Νέο Savoir-vivre #61-70 | Σωτήρης Παστάκας

266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#61 Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΟΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΣΜΟΣ

Υπάρχει ένα είδος παρηγορητικού αυτοβιογραφισμού που μαθαίνεται εύκολα και δύσκολα εγκαταλείπεται. Είναι σαν τη συνταγή να κάνεις κουλουράκια: αφού τη μάθεις συνεχίζεις και πλάθεις κουλουράκια για όλη σου τη ζωή. Ο παρηγορητικός αυτοβιογραφισμός έχει στο κέντρο του το βίο και τα παθήματα του ποιητή, με το ηθικό δίδαγμα πως ο αυτοβιογραφούμενος ποιητής δείχνει πληγωμένος, ευαίσθητος και υπεράνω όλων. Ως αυτοθεραπεία λειτουργεί καλά: ο ποιητής δεν κινδυνεύει από καμία συναισθηματική απειλή, γιατί τα έχει φέρει όλα στα μέτρα του. Το πρόβλημα είναι πως αφού κατάφερε μέσα από ένα επάγγελμα που δεν του «ταιριάζει», μια συμβία που δεν τον καταλαβαίνει και παιδιά που τα έπλασε κατ’ ομοίωση (κανονικά τέρατα, δηλαδή), και έμαθε επιτέλους την συνταγή να παίρνει ρεβάνς από όλα αυτά, πώς να την εγκαταλείψει;

Ο ποιητής ως υποκείμενο των ποιημάτων του εμφανίστηκε από τον Αρχίλοχο, δεν αποτελεί καινούργια ανακάλυψη. Η επιμονή των συγχρόνων να φωτίζουν την περσόνα του ποιητή γίνεται δίχως τις άλλες αρετές: τη μετουσίωση, τη φαντασία, το λογοπαίγνιο, την ειρωνεία. Ειρωνεία και αυτοειρωνεία είναι από τους πιο εξελιγμένους μηχανισμούς αμύνης του εγώ. Από πότε θεωρείται ποίηση η παράθεση των απωθημένων και η ψυχοθεραπεία του γράφοντος;

Αυτά κι άλλα πολλά είπαμε με τον Νίκο Βουτυρόπουλο ένα μαγιάτικο βράδυ εκεί στον ανθισμένο κήπο του στη Νέα Σμύρνη. Διαβάστε περισσότερα

Νέο Savoir-vivre #51-60 | Σωτήρης Παστάκας

Pastakas

#051 ΚΑΡΙΕΡΑ ΠΟΙΗΤΗ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

Ένας ποιητής στην Ελλάδα, θεωρείται νέος ποιητής μέχρι να συμπληρώσει την αξιοσέβαστη ηλικία των εβδομήντα πέντε χρονών. Έως τότε φέρεται και άγεται ως νέος «μεσσίας»: οι ελπίδες που κομίζει στην Τέχνη παραμένουν αμάραντες, ο ίδιος συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί: δυσανασχετεί εύκολα, πυροβολεί πιο γρήγορα κι από τη σκιά του, συμμετέχει σε ομαδικά όργια και ως επαναστατημένος νέος παραμένει ανεπίδεκτος μαθήσεως.

Από τα εβδομήντα πέντε έως τα ενενήντα του γίνεται ο γνωστός, καθιερωμένος «μαλάκας» που όλοι τον εξυβρίζουν, τον κοροϊδεύουν, τον υποτιμάν, και του σκάβουν το λάκκο. Άλλοι λένε πως είναι ετοιμοθάνατος κι άλλοι τον δίνουν ήδη για πεθαμένο. Οι κρίσεις του και οι απόψεις του για τη λογοτεχνία θεωρούνται αποτέλεσμα της επερχόμενης καλπάζουσας άνοιας. Η παρουσία του στα κανάλια, στα ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά, οι συνεντεύξεις του, τα βραβεία κλπ θεωρούνται αποτέλεσμα διαπλοκής και διαπραγματεύσεων κάτω από το τραπέζι. Η ενθάρρυνση στους νεαρούς και τις νεαρές ποιήτριες, ως σεξουαλική παρενόχληση.

