Gottfried Benn, Σοπέν | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

cp

(από τα Στατικά Ποιήματα)

Δεν ήταν ιδιαίτερα καλός ομιλητής,
οι απόψεις δεν ήταν το δυνατό του σημείο,
οι απόψεις είναι φλυαρίες,
όταν ο Ντελακρουά ανέπτυσσε θεωρίες,
τον έπιανε ταραχή, από την πλευρά του
αδυνατούσε να δικαιολογήσει τα Νυχτερινά.

Εραστής αδύναμος,
σκιά στο Νοάν,
όπου της Γεωργίας Σάνδης τα παιδιά
δεν καταδέχονταν από αυτόν
συμβουλές ανατροφής.

Φθισικός για χρόνια
με αιμορραγίες και ουλές,
που τον ταλαιπώρησαν πολύ.
Θάνατος σιωπηλός
όχι μέσα σε πόνους αβάσταχτους
ούτε από πυροβολισμούς:
το πιάνο (Έραρντ) έσυραν στην πόρτα
και η Δελφίνα Ποτότσκα
την ύστατη ώρα του τραγούδησε
για ένα μενεξέ.

Με τρία πιάνα ταξίδεψε στην Αγγλία:
Πλέυελ, Έραρντ και Μπρόντγουντ,
για 20 γκινέες έπαιζε τα βράδια
κάνα τέταρτο
στους Ρόθσιλντ, στους Ουέλλινγκτον, στο Στράφορντ Χάουζ
μπροστά σε πλήθος παντελόνια.
Σκοτεινιασμένος από την κούραση και τον θάνατο
επέστρεψε στην πατρίδα
στην Πλατεία της Ορλεάνης.
Κατόπιν έκαψε σκίτσα
και χειρόγραφα,
δεν άφησε απομεινάρια, θραύσματα, σημειώματα,
τέτοιου είδους προδοτικά σημάδια –
και τέλος είπε:
«οι προσπάθειές μου ολοκληρώθηκαν
με βάση όσα κατάφερα να πετύχω».

Έπρεπε να παίζουν όλα τα δάχτυλα
ανάλογα με τη δύναμή τους,
ο παράμεσος είναι ο πιο αδύναμος
(σιαμαίος του μέσου μόνο).
Ξεκινούσε πατώντας
μι, φα#, σολ#, σι, ντο.

Όποιος άκουσε ποτέ
κάποιο πρελούδιο δικό του,
είτε σε κάποια βίλα είτε
ψηλά σε βουνό
είτε από ανοιχτές μπαλκονόπορτες
για παράδειγμα σε κάποιο σανατόριο,
δύσκολα θα το λησμονήσει.

Δεν έγραψε όπερα,
ούτε κάποια συμφωνία,
μόνο αυτές τις τραγικές προόδους
από καλλιτεχνική πεποίθηση
και με ένα μικρό χέρι.

Advertisements

Gottfried Benn, 2 Ποιήματα | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

vn

Πίνακες

Στις γκαλερί βλέπεις σε πίνακες
καμπούρες, ρυτίδες, γκρίζα στόματα
άσεμνων πρησμένων γέρων
που τριγυρνάνε σαν τα πτώματα,

με ραγισμένο δέρμα, λακκάκια, κίτρινα γένια,
λίπος από άσχημα μεθύσια, που κυλά στο αίμα,
στην κοροϊδία και στην απάτη ξεφτέρια,
κρύβουν αποτσίγαρα ψαρεύοντάς τα με τα χέρια.

Λυκόφως της ζωής, άφθονο ντεκόρ,
παντού βρωμιά, κουρέλια και μολύσματα,
ένας ανήφορος συνεχών διαμονών,
μέρα των ενεχύρων και νύχτα των οχετών.

Στις γκαλερί βλέπεις σε πίνακες
πως τέτοιοι γέροι τη ζωή τους εξαργύρωσαν,
βλέπεις τις γραμμές όσων τους ζωγράφισαν,
τη μεγαλοφυΐα βλέπεις – Αυτόν. Read more

Gottfried Benn, Ποιήματα | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

vout

(Από τα Στατικά Ποιήματα)

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
στο πεπρωμένο της γενιάς σου,
τη νηφάλια έστρεψες ματιά σου
στη ώρα αυτή που το βλέμμα τσακίζει,
τα πράγματα εισδύουν στην ιστορία ψυχρά
και παρασέρνουν κάθε παλιό δεσμό,
μόνο στο ποίημα απομένει το σμίξιμο αυτό:
ο λόγος ξορκίζει τα πάντα μυστικά.

Στη σάρα του μεγάλου της γης ερειπιώνα,
στο Όρος των Ελαιών όπου υπέφερε η ταπεινότερη ψυχή,
απ’ το Ποσίλιπο των Ανζού περνώντας
κι απ’ των Στάουφερ το αίμα και της εκδίκησης το βήμα,
ένας νέος σταυρός, ένα κακουργοδικείο ακόμα,
όμως μια πολιτεία δίχως αγχόνη και αίμα
κρίνει με ποιήματα, ορκίζεται σε στίχους,
τ’ αδράχτια γυρνάνε σιωπηλά: η Μοίρα τραγουδά.

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
τον προαισθάνεσαι μόνο όταν αποτραβιέται
σε μια σκιά που ολοκληρώνει τη χρονιά,
όμως το τραγούδι των ωρών ανερμήνευτο μένει –
μια χρονιά στη σάρα της παγκόσμιας ιστορίας,
στη σάρα του ουρανού, σάρα της εξουσίας,
και στο ποίημα η δικιά σου η ώρα:
μονόλογος της θλίψης και της νύχτας τώρα.

