Γιάννης Σγουρούδης: Σημείωμα για την ποιητική συλλογή “Ναίφως” της Φυλλένιας Σφουγγάρη

Κάθε ποιητική συλλογή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα κομμάτι από την πόρτα της ψυχής του συγγραφέα. Στις λέξεις της Φυλλένιας, συναντάμε ένα ρυθμό λυρικότητας και ποιητικής ουσίας.

Στο πέρασμα αυτό των ποιημάτων της, ακολουθούμε τον χορό των βημάτων της.

Ψηλαφίζουμε τον κορμό των λέξεών της όπως εκείνη αγγίζει το χώμα, τον καρπό της ποίησης με ένα δικό της ερωτεύσιμο τρόπο.

Στο ερώτημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα τής νύχτας σας.

Η απάντηση της -πιστεύω- θα φανερωθεί στον χρόνο, αν κι εκείνη μέσα της γνωρίζει.

Θα τοποθετήσω ως καρφίτσα απόσπασμα από ένα ποίημα στο σύντομο αυτό κείμενο:

[ Τότε η πέτρα που πατάς δεν έχει στάλα δροσιά, μόνο φωτιά και πρέπει να γίνεις πυροβάτης ]

Εσχάτη μνήμη παρηγορητική | Μαρία Δούμπα

kol

Δυο τρεις χρονιές όλες κι όλες είχα το προνόμιο. Κοριτσάκι 9-11 ετών. Η νάνα μου η Ika (Velika), παράγγελνε στη μάνα μου να με στείλει πρωί το Ψυχοσάββατο των Απόκρεω, για να μοιράσω τα «πιάτα». Ντυμένη, νιμμένη, χτενισμένη, λοιπόν, έτρεχα στην ανηφοριά-sokak –που είχε τόσες πέτρες και πετρούλες σαν φυσικό λιθόστρωτο σχεδόν– για να αναλάβω το καθήκον, να μεθέξω στην τελετουργία δηλαδή.

Η νάνα-Ika, ψηλή, σοβαρή ιερουργούσε στην κουζίνα της. Τα είχε όλα σχεδόν έτοιμα αγιασμένα από τα χεράκια της – θα είχε ξυπνήσει αχάραγα. Όλα σπιτικά, μοσχοβολιστά, φτιαγμένα με τα αμόλυντα τότε αγαθά της οικιακής οικονομίας. Κάθε «πιάτο» ανακαλούσε τις ψυχές με: ένα κομμάτι φρεσκοψημένη «πουγκάτσια»* ή πούπκα**, ένα κομμάτι τυρί φέτα, λίγες ελιές, ένα κομμάτι λαχταριστή τυρόπιτα κι ένα κομμάτι άλλη πίτα (σπανακόπιτα ή πίτα με λάχανο ράσουλ κλπ). Κι αυτό που κυρίως με εντυπωσίαζε: δυο βραστά αυγά βαμμένα με κρεμμυδόφλουδες, γλυκό καφεκόκκινο χρώμα και γεύση σαν ελαφρά καπνιστή. Γλυκό οπωσδήποτε πούπκα μπλάγκα*** ή ρεβανί, δεν τα ξέρανε τα κέικ οι γιαγιάδες μας. Διαβάστε περισσότερα

Χωρίς ταυτότητα | John Keats

Ο ποιητής είναι το λιγότερο ποιητικό πλάσμα που υπάρχει, γιατί δεν έχει ταυτότητα. Είναι διαρκώς στα πρόθυρα ή στη διαδικασία να γεμίζει ένα άλλο κορμί. Ο ήλιος, το φεγγάρι, η θάλασσα, οι άντρες και οι γυναίκες, πλάσματα προικισμένα με ενόρμηση, είναι ποιητικά και έχουν στην κατοχή τους κάποιο μόνιμο χαρακτηριστικό. Ο ποιητής δεν έχει: είναι χωρίς ταυτότητα· είναι σίγουρα το λιγότερο ποιητικό από όλα τα δημιουργήματα του Θεού.

***

A Poet is the most unpoetical of any thing in existence; because he has no Identity – he is continually in for – and filling some other Body – The Sun, the Moon, the Sea and Men and Women who are creatures of impulse are poetical and have about them an unchangeable attribute – the poet has none; no identity – he is certainly the most unpoetical of all God’s Creatures.


[απόσπασμα επιστολής στον Richard Woodhouse, 27 Οκτωβρίου 1818 |
αναδημοσίευση από: apotypoma.blogspot.com]

Για την ποιητική συλλογή “Η Oλοκλήρωση της Έλλειψης ” του Γιάννη Σγουρούδη

sgour

Θραύσματα εν είδει στίχων, η νέα συλλογή του Γιάννη Σγουρούδη από τις εκδόσεις Κουκούτσι. Στις σελίδες της έμαθα πως ο ήλιος γεννιέται από μία παράξενη τριβή με το γαλάζιο κι ότι η μεθυσμένη μας εφηβεία ήταν τελικά φτιαγμένη από κρύσταλλο.

