9ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1. I.D. Scan Front.jpg

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Αναρριχώμενος εκ γενετής γράμματα ελληνικά επιστρέφω την υπνοβασία του περιπατητή στα δροσερά  κεραμικά ενός ιδιόρρυθμου μοναχικού κελιού. Η εξάχνωση του ράμματος προϋπαντεί το άλμα του πνεύματος. Ένας προκατακλυσμιαίος σταδιοδρομέας ασκείται άωρος στην πτήση της καταδύσεως με ορισμό τον πλανήτη Ήλιος. Ο μώλωπας στο καλάμι του μηρού οστρακίζει την αρχέγονη βασιλική γενεά των προσγειωμένων στη Γης ανθρώπων που τηρήσανε την εντολή και δεν υπέκυψαν στον πειρασμό της αναμίξεως με άλλα ζωντανά της Πλάσης τούτης. Cuando se estudia un acto histórico, o un acto individual, se ve que la intervención humana en la naturaleza acelera, cambia o detiene la obra de ésta, y que toda la historia es solamente la narración del trabajo de ajuste, y los combates, entre la naturaleza extrahumana y la naturaleza humana. Read more

8ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b7%cf%82

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Εκείνο το γαλάζιο που χρωμάτιζε τα παιδικάτα μας, κι ένα αστέρι πράσινο που κρύψαμε με πίστη μες στο (ν) γυλιό-αιγιαλό. Την όραση του Πολυγώνου ασφαλίσαμε μες σε ατσάλινη καρδιά –κι ύστερα δόλια σύλληψη, ανάκριση, μαρτύριο, ψειρού και κρεματόριο: αλλάς τίποτα δεν ξεράσαμε, αφ’ ους-αφή καί τό νερό δέν λέει τίποτε ἀπό τά μυστικά του. Από χαλκό και ποίησις ο θάνατος, τ’ ανάσταση και η ζωή. Κι έρχονται αιώνες αργυροί για να γκρεμιοτσακίσουνε σ’ έναν Κριτή Καιάδα Εύνομο τον άνομο χρυσό… εννόμως. Η ευγω (ο) νική ευγονία του στρεπτόκοκκου αδιαφόρησε για τ’ απειλητικά γρυλλίσματα των κάπρων-κάφρων. Ευρυγώνια, σεισμική και κραταιά περιπλανιότανε μες στα σοκάκια, καντούνια ή δρομάκια του παλαιού λιμανιού. Όταν η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα εγκιβωτίστηκαν στην Κιβωτό όντα ανθρώπινα και πρώτα σκάσανε και κολύμπησαν κι απέταξαν. Read more

7ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1987 -reous.jpg

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Στους Στέργιο Ντέρτσα και Στάθη Ιντζέ που μου «έδειξαν» την Alfonsina Storni, ευχαριστίες