Από τα ενενήντα και μετά κι αφού ξεπεράσει το στάδιο του «ψυχορραγούντος», ο ποιητής μας απολαμβάνει πλέον το σεβασμό και τη γενική αποδοχή. Ο ιθαγενής πληθυσμός τον ανακηρύσσει σε σαμάνο: όλοι έρχονται ευλαβικά και του φιλούν το χέρι, επιζητούν την ευχή και τη χάρη του. Όλοι κρέμονται από τη λευκή μακριά γενειάδα του πατριάρχη της εθνικής γλώσσας και οι γλύπτες βρίσκουν τη μορφή του μέσα στο λευκό μάρμαρο της αιωνιότητας.

Τα τελευταία χρόνια και πριν εξηνταρίσω αισθάνομαι πως ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Εσείς, σε ποια κατηγορία ανήκετε; Διαβάστε περισσότερα

Γιώργος Σαράτσης | Πρόσφορο Χώμα

saratsis (2)

Η γραφή
ευθύνη φορτική
λες και μου χρωστά
ή της χρωστάω

Αργότερα
με κατάπιε η υπερβολή
ανάσα δεν πρόλαβα να πάρω –
Θέλω να πω
βαδίζω μες στο ακατανόητο
σπρώχνω το κεφάλι σε τρύπες
υπομένω μια ύπαρξη
φτιαγμένη για ασπόνδυλα

Ολόκληρος
μια αδιαθεσία

***

λίγα χιλιόμετρα μετά
η ίδια γεύση στο στόμα –
κοίταξα καλύτερα
μήπως υπήρχε κάτι να δω

προστατεύουμε
ό,τι είναι καταδικασμένο
να χαθεί

μας προστατεύει
η καταδίκη


* αποσπάσματα από την νέα ποιητική συλλογή, Πρόσφορο Χώμα, του Γιώργου Σαράτση, Εκδόσεις Στίξις, Σεπτέμβριος 2021 | ISBN: 9786185595043

Μια ανάμνηση του Αυγούστου | Αντωνία Σκανδάλη

All-focus

Ένα πεταμένο λουλούδι στην άκρη του δρόμου, λευκό στο χρώμα του, να συμβολίζει την αγνότητα μιας ψυχής που κόπηκε βίαια παρά τη θέλησή του. Ένας γλυκός δροσερός αέρας προσπαθεί να ανασηκώσει τα πέταλά του αλλά μάταια παλεύει να το σώσει. Με τον καιρό θα το ξεράνει ο ήλιος και θα γίνει και αυτό μια ανάμνηση στο χρόνο, μια ύπαρξη που χάθηκε, ξεθώριασε στα δίχτυα ενός τελειωμένου καλοκαιριού.

Όπως όλες οι αιθέριες υπάρξεις που πέρασαν από τη ζωή μου και χάθηκαν στο τέλμα του χρόνου, βούλιαξαν στα άδυτα του μυαλού και σαν υπνωτισμένες μέδουσες περιπλανιόντουσαν στο βυθό της δικής μου θάλασσας και σου άφηναν μια γεύση αλμύρας, παραδομένες στην απεραντοσύνη του χρόνου αναδύονταν σαν το φεγγάρι του Αυγούστου μέσα στη νυχτωμένη θάλασσα. Κόκκινο, μισογεμάτο, μια επιβλητική παρουσία με φόντο το μαύρο του ουρανού. Ανίκητο στη θέα του, όλο ανείπωτα συναισθήματα.

Σαν να ξύπνησε από το λήθαργό τού, αποφασισμένο απόψε να ξεσηκώσει θύμησες που είχαν σκουριάσει από το αλάτι και είχαν χαθεί. Μα είχες ξεχάσει να πάρεις μαζί το χαμόγελό σου, το άφησες εδώ να θυμίζει κάπου κάπου την παρουσία σου, πως κάποτε υπήρξες δίπλα μου, σε έναν δρόμο που διαλέξαμε να βαδίσουμε παρέα. Ένα δρόμο δύσβατο που δεν είχε επιστροφή, δεν είχε αστέρια να φωτίζει τη νύχτα και το φεγγάρι ήταν πάντα χλωμό. Και όταν πια αυτός ο δρόμος έφτασε να αγγίξει το τέρμα, μου δώρισε μια βαλίτσα και εσύ χάθηκες στο ξημέρωμα ενός αυγουστιάτικου πρωινού.

