Νέκυια (Οδυσσέως κάθοδος) | Ειρήνη Ιωαννίδου

eirio

Των ποιητών τον έπαινο ποτέ μου δεν λαχτάρησα, ούτε τα θυμιάματα και τους τσανακογλύφτες. Ένα πρωί, είχε ένα γκρι ο ουρανός απ’ άκρη σ’ άκρη τεντωμένο, μπήκα στον Άδη μπουσουλώντας. Τα μάτια μου σφιχτά δεμένα, «ασήμωσε», μου λέει η Περσεφόνη πρώτη, μες στην λευκή της μουσελίνα. «Έχω γυναίκα και παιδί κι ένα πιστό σκυλί που περιμένει», σκύβω να πιω απ’ την πηγή της. Να σου κι ο Τειρεσίας πίσω της, κουνάει το ραβδί «τη θάλασσα να ’χεις στον νου», με στόμα πορφυρό φτύνει στον κόρφο μου. Μέχρι να ’ρθει το χάραμα εκεί στον κάτω κόσμο, βλασταίνει πάνω μου το αλάτι, φυτρώνουν αρμυρίκια στα πλευρά. Στο ξόδι ακούω την μάνα μου, κρατάει ένα μαντίλι στο δεξί, αέρας το κουνάει. «Η θάλασσα, αυτή το σάβανό σου θα υφάνει, μέχρι να στιχουργήσει ο ποιητής τον μύθο σου σε βίο, σε ξύλινο κρεβάτι να ριζώσεις».

Λίγο πιο ’κει, χορτάτος πια ο Ελπίνορας σηκώνει το ποτήρι. Παραμιλάει στον ύπνο του ακόμη όταν βραδιάζει, κι ένα κουπί ακούγεται να σκίζει τον αιθέρα.

Η εκστρατεία της παπαρούνας: Γράμματα στρατιωτών από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο #1 | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Lucien Martin,
Seine, 1er Bureau 3031.
Χριστούγεννα, 18/12/1916

Μικρή, αγαπημένη μου γυναίκα.
Πρωινή αναφορά.
Ίσως, η τελευταία μου για φέτος.

Στέκω σε μία σειρά, βουτηγμένος στη λάσπη, στα ρήγματα που έσκαψαν οι οβίδες της νύχτας. Έχω γίνει τρωκτικό. Τρωκτικά μας φωνάζει άλλωστε όλους ο διοικητής ή Ρεμπύ1 ή Ντυμολλέ2. Στα μάτια του δεν μπορεί να μας ξεχωρίσει έτσι που γινόμαστε σαν ένα παχύρευστο μείγμα. Βρωμάμε τόσο, που ακόμα και τα ποντίκια μας αποφεύγουν.

Προσπαθώ με τις σκέψεις μου να ξεφύγω από τη λάσπη και την αδιάκοπη βροχή. Σκέφτομαι εσένα. Την κόρη μου. Τα περσινά Χριστούγεννα μαζί σας.

Μα το νερό έχει μνήμη και καθώς με λούζει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, η μνήμη ζωντανεύει και μαζί της και η λάσπη που με καλύπτει. Άλλωστε, η λάσπη από χώμα και νερό δεν αποτελείται; Και η λάσπη των χαρακωμάτων έχει και μπόλικο αίμα. Το αίμα αυτών που χάνονται σε κάθε salto mortale, σε κάθε οβίδα από τον μεταλλικό ουρανό, σε κάθε σφαίρα, υπέρ της πατρίδας, υπέρ της ελευθερίας, γράφοντας αυτή την χαριτωμένη ιστορία σκόνης. Διαβάστε περισσότερα

Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού | Νίκος Κολώνης

nikos_kolonis

Μέρες γιορτών, βρέθηκα να ψαχουλεύω στην αποθήκη του παππού τις κούτες με τα λαμπιόνια και τα στολίδια, παρά τις υποδείξεις της γιαγιάς Νίκης πως έχουν μείνει ελάχιστα και ψάχνω μάταια. Τελικά, πάνω σε ένα παλιό ψυγείο εντοπίζω πολύχρωμα λαμπιόνια σε καλά τυλιγμένες αρμαθιές με ένα χαρτάκι να υποδεικνύει το σημείο που τοποθετούνταν, κάποιες άθικτες πολύχρωμες γιρλάντες και λίγα αστέρια. Μόνο ένα στρώμα σκόνης θάμπωνε λίγο τις αναμνήσεις.

