Ποιήματα | Μίλτος Σαχτούρης

ms

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τά λουλούδια της
οἱ βραδινές καμπάνες τήν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στά γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τό αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τίς σημαῖες πού πονέσανε
ἀπό τά κυπαρίσσια πού σφάχτηκαν
γιά νά χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καί δυό μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θα ’ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θά ’ρχεται ἕνα ξίφος
τό σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τά γαρίφαλα
τό ξίφος θά θερίζει τό κορμί της

***

Ὁ σκύλος

Ὁ σκύλος αὐτός πρόβαλε πρώτη φορά σέ δρόμο
σκισμένο ἀπό κοφτερά γυαλιά
ὕστερα φάνηκε στόν οὐρανό
μέσα σε ἕνα σκοτεινό πηγάδι τ᾿ οὐρανοῦ
ἔπινε ἕνα φῶς ἀστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ἕνα χέρι λίγα βήματα
ὕστερα γίνηκε φωτιά
ἔκλαιγε σάν κακό πουλι
ἔκαιγε σάν ἐλπίδα
ποιός ξέρει ἀπό πού ἦρθε καί πῶς ἔφυγε

Μά ἐγώ ξέρω πώς θά γίνει θάνατος
μιά μέρα

***

Τό κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τό κεφάλι μου
τό ᾿βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καί τό πῆγα στό γιατρό μου

-Δέν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στό ποτάμι καί θά ἰδοῦμε

τό ’ριξα στό ποτάμι μαζί μέ τούς βατράχους
τότε εἶναι πού χάλασε τόν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νά τρίζει φοβερά καί νά οὐρλιάζει

τό πῆρα καί τό φόρεσα πάλι στό λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τούς δρόμους

μέ πράσινο ἑξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητῆ

2 ποιήματα | Μίκης Θεοδωράκης

mth

Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω τη σοφία

Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω
τη σοφία εκείνη που χαρίζει το γέλιο
και την αυταπάτη στους ανθρώπους.

Μαντεύω πως θα χρειασθεί μεγάλη προσπάθεια
να κτίσεις μες στην ψυχή σου ένα ψέμα
τόσο μέγα που σίγουρα να μπορέσεις
να πιαστείς απ’ αυτό και να μην πνιγείς.

[1943]

***

Ημιτελής του Σούμπερτ

Τρία αναποδογυρισμένα φεγγάρια
σε μια χούφτα νερό.
Τσακισμένο καράβι γεμάτο
κορυδαλλούς και βιολέτες.
Πέρασα μπροστά σου κι εσύ ήσουν
η χθεσινή βροχή.
Θα ’ρθω να σε βρω κρατώντας
μια χορδή τεντωμένη στο χέρι.
Ονομάζομαι Φαίδων.

Δεν έχω τίποτ’ άλλο
έξω απ’ το κουρελιασμένο μου μανίκι.
Δεν υποφέρω πια τη φωνή των πουλιών.

[Αθήνα, 1946]


[πηγή: https://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/%5D

Πάψετε πια | Κώστας Ουράνης

fx

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τί; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τί θα ’ναι
και να μη νιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατείλει,
πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι κατά γης να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλειψε (και θα μας λείπει πάντα!),
να βγούμε, μόνοι, απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη
κι ελεύτεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους,

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και στην ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα στης θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά — που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια!


Ποιήματα, Εστία, Αθήνα 1953

Φοβάμαι | Μανόλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ’κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ’σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.


*[το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1983
και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή]

Ο Νίκος Λέκκας για τη Νανά Ησαΐα

nana

Η ιστορία τότε και τώρα, εκδ. Δελφίνι, 1997

Παρουσιάζω ένα βιβλίο που κάποτε λειτούργησε ως φλασιά και ως μάθημα. Έγινε από αρκετούς λόγος για τον τρόπο ζωής της συνοικίας των μπιτ, στην θρυλική Ύδρα. Αλλά πώς στ’ αλήθεια ζούσαν τη δεκαετία του ’60 εκεί;

Η ποιήτρια και συγγραφέας, Νανά Ησαΐα, έχοντας πάθος για την ζωγραφική, γίνετε ενεργός μέλος αυτής της κοινωνίας. Μαζεύει καμβάδες και πινέλα και μετακομίζει εκεί. Παρέα με αγγλόφωνους ποιητές στην πρώτη τους απόπειρα δημιουργίας. Προφανώς τότε οι δημιουργοί λειτουργούσαν ως  ένα σώμα. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά με πάθος για τέχνη, με απέχθεια για τον πόλεμο, με σνομπ αισθήματα για το κατεστημένο, πίστεψε στον ουμανισμό και ασπάστηκε ένα χίπικο τρόπο ζωής. Βρήκε έναν τόπο, όχι για να το νιώσει ως πατρίδα, άλλα για στεγάσει τα όνειρα και τις τζαζ ανησυχίες της.

Καλντερίμια χωρίς δημοτικό φωτισμό –αν και τότε κυκλοφορούσαν με φακούς– ένωναν το ένα σπίτι με το άλλο, το ένα σιωπητήριο δημιουργίας με το άλλο. Την ημέρα δούλευαν και το βράδυ επικοινωνούσαν, δεν μιλούσαν απλώς. Επίσημη ενδυμασία και παρτάκια. Ατελείωτος λόγος και ατελείωτες πράξεις. Κάπνισμα χασίς. Ψήγματα λόγου για καινούριες φόρμες. Άψογος διαχωρισμός της ψευδαίσθησης και της παραίσθησης. Χρόνος κερδισμένος. Πίστη στη θεωρία του Βουδισμού, στο «Κάτω από το ηφαίστειο», στους Γίγαντες. Έρωτες.

Και η Νανά που τα τελευταία 20 χρόνια έτρωγε μόνο μοσχαράκι με ρύζι, άλλο τρόπο έκφρασης δεν είχε, παρά ό,τι έδειξε μέσα από τα βιβλία της για την Ύδρα. Άλλωστε, άλλο είναι το ζω σ’ ένα τόπο και άλλο να υπάρχω σ’ αυτόν. Και η Νανά υπήρξε. Στις εκδόσεις Εστίας και Δελφίνι στέγασε τις αναμνήσεις της, τα ουσιαστικά της θέλω. Οι σημειώσεις της στα καφενεία του νησιού έγιναν ποιήματα. Η διαβίωση στο νησί έγινε πεζογραφήματα. Και οι εκδόσεις Καστανιώτη σε σχετικά πρόσφατο τόμο για την ζωή στην Ύδρα, έχουν εντάξει γραπτά της. Πώς θα μπορούσαν να λείπουν;


Περισσότερα για τη ζωή και το έργο της Νανάς Ησαΐα εδώ