Τα προγονικά φυλάνε καραούλι απ’ την Παράδεισο και ο Ρουμί πουλιέται ως κονκάρδα, μέσα στο τελευταίο τάγμα των περιστρεφόμενων δερβίσηδων και του νεκροταφείου των μωαμεθανών. Να σκοτώσει, κανείς, ή να σκοτωθεί… εκείνο το μεταίχμιο. Ωδή ακαριαία εις λεχρίτη: «Στην κρήνη το σπέρμα να ταράζεται». Το ακροστόλι εμβόλιζε τη ρεμούλα του οσφυοκάμπτη όχλου, ή άλλως κυριάρχου ελληνικού κυπριακού λαού. Δε φεύγεις από το παραπόρτι, με τ’ άμφια ν’ ανεμίζουν σκεπασμένα τον πατερναλισμό μίας κεκαλυμμένης δήθεν ανεξαρτησίας ή κτήσης του παπαδαριού. Μονάχα στέκεσαι -ατάραχα τεταραγμένος- με χέρι σταθερό και πετρωμένο το μέλλον του νεκρού σε πολυβόλου τη σκανδάλη, στα σκαλοπάτια ενός Προεδρικού Μεγάρου εκεί στο Σαντιάγο της Χιλής, ή αυτοχειριάζεσαι πιστός στον όρκο μιας παντιέρας. Και ρέει το αίμα σου τ’ αδελφικό και η ψυχή σου ελεύθερη καταδιώκει την έλευση μίας ελεεινής δικτατορίας των παρασημοφορημένων άτιμα δυνάμεων ενόπλων κι ενός παραστρατιωτικού κράτους μισητού. Ήτανε τότε που δάκρυσε ο Σιμόν Χοσέ Αντόνιο δε λα Σαντίσιμα Τρινιδάδ Μπολίβαρ υ Παλάσιος, και ο Libertador, φυματικός, έφτυσε το τραύμα της επαναφοράς στην εποχή των βάρβαρων κονκισταδόρων. Una voz antigua, αρχέτυπου αγέρα και άλατος σιγή στα ματοτσίνορα: Δεν κατεβαίνω μοναχός στα βάθη του εαυτού μου,/σέρνω μαζί μου ζωντανούς πολλούς να κατεβούν./Να το ’χουν σίγουρο όσοι μπουν στις παγερές σπηλιές μου/πως θα μπορέσουν από εκεί για λίγο έστω να βγουν;/Σωριάζω μες στη νύχτα μου σαν πλοίο που βουλιάζει/ανάκατα επιβάτες μου και πλήρωμα ναυτών,/περνώ από τις καμπίνες τους και τους σφαλνώ τα μάτια/φίλοι για να μου γίνουνε των τρομερών βυθών. Καθάρματα ορίζουν, προαιώνια, πόσα τα τάλαντα χαλκού παρτούζα την εταίρα Νήσο. Πρόθυμη, έκτοτε, κι ελεεινή μαζί με τους προαγωγούς της. Όμως: θαρσῶν νῦν Διόμηδες ἐπί Τρώεσσι μάχεσθαι: ἐν γάρ τοι στήθεσσι μένος πατρώϊον ἧκα ἄτρομον, οἷον ἔχεσκε σακέσπαλος ἱππότα