Ψηλάφισα την ανάγκη του για ορισμό και την επιστροφή του στα στοιχεία της φύσης, ιδίως στο χώμα. Μάλλον, όσα κάνουμε στοχεύουν σ’ αυτήν ακριβώς την επιστροφή.

Η αποσιώπηση ανάμεσα από στροφές και στίχους, μου υπέδειξε τον χρόνο σε κάθε του ιδιότητα και παραλλαγή. Τον είδα ως νύχτα, ως αδιέξοδο και ως θάνατο. Αδιέξοδο παραμένει και η ίδια η ποίηση.

Ποιήματα της απεύθυνσης – όχι ακριβώς ερωτικά, μπορεί και όχι ακριβώς ποιήματα. Πάντως, μου επιβεβαίωσαν το θρυμματισμένο της εποχής, το πένθος των πόλεων και τα σκουπίδια που έγιναν τροφή μας.

Ζήσαμε τον πόλεμο των συναισθημάτων με τα μάτια ανοιχτά, γράφει στη σελίδα 15. Για όλα τα δεινά των ανθρώπων υπαίτια είναι τα συναισθήματα. Κι ας μην έχει καμία σημασία αν τα αμαρτήματα ξεκινούν ή όχι από Α.

Βρήκα μια συμμετρία στους στίχους του Γιάννη Σγουρούδη που με αφορά. Όπως με αφορά η έλλειψη κινδύνου που λέει ότι τον διακατέχει. Χωρίς, βέβαια, να είμαι σίγουρος αν μας βρίσκει εν τέλει το ποίημα ή, όταν μας βρίσκει, μας λυτρώνει.


Γιώργος Σαράτσης | Θεσσαλονίκη, 11 Δεκεμβρίου 2020

Δανεικές λέξεις | Μαρία Ανθίδου

Μα

Πάντα ένοιωθα άβολα με τις λέξεις. Τις θεωρούσα εχθρικές, με ξεγελούσαν. Κάτι ήθελα να πω και η σωστή λέξη ξεγλιστρούσε φοβισμένη. Την αντικαθιστούσα με μια άλλη για να καλύψω το κενό κι έτσι έλεγα πάντα κάτι άλλο από αυτό που αισθανόμουν. Όχι, καλύτερο ή χειρότερο, αλλά άλλο. Έτσι, σιγά σιγά τις ξέμαθα τις λέξεις κι έμεινα με την σκιά των λέξεων στο μυαλό μου – κάτι σαν την σπηλιά του Πλάτωνα, μονάχα με πιο πολύ σκοτάδι.

Αυτός είναι ο λόγος που αγάπησα τα βιβλία. Εκτός ότι μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις σαν ασπίδα – “αυτή διαβάζει, μην ενοχλήσω” – μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις και σαν γέφυρα – “αυτή διαβάζει το ίδιο βιβλίο με μένα… πώς σας φάνηκε; – και με πολλούς άλλους τρόπους, ανάλογα με την φαντασία και την επιταγή της ανάγκης. Το βασικότερο όμως για ’μένα ήταν ότι κάποιος άλλος μου δάνειζε τις λέξεις του. Μου δημιουργούσε έναν κόσμο ασφαλή να ζήσω χωρίς να πάρω κανένα προσωπικό ρίσκο και χωρίς καμία ευθύνη. Γελούσα, έκλαιγα, απελπιζόμουν με δανεικά.

Δανεικές λέξεις, δανεικά αισθήματα, δανεική ζωή. Επειδή στη δική μου ζωή ούτε με τη σιωπή αισθανόμουν βολικά. Εκεί δυσφορούσα ακόμα περισσότερο. Χειροτέρευαν οι φόβοι μου. Διάλεγα τη φυγή. Την αποφυγή, την υπεκφυγή, την καταφυγή, αλλά μια φυγή, όποια φαινόταν πιο κομψή την κάθε φορά.

Για αυτό δυσκόλεψα τους φίλους μου. Έπρεπε να έχουν υπομονή. Να περιμένουν να γυρίσω κουρασμένη από τους ανεμόμυλους, να αφήσω στα πόδια τους την πανοπλία του φόβου και να κοιτάξουν τα μάτια μου. Εκεί με έβρισκαν άλλοτε σε αλμυρές λίμνες, άλλοτε σε φεγγερά περάσματα κι άλλοτε στην πλησμονή της απελπισίας κι αυτοί με επιμονή γιάτρευαν τις πληγές μου για να χαμογελάσω και να βρω κάποια θαμμένη λέξη όπως ευγνωμοσύνη, αγάπη, αλληλεγγύη, μαζί να την κάνω πυξίδα για να ξαναγυρίσω και την επόμενη μέρα.

Φίλοι μου, σας ευχαριστώ που μείνατε δίπλα μου.