Σήματα καπνού | Γιώργος Γκόζης

gg

Ανακαλώ τον παππού, όταν στο ραδιόφωνο ακουγόταν η εκπομπή αναζητήσεων του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Σταματούσε να χτυπάει με το σφυρί του τα καρφιά στις σόλες των παπουτσιών, ήταν τσαγκάρης βλέπεις και κοκκάλωνε ολόκληρος.
Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν ολόγυρα.
Με το βλέμμα του στυλωμένο ευθεία εμπρός, έμοιαζε χαμένος.
Όλες οι αισθήσεις, κυρίως η ακοή, ήταν τεταμένες.
Οι αφηγήσεις ήταν ολιγόλογες, συγκλονιστικές και για χιλιάδες περιπτώσεις πάνω-κάτω οι ίδιες.
Νά, σαν κι αυτήν:
«Ο Αλέξανδρος και η Βασιλική Παπαναστασίου, κάτοικοι Αττικής, οδός Ύδρας αριθμός 58 Read more

Advertisements

12ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

2017

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

O Ανδρέας γεωργός, ο Λουκάς Έλλην της νήσου σταυρικός, ο Θεοτόκης, ο Ηλίας· σε ξένη γης αράζουν τα οστά τους, Θανάσης, Κόκος ψησταριά σε άνομους παράδες: ένας παπάς τους έθρεψε κρατώντας το φραγγέλιο. Ο αδελφότεκνος υιός το σπέρμα του φονεύει. Στο μεταξύ, αλγόριθμος συντρόφευε τη μοναξιά του λυκανθρώπου. Χρονιάρα μέρα σήμερα, χρονιάρα μέρα κι αύριο, χρονιάρα και την Κυριακή. Ο ποιητής δεν είναι τυμβωρύχος: ένα λαγωνικό τα γράμματα μονήρες τα εικάζει. Ιχνηλατώντας έρπει ατάραχος μέσα στις εχθρικές γραμμές αντιπαράταξης. Propongo una demolición política. Una vuelta al origen. Un nuevo nacimiento. Pero para ello precisamos de una educación justa y de calidad, de una cultura ajena a los intereses partidistas. Precisamos de la verdad., (Javier Sánchez Menéndez). Read more

Ω ποταμοί λογοτεχνίας και ποίησης | Βαλάντης Βορδός

sagio

Μία από τις πιο ωραίες λογοτεχνικές κουβέντες την έχω κάνει με φορτηγατζή. Ούτε κυρίες με διπλά επίθετα και γιακάδες-σεμεδάκια, παρακμιακές γούνες (ό,τι είναι από ζώο είναι τραγικά κιτς), ούτε λογοτεχνικές βραδιές με περισπούδαστο ύφος σε ενώσεις, λέσχες και τα λοιπά, ούτε κατεβατά φληναφήματα κάθε τρις και λίγο. Ω εμπνεύσεις που έχουν μερικοί! Ω ρομαντισμέ! Ω ποταμοί κειμένων λογοτεχνίας και ποίησης!

Θέλω να μείνω με τα βιβλία μου, τον σκύλο μου, την ποίησή μου. Ούτως ή άλλως μιλάμε για μία απ’ τις πιο μοναχικές διαδικασίες. Γίνετε και λίγο μοναξιάρηδες, που ’λέγε ο Καρούζος κι ό,τι έχουμε να πούμε ας το γράψουμε, επιτέλους. Τα προφορικά είναι αέρας – αυτό το γνωρίζει κι ένας φορτηγατζής που διαβάζει, που ’ναι γειωμένος με την πραγματικότητα και δύσκολα τρώει χορτάρι. Read more

Ίδια ρουτίνα | Θοδωρής Σαρηγκιόλης

ths

Η μέρα ενός δημοσίου υπαλλήλου

Κάθε πρωί την ίδια ώρα εγερτήριο. Τριάντα χρόνια οι ίδιες κινήσεις, στον ζυγισμένο χρόνο τίποτα δεν πρωτοτυπεί.

