Ο Νίκος Λέκκας για τη Νανά Ησαΐα

nana

Η ιστορία τότε και τώρα, εκδ. Δελφίνι, 1997

Παρουσιάζω ένα βιβλίο που κάποτε λειτούργησε ως φλασιά και ως μάθημα. Έγινε από αρκετούς λόγος για τον τρόπο ζωής της συνοικίας των μπιτ, στην θρυλική Ύδρα. Αλλά πώς στ’ αλήθεια ζούσαν τη δεκαετία του ’60 εκεί;

Η ποιήτρια και συγγραφέας, Νανά Ησαΐα, έχοντας πάθος για την ζωγραφική, γίνετε ενεργός μέλος αυτής της κοινωνίας. Μαζεύει καμβάδες και πινέλα και μετακομίζει εκεί. Παρέα με αγγλόφωνους ποιητές στην πρώτη τους απόπειρα δημιουργίας. Προφανώς τότε οι δημιουργοί λειτουργούσαν ως  ένα σώμα. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά με πάθος για τέχνη, με απέχθεια για τον πόλεμο, με σνομπ αισθήματα για το κατεστημένο, πίστεψε στον ουμανισμό και ασπάστηκε ένα χίπικο τρόπο ζωής. Βρήκε έναν τόπο, όχι για να το νιώσει ως πατρίδα, άλλα για στεγάσει τα όνειρα και τις τζαζ ανησυχίες της.

Καλντερίμια χωρίς δημοτικό φωτισμό –αν και τότε κυκλοφορούσαν με φακούς– ένωναν το ένα σπίτι με το άλλο, το ένα σιωπητήριο δημιουργίας με το άλλο. Την ημέρα δούλευαν και το βράδυ επικοινωνούσαν, δεν μιλούσαν απλώς. Επίσημη ενδυμασία και παρτάκια. Ατελείωτος λόγος και ατελείωτες πράξεις. Κάπνισμα χασίς. Ψήγματα λόγου για καινούριες φόρμες. Άψογος διαχωρισμός της ψευδαίσθησης και της παραίσθησης. Χρόνος κερδισμένος. Πίστη στη θεωρία του Βουδισμού, στο «Κάτω από το ηφαίστειο», στους Γίγαντες. Έρωτες.

Και η Νανά που τα τελευταία 20 χρόνια έτρωγε μόνο μοσχαράκι με ρύζι, άλλο τρόπο έκφρασης δεν είχε, παρά ό,τι έδειξε μέσα από τα βιβλία της για την Ύδρα. Άλλωστε, άλλο είναι το ζω σ’ ένα τόπο και άλλο να υπάρχω σ’ αυτόν. Και η Νανά υπήρξε. Στις εκδόσεις Εστίας και Δελφίνι στέγασε τις αναμνήσεις της, τα ουσιαστικά της θέλω. Οι σημειώσεις της στα καφενεία του νησιού έγιναν ποιήματα. Η διαβίωση στο νησί έγινε πεζογραφήματα. Και οι εκδόσεις Καστανιώτη σε σχετικά πρόσφατο τόμο για την ζωή στην Ύδρα, έχουν εντάξει γραπτά της. Πώς θα μπορούσαν να λείπουν;


Περισσότερα για τη ζωή και το έργο της Νανάς Ησαΐα εδώ

Advertisements

Χαν Σαν, Κρύο Βουνό | Μετφ: Μόσχος Λαγκουβάρδος

hanshan08

Κάθισα μόνος γεμάτος ταραχή
φορτωμένος ατέλειωτες σκέψεις και αισθήματα.
Σύννεφα κρέμονται γύρω απ’ τη μέση του βουνού.
Ο αέρας θρηνεί στο στόμιο της κοιλάδας.
Πίθηκοι έρχονται κουνώντας τα κλαριά.
Ένα πουλί με διαπεραστικές κραξιές πετάει στο δάσος.
Οι εποχές περνούν και τα μαλλιά μου μεγαλώνουν κουρελιασμένα και γκρίζα.
Το τέλος του χρόνου με βρίσκει γέρο και εγκαταλειμμένο.

***

Να ’σαι ευτυχισμένος, όταν υπάρχει κάτι για να ’σαι ευτυχισμένος.
Όταν η στιγμή έρχεται, μην την χάνεις.
Αν και λένε η ζωή κρατάει εκατό χρόνια.
Ποιος είδε μαζί τριάντα χιλιάδες μέρες;
Είσαι σ’ αυτό τον κόσμο όχι πιο πολύ από μια στιγμή.
Έτσι μην κάθεσαι εκεί μουρμουρίζοντας για τα χρήματα.
Το τέλος της κλασικής «Θεϊκής Στοργής»
Στα λέει όλα γύρω απ’ το πώς είναι οι κηδείες.