Τυδεύς: ἀχλύν δ᾿ αὖ τοι ἀπ᾿ ὀφθαλμῶν ἕλον ἣ πρίν ἐπῆεν, ὄφρ᾿ εὖ γιγνώσκῃς ἠμέν θεόν ἠδέ καί ἄνδρα. τώ νῦν αἴ κε θεός πειρώμενος ἐνθάδ᾿ ἵκηται μή τι σύ γ᾿ ἀθανάτοισι θεοῖς ἀντικρύ μάχεσθαι τοῖς ἄλλοις: ἀτάρ εἴ κε Διός θυγάτηρ Ἀφροδίτη ἔλθῃσ᾿ ἐς πόλεμον, τήν γ᾿ οὐτάμεν ὀξέϊ χαλκῷ. Στην Παναγιά τη Δέσποινα -εκεί στον αρσανά των Βατοπαι(ε)δινών-, μέσα στο Περιβόλι Της, όλες οι ψαλμωδίες. Αίφνης, γραμμή ταχύπλοου ή πλεύση υποβρυχίου, κωδωνοκρούστης θυμιατό, του Νειμποριού προσκύνημα των ξέμπαρκων λοστρόμων στην Παναγιά Θαλασσινή κάτω από τη Χώρα Άνδρου. Κι ο ύμνος στην τοξότρια, ενός απ’ την Κυρήνη, fragmenta, θραύσματα κι επίκληση γεννήτορα θέαινας άμωμης και Ταυροπόλου: Ἄρτεμιν (οὐ γάρ ἐλαφρόν ἀειδόντεσσι λαθέσθαι) ὑμνέομεν, τῇ τόξα λαγωβολίαι τε μέλονται καί χορός ἀμφιλαφής καί ἐν οὔρεσιν ἑψιάασθαι, ἄρχμενοι ὡς ὅτε πατρός ἐφεζομένη γονάτεσσι παῖς ἔτι κουρίζουσα τάδε προσέειπε γονῆα· «δός μοι παρθενίην αἰώνιον, ἄππα, φυλάσσειν, καί πολυωνυμίην, ἵνα μή μοι Φοῖβος ἐρίζῃ, δός δ᾽ ἰούς καί τόξα -ἔα πάτερ, οὔ σε φαρέτρην οὐδ᾽ αἰτέω μέγα τόξον· ἐμοί Κύκλωπες ὀϊστούς αὐτίκα τεχνήσονται, ἐμοί δ᾽ εὐκαμπές ἄεμμα· ἀλλά φαεσφορίην τε καί ἐς γόνυ μέχρι χιτῶνα ζώννυσθαι λεγνωτόν, ἵν᾽ ἄγρια θηρία καίνω. δός δέ μοι ἑξήκοντα χορίτιδας Ὠκεανίνας, πάσας εἰνέτεας, πάσας ἔτι παῖδας ἀμίτρους. δός δέ μοι ἀμφιπόλους Ἀμνισίδας εἴκοσι νύμφας, αἵ τε μοι ἐνδρομίδας τε καί ὁππότε μηκέτι λύγκας μήτ᾽ ἐλάφους βάλλοιμι, θοούς κύνας εὖ κομέοιεν. δός δέ μοι οὔρεα πάντα· πόλιν δέ μοι ἥντινα νεῖμον ἥντινα λῇς· σπαρνόν γάρ ὅτ᾽ Ἄρτεμις ἄστυ κάτεισιν· οὔρεσιν οἰκήσω, πόλεσιν δ᾽ ἐπιμείξομαι ἀνδρῶν μοῦνον ὅτ᾽ ὀξείῃσιν ὑπ᾽ ὠδίνεσσι γυναῖκες τειρόμεναι καλέωσι βοηθόν, ᾗσί με Μοῖραι γεινομένην τό πρῶτον ἐπεκλήρωσαν ἀρήγειν, ὅττι με καί τίκτουσα καί οὐκ ἤλγησε φέρουσα μήτηρ, ἀλλ᾽ ἀμογητί φίλων ἀπεθήκατο γυίων». Εντός μου η Alfonsina Storni y el movimiento de las caracolas marinas.


