Αλληλογραφία στο μπαλκόνι | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

«Περνάω την ημέρα μου, καταλήγοντας πάντα εδώ. Το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, να ατενίζω τούτο το λεπτοκαμωμένο πρόσωπο που λάμπει πίσω από μία γκρι κουρτίνα. Τα πάντα σταματούν· Η ζωή μου σταματάει· Η βροχή επάνω στο τζάμι, η βαριά ατμόσφαιρα, μπλε σαν τη θάλασσα μέσα μου, το ανθισμένο και πράσινο μπονσάι μου στο βάθος της θάλασσας κι εγώ, σχηματίζουμε ένα ακίνητο και συμπαγές σύνολο· είμαι ευτυχισμένος».

Η βροχή σταμάτησε, έτσι απότομα, όπως η βελόνα με ζαφείρι φτάνει στο τέλος του δίσκου βινυλίου, που γυρίζει επάνω σε ένα πικάπ αφήνοντας μονάχα αυτό το επαναλαμβανόμενο μονότονο «γραπ» να γεμίζει με σκληράδα το χώρο. Ο ήλιος λαμπερός και διάφανος ξεπρόβαλε πίσω από τις λευκές ταράτσες των πολυκατοικιών. Οι άνθρωποι, θριαμβευτικά, ξεχύθηκαν. Ήταν Κυριακή. Το φως του ήλιου μόλις που άγγιζε τα σώματά τους, ούτε τα σκίαζε ούτε τα τόνιζε. Έμοιαζαν σαν στάχια, χρυσαφένιες κηλίδες να επιπλέουν ήρεμα πάνω από το έδαφος. Τώρα λουσμένοι στον ήλιο, αντανακλούσαν ηρεμία, χαλάρωση, κάτι σαν επιμονή. Μα σε μερικά πρόσωπα, μπορούσε ο Καρλ να διαισθανθεί κάποια θλίψη.

Ο Καρλ χαμογέλασε. Στη σκέψη του ήξερε ότι το γκρίζο αυτό πράγμα είναι το καθρέφτισμα του προσώπου του. Συχνά, αυτές τις χαμένες ημέρες στεκόταν και το ατένιζε. Δεν καταλάβαινε τίποτα σ’ αυτό το πρόσωπο. Για αυτόν, τα πρόσωπα των άλλων έχουν νόημα. Άραγε και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κρίνουν τόσο πολύ το πρόσωπό τους; Διαβάστε περισσότερα

Μικρά πεζά | Δημήτρης Μακούσης

kefalas panos

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ
τα νύχια σου, εκεί κι εγώ κατοικώ. χωρίς ιδιοκτησία στα μάτια σου, το αύριο παραλλάσσω σε χίλιες δυο ακτίνες φωτός· μα το λιμάνι που κοιτάζαμε τα πλοία να φεύγουν, έχει κι εκείνο ημερομηνία λήξης. και τα νύχια σου κουράστηκαν πια να σκάβουν. εγώ, τριγυρνώ σαν άστεγος, την οδό Αναξιμάνδρου ψάχνοντας να βρω, με τα πόδια στο μπετό βουτηγμένα. θάναι —ίσως— κρυμμένη, κάπου στης πόλης τα πλατύφυλλα, μαζί με το δέκατο τρίτο σκαλοπάτι που οδηγεί στην υπέροχη θέα, κάτ’ απ’ την σάρκα του τεντωμένου καθρέφτη. κουρασμένα νύχια τα νύχια σου· σπασμένη βούληση η βούλησή μου· η θάλασσα που δεν κουράζεται να κουβαλά κουφάρια. μια πόλη δίχως οδό Αναξιμάνδρου, με ιδιόκτητα μάτια και τετριμμένο φως.