***

Σαν ένα κοριό που παγιδεύτηκε μέσα σ’ ένα κύπελλο
μοιάζει ο άνθρωπος που ζει στον κόσμο.
Όλη τη μέρα σκαρφαλώνει γύρω-γύρω
αλλά δεν ξεφεύγει ποτέ απ’ το κύπελλο που τον κρατάει.
Οι αθάνατοι στέκουν μακριά απ’ τα πλούτη του.
Οι απαιτήσεις του δεν έχουν τέλος.
Έτσι σαν το ποτάμι οι μήνες και τα χρόνια κυλούν.

***

Ο κόσμος ρωτάει, ποιος είναι ο δρόμος για το Κρύο Βουνό.
Κρύο Βουνό; Μα δεν υπάρχει δρόμος να το διαπερνά.
Ακόμα και το καλοκαίρι δεν λιώνει ο πάγος.
Αν και βγαίνει ο ήλιος, η ομίχλη τυφλώνει.
Πώς μπορείς να φτάσεις εκεί με το να με μιμείσαι;
Η καρδιά σου κι η δική μου δεν είναι όμοιες.
Αν η καρδιά μου γινόταν όμοια με τη δική μου
τότε θα μπόραγες να ταξιδέψεις ίσαμε το κέντρο.

***

Μάταια έχω σκλαβωθεί να μάθω τις Τρεις Ιστορίες.
Ανώφελα μελέτησα τους Πέντε Κλασικούς.
Μέχρι τα γηρατειά θα συγκρατώ μορφές του παρελθόντος.
Όπως και πριν, μηδαμινός υπάλληλος, σκαλίζοντας φορολογικά κατάστιχα.
Όταν ρωτώ το Ι Τσιγκ, λέει με περιμένουν στενοχώριες.
Όλη μου η ζωή από κακά αστέρια κυριαρχείται.
Να’μουν σαν ένα δέντρο στην όχθη του ποταμού.
Σε κάθε γύρισμα του χρόνου πράσινο πάλι.

***

Εδώ μαραινόμαστε μια δέσμη φτωχοί μαθητές
χτυπημένοι από την έσχατη πείνα και το κρύο.
Έξω απ’ τη δουλειά η μόνη μας χαρά είναι η ποίηση.
Γράφουμε, γράφουμε, στύβουμε το μυαλό μας.
Ποιος θα διαβάσει τη δουλειά τέτοιων ανθρώπων;
Θα γλίτωνες τα μάτια σου.
Αν γράφαμε τα ποιήματά μας σε παξιμάδια
και τα αδέσποτα σκυλιά δεν θα καταδέχονταν να τα δαγκώσουν.

***

Αν έχεις κρασί, φώναξε να πιούμε.
Όταν έχω κρέας, έλα να γιορτάσουμε μαζί.
Όλα για τις Κίτρινες Πηγές αργά ή γρήγορα προορίζονται.
Πρέπει να δουλεύουμε όσο είμαστε νέοι και δυνατοί.
Στολισμένες ζώνες λάμπουν, αλλά για λίγο.
Χρυσές φουρκέτες δεν θα χρειάζονται για πολύ.
Ήξερες τίποτα για τον πατέρα Τσανγκ, για τη γερόντισσα Τσενγκ…
Έφυγαν μακριά και δεν άκουσε κανείς γι’ αυτούς, από τότε.

***

Όσο για μένα χαίρομαι στην καθημερινή Οδό
ανάμεσα στα τυλιγμένα στην ομίχλη αμπέλια και στις σπηλιές στους βράχους.
Στην ερημιά είμαι ολότελα ελεύθερος
με τα φιλικά άσπρα σύννεφα, ζώντας παντοτινά στη σχόλη.
Δρόμος κανείς δεν φτάνει στον κόσμο.
Αφ’ ότου έγινα ξένοιαστος, ποιος μπορεί να βάλει σκέψεις στο μυαλό μου;
Πάνω σ’ ένα κρεβάτι από πέτρα κάθομαι, μόνος στη νύχτα,
ενώ το στρογγυλό φεγγάρι ανεβαίνει στο Κρύο Βουνό.

***

Τριάντα χρόνια πριν, γεννήθηκα στον κόσμο.
Χίλια, δέκα χιλιάδες μίλια έχω περιπλανηθεί
σε ποταμούς με λοχερή, πράσινη βλάστηση,
πέρα απ’ το σύνορο, όπου η κόκκινη άμμος πετάει.
Έβρασα βότανα σε μια μάταιη αναζήτηση αιώνιας ζωής.
Διάβασα βιβλία, τραγούδησα τραγούδια ιστορικά,
και σήμερα ήρθα στο σπίτι, στο Κρύο Βουνό.
Να γείρω στην πηγή το κεφάλι μου και να ξεπλύνω τ’ αυτιά μου.

***

Αν ψάχνεις κάποιο μέρος για ξεκούραση,
το Κρύο Βουνό είναι καλό, να μείνεις αρκετά.
Του αέρα η πνοή ανάμεσα στα σκουρόχρωμα πεύκα,
ηχεί καλύτερα όσο πλησιάζεις
και κάτω από τα δέντρα, ένας ασπρομάλλης άντρας
ψιθυρίζει κείμενα απ’ τις γραφές του Ταό.
Δέκα χρόνια τώρα δεν έχει πάει σπίτι του.
Ξέχασε ακόμα και το δρόμο από όπου ήρθε.