Ανοίγω τα μάτια και νιώθω για λίγο νεκρή χαμένη σε ένα όνειρο που με τα φώτα του ουρανού είχε χαθεί. Ένα δωμάτιο άδειο που από τις χαραμάδες των παραθυρόφυλλων μπαίνει αμυδρά λίγο φως. Διακρίνω την σκόνη να λικνίζεται σε ένα δικό της ρυθμό. Ανοίγω το συρτάρι δίπλα μου, το σύρσιμό του ακούγεται τόσο δυνατά που ταράζει την νεκρική σιγή του δωματίου.

Σκονισμένες φωτογραφίες, ποτισμένες με δάκρυα άλλοτε χαράς άλλοτε απελπισμένης λύπης. Τις χαϊδεύω απαλά σαν να είναι το πολυτιμότερο κόσμημα. Και εκείνη η εικόνα που συντρόφευε τον ύπνο μου είναι ξανά μπροστά μου μια φιγούρα άψυχη, ένα χαμόγελο στεγνό χωρίς καμία ζωντάνια, κανένα συναίσθημα. Αποτυπωμένο σε ένα κομμάτι χαρτί τόσο εύθραυστο, τόσο αδύναμο που φοβάμαι πως θα χαθεί ξανά και θα κομματιαστεί. Τίποτα όμως δε ζωντανεύει την παρουσία σου ακόμα και αυτό το κομμάτι χαρτί. Αδημονώ για τη στιγμή που θα νυχτώσει πάλι, εκεί που η πόλη ολόκληρη θα κοιμάται και το φεγγάρι θα μου δείχνει το δρόμο για να σε συναντήσω. Σε ένα κρυφό σοκάκι μια ερημωμένης πόλης. Σε ένα στενό δρομάκι ενός ονείρου. Μόνο εκεί, την ώρα που όλα σβήνουν και τα μάτια μου σφραγίζουν ερμητικά, σε βλέπω να ζυγώνεις δειλά και να ακουμπάς ξανά τη ψυχή μου. Και ’γω παρακαλώ τον ουρανό να μην πάρει μακριά τα πέπλα της νύχτας και χαθείς πάλι.

Στα σκοτάδια της νύχτας έμοιαζες να είσαι κυρίαρχος του εαυτού και εκεί πλάι στο κύμα της θάλασσας σου άρεσε να ξαπλώνεις και να ακούς τη μελωδία του αυγουστιάτικου αέρα. Τα φώτα, ελάχιστα η βουή του δρόμου ίσα που ακούγεται στα αυτιά μας. Το κορμί σου γεμάτο αλμύρα σαν τα φιλιά σου. Μια στιγμή δική μας, μια στιγμή σιωπής χαμένοι μέσα στην αμμουδιά, παρασυρμένοι από τη θέα ενός ουρανού. Μετράμε αστέρια, μετράμε στιγμές και όνειρα γιατί ξέρουμε πως στο φως του ήλιου όλα θα εξαφανιστούν με ένα τρόπο μαγικό σαν να υπήρξαν κάπου, κάποτε, σε κάποια άλλη εποχή σε έναν άλλο τόπο. Ίσως και σε μια άλλη ζωή.

Σε βρίσκω σαν αυγουστιάτικου όνειρο, σαν ξεθωριασμένο καλοκαίρι και σε χάνω με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.

 

Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο | Οδυσσέας Ελύτης

andemp

«Ήτανε δειλινό, καλοκαίρι κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έφταναν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν έξω στις πρασιές, γύρω από ένα μεγάλο σιντριβάνι. Να συνεχίζεται η ζωή έτσι, χωρίς να γνοιάζεται κανείς αν την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να χάνεται μια ύπαρξη πολύτιμη, μου φαινότανε ανυπόφορο. Δεν είχα παρά να συμμαχήσω με την ήττα. Έφυγα για την Αίγινα και δεν ξαναγύρισα παρά για να προστεθώ στη μικρή πομπή που ακολούθησε το φέρετρό του, εκεί, στην Κηφισιά, σ’ ένα μικρό κοιμητήριο γαλήνιο, ήμερο σαν την ψυχή του. Τώρα οι επαναστάσεις όλες είχαν κάνει το δρόμο τους, κι ένα λουλούδι ξανατολμούσε ν’ αρθρώσει το όνομά του. Η οικουμένη επέστρεφε στην Αττική τον άνθρωπο που της δανείστηκε για μια στιγμή. Δεν ήταν θάνατος αυτός, αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους – μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ’ ουρανού λευκές πέτρες».

[Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, 1980]