ΜΙΚΡΟ ΣΚΑΛΙΣΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
στα μάγουλά σου. εκεί που σε είδα να λούζεσαι στο σεληνόφως και ξέχασα όσα μέχρι τότε βρεθήκαν στο πουκάμισό μου ραμμένα. όταν ξηλώνεται απ’ την πέτσα η οδός, τα σκαλοπάτια δείχνουν όλα φαγωμένα απ’ τον χρόνο. ήθελα μονάχα τον κόσμο σου να μάθω και στο τέλος, ό,τι έμαθα, ήταν ο τρόπος να βαστώ την νύχτα για να μην πνιγεί στο ξερατό της.

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ
σ ένα παγκάκι ξάπλωνε της Ιπποδρομίου. με μάτια μισόκλειστα το κοίταζα, σα νάθελα να εκμαιεύσω μια καταγωγή· αλλά τέτοια πράγματα είναι ήδη χαμένα από χέρι. πλησίασα, το κράτησα στα χέρια, κίνησα να ξεφυλλίσω τις σελίδες, να δω πόσες στιγμές χωρούν μέσα στο σώμα ενός μαύρου νάνου. οι τρεις πρώτες σελίδες είχανε ήδη αρκετά. ο δρόμος ήταν αδειανός κι εμείς θέλαμε παρέα. ο ουρανός δεν είχε όρεξη για κουβέντες· η θάλασσα ήταν ανυπόφορα μακριά. δυο ώρες μετά, γυρίζαμε στο σπίτι με μια πρώιμη ικανοποίηση για την αναπάντεχη συνάντηση. μια τέτοια εξέλιξη, μπορεί πάντοτε να στιγματίσει όποιον δεν περιμένει να βρει φτερά μαραμένα που μπορούν ακόμα να πετάξουν. πόσο μάλλον ένα βήμα προτού βουτήξει στην άσφαλτο, το μικρό βιβλίο πούχε το στόμα ανοιχτό, να κρέμεται σ’ ένα παγκάκι άθλιο, στην Ιπποδρομίου, κάτω απ’ την σκιά του μαύρου νάνου.

ΜΙΣΟ ΠΟΤΗΡΙ
ξαπλωμένο στο πάτωμα· το άλλο μισό στην ντουλάπα καρφωμένο, κει που τα παιδιά στοιβάζαν τα παλιά τους παιχνίδια. στο ψιλικατζίδικο τα τσιγάρα έχουν τελειώσει· τα ψυγεία είναι άδεια και τα ράφια γυμνά. πού να ψάξεις να βρεις έναν καινούριο λόγο, για να επιστρέψεις στο μέρος όπου εκτυλίχθηκε ολάκερη η ιστορία της γης; φαντάζει μάταιο, όπως περίπου η περιστροφή της γης, γύρω από μια κούφια βέργα.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

Ο έρωτας στα χρόνια του κορωνοϊού | Φώτης Θαλασσινός

thal

Ο κορωνοϊός ήταν η μόνη πληροφορία που αναπαραγόταν παντού. Απ’ άκρη σ’ άκρη σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ζοφερές σκέψεις των ανθρώπων. Η θύμηση του Μαύρου Θανάτου στην Ευρώπη και την Ασία. Βάκιλος Yersinia Pestis. SARS-CoV-2. Βγήκαμε μετά από άδεια απ’ τις αρμόδιες υπηρεσίες για περπάτημα με τον φίλο μου Νίκο. Είχα καιρό να περπατήσω. Φτάσαμε στο νεκροταφείο. Η τελευταία μας κατοικία, γύρισα και του είπα. Το κοιμητήριο είχε λίγο κόσμο. Όλοι πενθηφορούντες στα μαύρα και με μάσκα για προστασία απ’ τον ιό. Ένα τηλεκατευθυνόμενο φέρετρο έφτανε προς την είσοδο του ιερού χώρου. Οι παπάδες ήταν έτοιμοι με τις ολόσωμες αντιμικροβιακές φόρμες τους να το παραλάβουν και να κάνουν ακόμη μία μοναχική ταφή. Φοβόταν ο κόσμος. Έπρεπε να τιμήσουν τους νεκρούς τους. Αλλιώς δεν θα ’τανε σ’ αυτόν τον τόπο αυτές τις μέρες. Μόλις είδαν το φέρετρο, το μέρος άδειασε. Δεν είχαν πάρει χαμπάρι, έτσι σκορπισμένοι που ήταν οι ίδιοι πάνω απ’ τις ταφόπλακες, την παρουσία των παπάδων. Τρέξιμο και εμείς. Την ώρα που ξεμακραίναμε από ’κει, ένας γλυπτός άγγελος, αποτροπαϊκός φρουρός κάποιου μνήματος, πέταξε μέσα στους αμφιβληστροειδείς μου.