Κιρκαδιανός κύκλος, σχεδόν νομοτελειακός, ξετυλίγεται. Οι κόμποι του πληθαίνουν, τείνει να μεταμορφωθεί σε κομποσχοίνι. Σωρεύει τα καθημερινά ιζήματα της τριβής των ανθρώπων.

Άνθρωποι έρχονται καθημερινά στο ορθογώνιο γραφείο τους, απαγγέλλουν τα σωρευμένα λόγια τους, που άλλοτε κραυγάζουν την αγωνία τους, άλλοτε ψιθυρίζουν το αίτημά τους και πάντα θέλουνε τις λύσεις έτοιμες, την επιβεβαίωση του δίκιου τους. Κι εμείς εκεί, στημένοι, με τα πρόσωπά μας να αντικρίζονται με τα δικά τους, με κατανόηση και όση μας επιτρέπουν νηφαλιότητα, να προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε, να λύσουμε προβλήματα, αιτήματα, να διαλύσουμε πλάνες. Read more

Σχεδόν ηρωισμός (ή Ιστορίες Αϋπνίας) | Βαλάντης Βορδός

saratsis (4)

Νύχτες μακρόσυρτες, νομίζεις πως το σκοτάδι κρατάει αιώνες· οι έλικες του ανεμιστήρα τεμαχίζουν τον στάσιμο αέρα, ανακυκλώνοντας οσμές, χαρτιά, βιβλία, κείμενα που ίσως να μην γραφτούν ποτέ.

Στριφογύρισμα, ιδρώτας, σκοτωμένο σπέρμα στα σεντόνια, στα χέρια γαντζώνονται κολλημένα τα αγέννητα παιδιά μου, η βρύση μια απόσταση που μοιάζει με στίβο μάχης που πρέπει να διασχίσεις. Σχεδόν ηρωισμός.

Ανάφλεξη για λίγα χρόνια και μετά χώνεμα∙ η τάση πολλών σαραντάρηδων, μια χωνεμένη φωτιά που ίσως κάποτε ν’ ανάψει απ’ το πουθενά, ποιητές που ζούμε για τους ελάχιστους σπινθηρισμούς μιας τέχνης. Γεννηθήκαμε λιώμα, μου είπε προχθές ο Σαράτσης!

Ελάχιστα πριν το ξύπνημα, η ανάσα κόβεται στο στήθος – αιφνίδιο ξύπνημα, ανακούφιση σαν ξαφνικά να πιάστηκα από βράχο στη μέση του ούτε εγώ ξέρω.

Πριν απ’ αυτά όνειρο: ένα δελφίνι με πλησίασε στο Πλατανίτσι, εγώ καθισμένος στο βράχο κι αυτό κολυμπούσε κοντά μου. Βούτηξα να το χαϊδέψω. Το χέρι μου γλιστρούσε στο δέρμα του, αίσθηση της αφής που συμπύκνωνε με τρόπο παράξενο και τις υπόλοιπες. Καθώς το θυμάμαι, θέλω να κλάψω. Και κλαίω. Αγκαλιαζόμαστε στο νερό, του χαϊδεύω τα μάτια και χάνεται. Ξυπνάω με το πρόσωπο μούσκεμα.

Παράξενο πράγμα τα όνειρα. Ματαιώσεις, προσδοκίες, φόβοι, δεν προσφέρει και πολλά η ανάλυση, σαν να θες να σταματήσεις την αιμορραγία με ασπιρίνες.

Για το υπόλοιπο της μέρας θα επιλέξω να νιώθω πώς το δελφίνι δεν έχει φύγει από μέσα μου. Θα κυκλοφορώ στην πόλη μ’ ένα ποίημα να κολυμπάει στο στομάχι μου. Κι όσο κρατήσει…