Λίγο μετά, θ’ αντικρίσω το χαρτόκουτο με τις γυάλινες μπάλες που για χρόνια κρεμούσαμε στα δέντρα της αυλής. Ακριβώς όπως το άφησε την τελευταία χρονιά που στολίσαμε, πριν φύγει από την ζωή. Η μυρωδιά της αποθήκης, του σπάγκου και των τυλιγμένων καλωδίων μου φέρνει στο νου κάποια άλλα Χριστούγεννα στο σπίτι του παππού.

Στον πάτο του χαρτόκουτου είχαν απομείνει μόνο ψιλές φλούδες γυαλιού και χρώματος μαζί με τούφες πολυκαιρισμένο βαμβάκι. Στολίδια σπασμένα σε μικρά μικρά κομμάτια συνεχίζουν να λάμπουν μέσα στο κουτί τους. Όλα εύθραυστα όπως το κάθε τι. Σκέφτομαι αμέσως την αντίδραση του παππού και ανακουφίζομαι. Θα με έβαζε στο γαλάζιο φορτηγάκι και θα πηγαίναμε να αγοράσουμε καινούργια, σαν τίποτα μην είχε συμβεί. Διαβάστε περισσότερα

Κυψέλη | Νίκος Λέκκας

lrk

[αφορμή της ποιητικής συλλογής Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος του Γιάννη Ζελιαναίου, εκδόσεις Straw Dogs, 2015]

Ο λόγος για εκείνη την περιοχή του κέντρου που μ’ έκανε να έχω μια αίσθηση νεανικότητας, ανεμελιάς. Εκείνα τα χρόνια που άρχισα να οσμίζομαι τον κόσμο, να προσπαθώ ν’ απαντήσω το αναπάντητο ερώτημα: ποίος είμαι και τι με τραβάει. Τότε που έπιανα συζητήσεις με αδέσποτα -τα προτιμούσα από τους ανθρώπους- και ένιωθα πανευτυχής. Τότε που νόμιζα ότι στην Κυψέλη με περιτριγύριζε ένα νέφος εκκεντρικότητας. Στενά με νησιά του Αιγαίου για οδούς, σαν τουρνέ στο γαλάζιο της μελαγχολίας. Εκκεντρική μελαγχολία, κατάρα. Διαβάστε περισσότερα

Biolamin | Θοδωρής Νταλούσης

trik

Ήταν οι καλές εποχές. Το αφεντικό έπινε κρασί πίσω απ’ το ταμείο. Ο Μιχάλης κούρδιζε το μπουζούκι προτείνοντας στον κιθαρίστα να αρχίσουν από σολ μινόρε. Και η ταβέρνα γέμιζε, τα γκαρσόνια έτρεχαν εδώ και εκεί με φορτωμένους δίσκους. Ο Μιχάλης έριχνε τις διπλοπενιές του και τραγουδούσε για την άπονη ζωή, το κάματο και τον άδικο ντουνιά σαν σε παλιά ελληνική ταινία. Ο κιθαρίστας δίπλα του, άπειρος, ακολουθούσε με δυσκολία. Σε κάθε λάθος ακόρντο έπεφτε πάνω του η αυστηρή ματιά του Μιχάλη. Ευτυχώς, οι πελάτες μασούσαν τα παϊδάκια και το αφεντικό γλυκοκοιτούσε τη λαντζιέρα. Κανείς δεν πρόσεχε το φάλτσο ντουέτο. Διαβάστε περισσότερα