[εικόνα: Herbert Behrens-Hangeler, Untitled | Collage on paper, 1950]

Franz Werfel, Ν’ αναπνέεις να περπατάς να γελάς | μτφρ: Νίκος Βουτυρόπουλος

Werfel,_Franz1

Φτιάξε, κουβάλα, κράτα
Τα χίλια ύδατα του γέλιου στο χέρι σου μέσα!
Γέλιο, μακάρια υγρασία απλώνεται
Πάνω στο πρόσωπο.
Δεν είναι ρυτίδα το γέλιο,
Είναι η ουσία στο φως.
Μες στον χώρο διαθλάται το φως που δεν είναι ακόμη φως.
Δεν είναι φως ο ήλιος,
Πρώτα σε ανθρώπων πρόσωπα
Γεννιέται το φως σαν χαμόγελο.
Από πύλες αιώνιες που ελαφρά ηχούν,
Απ’ των ματιών τις πύλες κοχλάζει
Η Άνοιξη πρώτη φορά, ο αφρός ουράνιων κυμάτων,
Η άσβεστη του γέλιου πυρκαγιά.
Το αρχαίο ξέπλυνε χέρι στη βρόχινη φωτιά του γέλιου,
Φτιάξε, κουβάλα, κράτα!

Αφουγκράσου, υπάκουσε, άκου!
Τη νύχτα σβήνει της ανάσας ο ήχος.
Ανάσα, η σύμπνοια του στήθους.
Αιωρείται η ανάσα
Πάνω απ’ την έχθρα σκοτεινών αψίδων.
Ανάσα είναι ουσία ύψιστης πνοής.
Ούτε ο άνεμος που φυσά
Στο βοσκοτόπι, στο δάσος και στους θάμνους,
Ούτε το φύσημα που γυρνά τα φύλλα…
Η πνοή του θεού γεννιέται στην ανάσα του ανθρώπου.
Απ’ τα χείλη, από βαριές,
Μοιραίες, σκοτεινές, αιώνιες πύλες,
Ταξιδεύει η πνοή του θεού να ευλογήσει τον κόσμο.
Στης ανάσας το ανεμοπέλαγος υψώνεται
Περήφανο το ιστίο μες στη μέθη,
Της λέμβου που ‘ναι φορτωμένη νυχτιάτικα με αμέτρητες λέξεις.
Αφουγκράσου, υπάκουσε, άκου!

Πέσε, γονάτισε, κλάψε!
Δες των εραστών το αέρινο ζαλισμένο βήμα!
Κουνήσου, μες στη ζάλη περπάτα!
Το περπάτημα οδηγεί
Τα πάντα στον εξαγνισμό, τα πάντα στο καθολικό.
Το περπάτημα είναι παραπάνω από πορεία και δρόμος,
Απ’ της αστρικής σφαίρας την ανατολή και διαδρομή,
Απ’ του διαστήματος την χορευτική υπερβολή.
Στων ανθρώπων το βήμα γεννιέται της ελευθερίας ο δρόμος.
Όταν περπατάνε οι άνθρωποι,
Η χάρις του θεού αποπνέει από κάθε καρδιά και πύλη.
Χαμόγελο, ανάσα, περπάτημα
Είναι παραπάνω απ’ την πορεία του φωτός, του ανέμου, των άστρων,
Με τον άνθρωπο ξεκινά ο κόσμος.
Στων εραστών το γέλιο, την ανάσα, το βήμα μέθα!
Κλάψε, γονάτισε, πέσε!


[Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του γερμανόφωνου εξπρεσιονισμού, ο Franz Werfel (1890-1945), γεννημένος στην Πράγα και φίλος του Franz Kafka, μετά από μια περιπετειώδη ζωή στην φλεγόμενη Ευρώπη του Μεσοπολέμου, κατέληξε να γίνει σεναριογράφος στο Hollywood και να θεωρείται δάσκαλος της αμερικανικής θεατρικής σκηνής, όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τέννεσυ Ουίλλιαμς. Στις λιγοστές ποιητικές του συλλογές διακρίνεται για το πάθος και η εκφραστική του μεγαλοστομία που εύκολα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως επιτηδευμένες φλυαρίες, όμως πρόκειται για αυτές ακριβώς τις δυο συνιστώσες που καθόρισαν τις εξελίξεις στην σύγχρονη τέχνη, και ο Werfel αποτέλεσε έναν από τους κύριους εκφραστές μιας εποχής βυθισμένης σε κάθε είδους υπερβολή όπου δύσκολα διακρίνεται η καταστροφή και η αλλοτρίωση από τη συνειδητοποίηση και τη μεταμέλεια]

Gottfried Benn, Sils-Maria | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

11921659_954500744593477_730416514303063611_n

Ι
Μες στη νύχτα τρέχανε οι ώρες,
αφουγκράζονταν στου γκρεμού το φως
τις στροφές των ωρών: «πληγωμένες όλες,
η τελευταία συντρίβεται εντελώς…»

Αυτά διαβάστηκαν όλα με τη μία.
Όποιος των ωρών δεν ξεχνά
το κύμα, το παιγνίδι, την ουσία,
τελικά τις ώρες κυβερνά.

Ένας ονοματοθέτης λαμπρός
που ανέγγιχτος απ’ την ώρα
της Μοίρας ρουφά το φως,
γνωρίζει των σκιών την χώρα. Read more