Η γειτόνισσά μου κάθε φορά που βγαίνει έξω ψεκάζει τα ρούχα της με αντισηπτικό. Ύστερα, το πρόσωπο και τα μαλλιά της. Καταλήγει στα χέρια της. Την βλέπω πάντα με τον Ντίας στην αγκαλιά μου. Ντίας λένε τον μικρό σκύλο μου που δεν κολλάει κορωνοϊό. Έτσι είπαν οι ειδικοί. Τα κατοικίδια ζώα μας δεν εκπίπτουν της μυστικής τους αποστολής. Προστατεύουν τον άνθρωπο. Αλώβητα στο μίασμα. Διαβάστε περισσότερα

Επισκέψεις Κυριακής | Αντρέας Τιμοθέου

antim

Στην εκκλησία σήμερα, κάποια κυρία φορούσε το άρωμα sunflower της Elizabeth Arden. Ήταν το αγαπημένο άρωμα της γιαγιάς. Είχα να το μυρίσω από τότε. Της το είχα πρωτοφέρει από ένα ταξίδι μου στην Φλωρεντία, κρατάω ακόμα το τελευταίο μπουκάλι. Ξεχνάω ονόματα, μα ποτέ πρόσωπα και αρώματα…

Καθόμουν πίσω από τον σκάμνο της, ανάμεσα σε άλλες γιαγιάδες, φίλες της δικής μου. Έπειτα, πήρε το βλέμμα μου τον γιο του κ. Ιωακείμ ή αλλιώς του κ. Ακείμη, έτσι τον έλεγα παιδί, μάλλον για ευκολία. Έφερα το πρόσωπό του στην μνήμη μου και έπειτα δεν μπορούσα να ελέγξω τις σκέψεις μου… Ο κ. Ιωακείμ είχε ένα μικρό μπακάλικο, πολύ κοντά στο κομμωτήριο της γιαγιάς. Η γιαγιά για χρόνια είχε ένα καθιερωμένο ραντεβού τα απογεύματα Παρασκευής για χτένισμα και κάθε τρεις Παρασκευές για βάψιμο. Με θυμάμαι να χαζεύω όσο την περιποιούνταν και ως ανταμοιβή μου έδινε τότε μια ολόκληρη λίρα την οποία χαλούσα αμέσως στο μπακάλικο του κ. Ιωακείμ, παίρνοντας του κόσμου τα γλυκά (από τότε είχα αυτή την αδυναμία κι ας μη μου φαίνεται). Επέστρεφα στην ώρα μου με τις αγορές μου, η γιαγιά πλήρωνε τη κοπέλα του κομμωτηρίου, έδινε πάντα πουρμπουάρ στα άλλα κορίτσια και φεύγαμε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Έπειτα, αυτή η ίδια κοπέλα που αγάπησε τόσο πολύ τη γιαγιά μου, όταν δυσκολευόταν να μετακινηθεί με τα πόδια, φρόντιζε να την παραλαμβάνει, να τη χτενίζει και να τη φέρνει πίσω στο σπίτι η ίδια. Ώσπου η γιαγιά έχασε εντελώς τα μαλλιά της από τις θεραπείες και έπρεπε να βάζει περούκες. Διαβάστε περισσότερα

Οι Κηπουροί της Θεσσαλονίκης*: Γράμματα στρατιωτών από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο #2 | Πάνος Κεφαλάς

1

Εικ. 1

Antoine Roquentin2,
17η Αποικιακή Μεραρχία Πεζικού.
Φεβρουάριος του 1916, Θεσσαλονίκη.

