because I love her in a million ways, and because
I love the idea of clean laundry flapping in
the wind. It’s timeless, a new beginning, a
promise of tomorrow. Clothespins! God, I love
clothespins. We should stock up on them. Some
day they may stop making them, and then what?
If I were a painter, I would paint Millie hanging
the laundry. That would be a painting that
would make you happy, and break your heart.
You would never know what was in her mind, big
thoughts, little thoughts, no thoughts. Did she
see the hawk circling overhead? Did she
hate hanging laundry? Was she going to run away
with a sailor? The sheets billowing like sails
on an ancient skiff, the socks waving goodbye.
Millie, O Millie, do you remember me? The man
who traveled with cloth napkins and loved you
in the great storm. Read more