Λεζάντα φωτογραφίας

Δύο σελίδες από το ναυτικό φυλλάδιο του ποιητή, 1987

6ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1995

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Αλκοολικές νυχτιές κι εωθινές πικρίες. Ένα σάβανο πάλλευκο οιακιζότανε τον ουρανό, πλαταγίζοντας το ροίζημα. Σ’ εκείνον τον καθρέφτη, που η Καρίνα αντικατοπτριζότανε κι αγκάλιαζε τον ποιητή, σκοτώθηκε o πουαντιγισμός του υδραργύρου. Τα άνθια ήτανε καλά, καλά και αγιασμένα, κι ο ξυλογλύπτης μοναχός ή σούφι, ένας περιστρεφόμενος δερβίσης ξεπεσμένος. Σκούριαζε το χαμόγελο στην επαναληπτική καταγραφή έργων και ημερών άπληστων διακανονιστών, ενώ η μνήμη άγγιζε το ελεήμον μένος του τσακισμένου αναχωρητή. Καταιγισμός τρεμάμενων εικόνων απαθανατισμένων από μάτι κακό κι ανυποχώρητο στης βλοσυρότητας τον τοκογλυφικό ρυθμό. Έσυρε τη γλάστρα την κεραμική να σπάσει το γυαλί της πόρτας του εφιάλτη, και τα πουλιά τρομάξανε στην όψη της μαγκωμένης έγερσης ακροδαχτύλων που στροβιλίζονταν αρειμανίως στο πάθος με καπνό τσιγάρου άφιλτρου. Ο φίλος από τον τάφο εντός τού ’χε προσφέρει εσπεριδοειδή, με τη βοήθειά τους ν’ αγωνίζεται τον κάματο της μέρας και να εισέρχεται στη νύχτα όξινος κι ηδύς συνάμα. Διόπτρες δυο και τα αγώγια μίας αποστολής βιβλίων στοιχήσανε μια καρυδιά με λειασμένο μάρμαρο απ’ την πλατεία Αβησσυνίας. Κι ό,τι από τον Εύδηλο της Ικαριάς λατρέψανε -φτερά αγγέλου στο χρώμα πράσινο της θάλασσας απ’ την αυλή της Ηλιούπολης στον τοίχο της Κατσώνη- χαρίστηκε στο καφενείο του Πασχάλη, κοσμώντας το ντουβάρι που χάιδευε ο κατακόρυφος του λαμπερού και η ανατολή του φέγγαρου. Σκόρπιζε εύμορφα, διαμελιζότανε, να τον θυμούνται οι άνθρωποι την εποχή που θα ’χει επιστρέψει. Σάββατο απόγευμα έγειρε να ξεκουράσει το μάχιμο και λαβωμένο σώμα του, κι ανάκατα τα πλάσματα τον επισκέφτηκαν μέσα στο μούχρωμα π’ απέτρεψε την όψη του το τράβηγμα της κουρτίνας. Γυναίκες, και μία άξαφνα ερμαφρόδιτη μιγάδας οπτασία -που έβλεπε να της κεντάει ηδονιστικά με την ελληνική τη γλώσσα του το στήθος- τον οδηγούσαν σ’ οργασμό. Υγρασία κορμιού και τρυφερές κινήσεις δέρματος, ανάσκελα να εφορμούν στα βρόμικα ψυχρά πλακάκια. Παντού θήλεα και θύελλα ομιλιών, ύστερα πόρτες που έντρομες αποτραβιόντουσαν από τους μεντεσέδες κι ένα κορίτσι αθυρόστομο π’ απρόσκλητο σεργιάνιζε στο διαμέρισμά του. Βάλθηκε τις θύρες να καρφώνει, τη βάρβαρη εισβολή εξοβελίζοντας από την ορκισμένη επικράτεια του ορισμού. Τη στόλισε, κλωτσώντας την έξω απ’ το κονάκι ή το τσαρδί, μ’ εκείνο το πιστό υβρεολόγιο που έρρεε απ’ τα χείλη -ως Αχελώος, Αλιάκμονας Βοϊδομάτης κι Αλφειός ή Ερασίνος, με Κηφισό, Ηριδανό και Ιλισό αντάμα- την ώρα π’ αλαργεύοντας ο αμφιβληστροειδής μεσουρανούσε η έλευση τ’ απόρθητου φονικού. Η συντριβή του έρωτα απ’ τις ανάπηρες μες στην ψυχή εταίρες· δεν άγγιξαν, δεν άκουσαν, δε γεύτηκαν, δεν είδανε, δε μυριστήκανε ποτέ τη μάνα τους να τις μ’ αγάπη καρικώνει. Οι τρόπιδες στ’ αυτιά του Κάφκα, τ’ αμπέχονο κουμπωμένο ως το λαιμό, το κασκόλ ν’ ανεμοδέρνεται την πορεία προς νότο και η προσγείωση στο νησί της Σωφρονιστικής Αποικίας να λειτουργεί την ατέρμονη αμάχη της επώδυνης δερματοστιξίας του Ελικώνος όρκου.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής (δεξιά) με τον αδελφικό & καρδιακό του φίλο, Απόλλωνα, στην αυλή του σπιτιού της οδού Θεσσαλίας 13β, στους πρόποδες του Υμηττού, στην Άνω Ηλιούπολη πάνω από την πλατεία Αϊνστάιν, συνοικία Πανοράματος, νομός Αττικής, Ελλάς, στις 30 Απριλίου του 1995.

5ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1972 (2)