***

Αχυροσκέπαστη καλύβα είναι το σπίτι του ξωμάχου.
Άλογο ή άμαξα σπανίως περνούν από την πόρτα μου.
Δάση, όπου τόσο αργά έρχονται να κουρνιάσουν τα πουλιά.
Ευρύχωρες κοιλάδες, ποτάμια πάντα γεμάτα ψάρι.
Με το γιο μου στο χέρι, κόβω άγρια φρούτα,
Στην άκρη του λόφου, με τη γυναίκα μου καλλιεργώ τα χωράφια…
Και στο σπίτι μου τι έχω;
Μόνο ένα κρεβάτι, φορτωμένο σωρό βιβλία.

***

Κόβοντας λωτούς φωνάζω τους φίλους μου
πλέοντας όμορφα πάνω στο καθαρό ποτάμι,
και στη χαρά μου ξεχνώ, πόσο γρήγορα μεγαλώνει.
Ώσπου ανεμορριπές απογευματινού αέρα στροβιλίζονται
κύματα αδειάζουν πάπιες στο χρώμα του μανταρινιού.
Κυματάκια λικνίζουν τις στηθάτες αγριόχηνες.
Τώρα καθισμένος στη βάρκα μου
μέσα σε ατέλειωτα ρυάκια χύνονται οι σκέψεις.


[Hanshan: Ποιητής-μοναχός του 9ου μ.χ. αιώνα της κινεζικής δυναστείας Τανγκ, γνωστός με το όνομα Κρύο Βουνό. Θρυλική φιγούρα της παράδοσης του Ταοϊσμού χωρίς όμως να υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για τη ζωή και τον θάνατό του]

Stéphane Mallarmé, Μάταιο Διάβημα | Μετφ: Γιώργος Κεντρωτής

ma

Πριγκίπισσα, στη μοίρα κάποιας Ήβης φθόνος μ’ έχει δέσει,
και ανθίζει αχνά όποτε τα χείλη σου φιλάνε το φλιτζάνι·
μα ζέση κι αν ξοδεύω, αφόταν έχω μπει σε ιερέως θέση,
γυμνός δεν πρόκειται ποτέ ν’ απεικαστώ σε πορσελάνη.

Δεν μ’ έχεις σγουρομάλλικο σκυλί σου, πάντα νά ’ν’ στη μέση·
κι ούτε είμαι καραμέλα σου, ψιμύθιο, μπαίγνιο σου και πλάνη.
Καλά το ξέρω: το δικό σου βλέμμα επάνω μου έχει πέσει –
ξανθιά μου, ω, οι κομμωτές σου εσέ είναι χρυσικοί παραδεισιάνοι!

Ονόμασέ με… εσύ που απ’ τα βατόμουρα έχεις κοκκινάδι
και γίνονται τα χαμογέλια σου γλυκών αμνών κοπάδι
και πόθους βόσκουν και βελάζουν στις πλαγιές του ονόματός σου…

Ναι, ονόμασέ με… εμένα που ο Έρως με φτερούγες ριπιδίου
με ιχνογραφεί στους ήχους λικνιζόμενου αυλού και αιφνιδίου –
πριγκίπισσά μου, κάνε με ποιμένα του μειδιάματός σου!

***

[Ο Stéphane Mallarmé (1842-1898) υπήρξε Γάλλος συμβολιστής ποιητής και κριτικός. Το έργο του επηρέασε επαναστατικές σχολές τέχνης των αρχών του 20ού αιώνα, όπως τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον ντανταϊσμό και τον σουρρεαλισμό. Έγινε γνωστός όταν ο Βερλαίν τον συμπεριέλαβε, μαζί με τον Ρεμπώ και τον Κορμπιέρ στο δοκίμιό του “Οι καταραμένοι ποιητές” (Les Poètes maudits, 1883)]

Τζελαλεντίν Ρουμί, 2 ποιήματα | μετφ. Πηνελόπη Γιώσα

Mevlânâ Celâleddîn-î Belhî Rûmî

Μην φεύγεις

Ώστε μ’ ένα λίκνισμα φεύγεις, λοιπόν χωρίς εμένα, έι ψυχή της ψυχής μου.
Έι των φίλων εσύ η εμψύχωση,
Στον ροδώνα μην πας χωρίς εμένα, δεν θέλω.

Δεν θέλω, τ’ ουρανού στερέωμα, χωρίς εμένα να γυρνάς
Δεν θέλω, σελήνη, χωρίς εμένα να γεννιέσαι
Δεν θέλω, γη εσύ, χωρίς εμένα να στέκεσαι
Χωρίς εμένα, χρόνε, μη διαβαίνεις, δεν το θέλω.

Όταν είσαι μαζί μου
Κι αυτός κι ο άλλος κόσμος είναι όμορφος για μένα.
Δεν θέλω χωρίς εμένα σ’ αυτόν τον κόσμο να μένεις
Κι ούτε στον άλλον κόσμο να πας χωρίς εμένα θέλω. Read more