Αγαπημένη μου Ζεκελίν,

Έλαβα πριν λίγες ημέρες το τελευταίο γράμμα σου. Μέσα στις σελίδες, η φράση σου «Να προσέχεις, δεν μπορώ άλλο να σε περιμένω» ηχεί σαν το σαλπιγκτή του πλοίου, που μου τρυπάει τα αυτιά καθημερινά στις πέντε το πρωί,  καθώς αναζητώ στο κατάστρωμα την πρώτη αναγκαία ρουφηξιά της δόσης μου από τον καπνό της Ανατολής. Μια φράση, όπου το “Να” το μισώ, όπως τούτο τον κροταλία τον πόλεμο που καταπίνει τις ελπίδες της ανθρωπότητας. Θα προτιμούσα να μου έγραφες «κοίτα να πεθάνεις για την πατρίδα να πάρουμε τη σύνταξη σου ή όταν γυρίσεις πίσω δεν θα βρεις τίποτα, παρά τα βιβλία σου, μερικές αλλαξιές κι ένα βάζο με μαραμένα κρίνα». Το γράμμα σου το έλαβα δυστυχώς αργοπορημένα. Ήδη μπάρκαρα με σκοπό να επιστρέψω. Μα έχει πλέον νόημα;

Ξημερώματα, έφυγα από τη Βενετία της Ανατολής, παρέα με τους γλάρους, που ακολουθούσαν το πλοίο μας στην έξοδο από το λιμάνι. Στη συνοδεία, θωρηκτά και καταδρομικά. Η έξοδος από το λιμάνι είναι ένας σωστός λαβύρινθός από δίχτυα και νάρκες. Μου θυμίζει το λαβύρινθό των χαρακωμάτων της πρώτης γραμμής. Το πλωτό νοσοκομειακό “Δήμητρα” έχει τα αμπάρια του γεμάτα με χωματένια στήθη από την πατρίδα και κουκέτες ή κρεβάτια εκστρατείας γεμάτα αίματα. Στο “Δήμητρα” οι αναμνήσεις δεν είναι καλεσμένες. Στη Μασσαλία, θα γίνει φυσικά η τιμητική παραλαβή, με την παρουσία επισήμων, φαγητού και μουσικής ορχήστρας. Οι νεκροί στις σκιές θα χορεύουν και ο όχλος θα ζητωκραυγάζει «δόξα στην αιώνια Γαλλία μας».3

2

Εικ. 2

Καθώς το πλοίο σάλπαρε, παρατηρούσα τον ήλιο στο βάθος που ξεπρόβαλε από το Καρά-Μπουρούν. Με τις γλυκές ακτίνες του έλουζε το όμορφο λευκό σκαρί του πλοίου, που είναι στολισμένο με έναν κόκκινο σταυρό και μια πράσινη λωρίδα. Μα είναι τόσο απροστάτευτο απέναντι στους ύπουλους εχθρούς. Δεν φέρει ίχνος κανονιού. Τράβηξα μια γερή τζούρα αλμυρού αέρα για καλό ταξίδι. Ο βόμβος της μηχανής που ανεβαίνει από τα έγκατα του πλοίου, ίδιος και απαράλλακτος με το βρόντο των κανονιών από τις όχθες του ποταμού Μεύση ή τις κραυγές των συμπολεμιστών μου, που αντί να τραγουδούν το Auld Lang Syne4, αντιθέτως βέλαζαν σαν πρόβατα που όδευαν στη σφαγή.5 Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Διαβάστε περισσότερα