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Το πεντάγραμμο, ο Ανέστης και το κλειδί του σολ είχανε κλείσει τις φτέρες στους πορτοκαλεώνες. Το κατσίκι στη γάστρα -μ’ ολόκληρα ψημένα τα καρότα-, τα φύλλα δάφνης και το ελαιόλαδο να ευφραίνουν το στομάχι. Να μακελεύεις αγάδες λήσταρχους, γενίτσαρους προσκυνημένους και να χαλάς εξακολουθητικά όλους όσοι και γκιόσες, φακλάνες και σακαφιόρες όσες τεμενά τους κάνουνε για να το κρύψουνε και να περάσουν. «Ακούς; Μην το ξεχνάς, παιδί μου ακριβό»: Τάγματα του Θεού, πώς γίνεται να ζει κανείς λες κι είναι η κάθε ώρα του η τελευταία/να ’χει πετάξει από δω κι όμως εδώ να μένει/και να μπορεί εκεί που κάθεται στην κάμαρα, σκλάβος της μέριμνας, και συλλογιέται/να νιώθει απρόοπτα, όπως ο ετοιμοθάνατος, από αιθέριες μορφές ίδιες με σύννεφα χρυσά περιτριγυρισμένος. Η εποχή των Ποιητών, με μια διαταγή πιάνουνε τα γιοφύρια και ξύνουνε με τη χειροβομβίδα τους τα καρποφόρα τους τ’ αρχίδια. Τόσοι λακέδες στον ντουνιά όσοι ρουφιάνοι πολεμούν τ’ αδέλφια τους. Ντροπή. Κεσάτια, κι οι φίλοι γίνονται μπουχός ή άσκοπα συντάσσουνε προτάσεις και απευθύνονται μες στην κακία τους σ’ ό,τι ματώνει στο σταυρό. Ο κύριος Jet ήτανε ο ατμοκαθαριστής της Δέρβη της οδού Θεμιστοκλή, εκεί που τώρα περιφέρονται οι πεινασμένες μόνιμα κι υπέρβαρες ανθρώπινες μπουχέσες. Το ζόρι του νεκρού στον ύπνο της κονίστρας και τ’ άχαρο εφαλτήριο ενός στο καναβάτσο της παλαίστρας. Περπατούσε μαζί της σε περιοχές απάτητες και άλλων εποχών. Η Λευκωσία συναντούσε την Αθήνα, τα καλντερίμια περιπλέκονταν κι όμως μέσα στην ένταση η βόλτα τούς οδήγησε σε σπίτι να ερωτευτούν, τα σώματα ν’ αγαπηθούν. Είχε κοιμηθεί τον εφιάλτη του ονείρου της. Μόνο έναντι θανάτου θα λυθούν τα μάγια που τη στόλισε, νανουρίζοντας το παραμιλητό της. Πρώτη του χρόνου κι η Χώρα δέχτηκε νιφάδες της κρυσταλλοειδούς ανανήψεως ενώ μια μάνα, εκεί στο δρόμο π’ ενώνει την Αχαρνών με τη Λιοσίων, άναβε το καντήλι της με λάδι της ελιάς παρθένο. Η πίκρα αναδευότανε τον πόνο, το ’να τσιγάρο άναφτε τ’ άλλο, κι αναχωρούσανε τα γράμματα απ’ τη λευκή καρδιά. Σαράντα έξι μοίρες γωνιόμετρο κι οι πτέρυγες ανασκιρτούν τα technopaegnia σε ενεστώτα χρόνο, άνδιχα excerptum e scholiis: Λεῦσσέ με τόν Γᾶς τε βαθυστέρνου ἄνακτ’ Ἀκμονίδαν τ’ ἄλλυδις ἑδράσαντα, μηδέ τρέσῃς εἰ τόσος ὤν δάσκια βέβριθα λάχνᾳ γένεια. τᾶμος ἐγώ γάρ γενόμαν ἁνίκ’ ἒκραιν’ Ἀνάγκα πάντα δέ τᾶς εἶκε φραδαῖσι λυγραῖς ἑρπετά, πάνθ’ ὃσ’ ἕρπει δι’ αἲθρας. Χάους δέ, οὒτι γε Κύπριδος παῖς ὠκυπέτας ἠδ’ Ἂρεος καλεῦμαι· οὒτι γάρ ἒκρανα βίᾳ, πραϋνόῳ δέ πειθοῖ, εἲκε δέ μοι γαῖα θαλάσσας τε μυχοί χάλκεος οὐρανός τε· τῶν δ’ ἐγώ ἐκνοσφισάμαν ὠγύγιον σκᾶπτρον ἒκρινον δέ θεοῖς θέμιστας. Το διαμέρισμα συγγένευε με τους σημαιοφόρους Παγετώνες και οι κοκάλες του έκρωζαν κείνον το μυθικό υπαρκτό πύρινα πατριώτη συμπολεμιστή τ’ αστερισμού του Λέοντα. Ο Φοίνιξ ή κι ο Αρχαιοπτέρυξ μ’ ολάνοιχτα τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα γαλανά φτερά ή πούπουλά τους να πλαταγίζουν, να πλανάρουν, να πλανεύουν, να παρωδούν, να πλέουνε τη διαστημική αποδημία, χωρίς επιστροφή, σ’ έναν αχαρτογράφητο πλανήτη που πιθανότατα ονομάζεται Πατέρας. Είναι που κάτι πλοηγεί και το σταυρόσχημο ειδώλιο του Πωμού.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής, τον Μάιο του 1972, στο παρτέρι του κήπου της αυλής του σπιτιού που γεννήθηκε, στη συνοικία Κυπριάδη στα Άνω Πατήσια, στην πλατεία Παπαδιαμάντη, οδός Λάντζα 2, Αθήνα, νομός Αττικής, Ελλάς.