Νέο Savoir-vivre #91-99 | Σωτήρης Παστάκας

Pastakas

#091 ΠΩΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Η πρώτη σας κίνηση είναι να διακρίνετε στην πόλη σας ένα άτομο κύρους που να ακτινοβολεί για τις πράξεις και τα επιτεύγματά του, στον τομέα που θέλετε να δραστηριοποιηθείτε κι εσείς. Οπλισθείτε με αυτοπεποίθηση, φορέστε το γιορτινό σας χαμόγελο και πλησιάστε τον στην ταβέρνα που τρώει ή έξω από την τουαλέτα που κατουράει, και του ζητείτε ταπεινά να βγείτε μαζί του μια σέλφι. Του κάνετε αίτημα φιλίας στο Φέισμπουκ κι αρχίζετε να πιατσικολογείται τους φίλους του και τις επαφές του. Εγγράφεστε στις ίδιες ομάδες και αρχίζετε διάλογο με όσους βλέπετε να έχουν πιο στενές επαφές με το άτομο που επιλέξατε. Έχετε ήδη ανεβάσει την πρώτη σας σέλφι με την προσωπικότητα του ενδιαφέροντός σας και συνεχίζεται να ανεβάζετε φωτογραφίες δίπλα του ή τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μαζί του, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση στους κοινούς σας πλέον φίλους πως έχετε μεγάλη οικειότητα μαζί του, πως σας ακούει, σας προσέχει και λαμβάνει σοβαρά τις προτάσεις σας και συμμερίζεται τα σχέδιά σας.

Αν υποθέσουμε πως ο στόχος σας είναι του λογοτεχνικού χώρου, τότε τα πράγματα για σας είναι ακόμη πιο εύκολα. Οι λογοτέχνες είναι επιρρεπείς στις κολακείες, και δείχνουν ιδιαίτερη αδυναμία στα δώρα, είτε πρόκειται για ένα μαγνητάκι για το ψυγείο, μια προσωπογραφία σε κάρβουνο, ή μια ασημένια σαμπανιέρα, θα σας θεωρούν φίλο τους. Αν τους κάνετε τα γλυκά μάτια και τους κεράσετε και καναδυό μπουκάλια κρασί, τότε πολύ εύκολα θα χρησιμοποιήσουν τα μέσα τους για να δημοσιεύσετε αμέσως τα σκαριφήματά σας. Ως δια μαγείας ο λογοτέχνης κύρους θα ξεκλειδώσει για σας τα περιοδικά που ως τότε φαινόταν στα μάτια σας σαν απόρθητα κάστρα. Δεν αποκλείεται μάλιστα να γράψει και κάτι για το βιβλίο που εκδώσατε με δικά σας έξοδα και να προθυμοποιηθεί να σταθεί δίπλα σας σε πάνελ παρουσιάσεων και ημερίδων και σύντομες νύχτες γεμάτες απαγγελίες που γρήγορα τελειώνουν κι ακόμη πιο γρήγορα λησμονιούνται.

Αφού, λοιπόν, ολοκληρώσετε το πλιάτσικο και τον έχετε περιφέρει ως λάφυρο στο στενό κύκλο των συγγενών και των γνωστών σας απ’ το λύκειο και το πανεπιστήμιο, είστε έτοιμοι για το μεγάλο βήμα. Μέσα σε λίγες μόνον ημέρες θα έχετε στήσει και την προσωπική σας σελίδα ως συγγραφέας στο Φέισμπουκ και ο δρόμος για τη δόξα θα είναι ανοικτός να τον περπατήσετε περήφανοι κι αγνώμονες.

***

#092 ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ

«Ένας ποιητής δεν είναι καλλίτερος από κάποιον άλλον ποιητή», έλεγε ο Αλμπέρτο Μοράβια για τον Παζολίνι. Το θέμα είναι ποιος θα πει τα πολλά, τα περισσότερα και τα σημαντικότερα από τους άλλους για την εποχή του και με μεγαλύτερη δύναμη. Δεν υπάρχουν, λοιπόν, αξιωματικά μεγάλοι και μικροί ποιητές. Ακόμη κι εγώ ο ίδιος θεώρησα «μεγάλους» ποιητές σε κάποια χρονική περίοδο της ζωής μου και σε κάποια άλλη περίοδο λόγω της «ανάγκης» που διαμορφώνει τα γούστα μας καθημερινώς και τη φυσιογνωμία του προσώπου μας θα έλεγα με το αδυσώπητο και ανελέητο σκαρπέλο του γλύπτη, τους κατέταξα στους ελάσσονες. Μείζονες κι ελάσσονες ανεβοκατεβαίνουν μέσα μου σαν τις μετοχές στον πίνακα του χρηματιστηρίου.

Κατανοώ το άγχος επικράτησης των νέων ποιητών, αλλά δεν επικροτώ τις συμπεριφορές τους, όταν τους βλέπω να άγονται και να φέρονται στην Αγορά σαν έμποροι που πουλούν τίτλους και αξιώματα, να χρήζουν αλλήλους ποιητές έναντι δημοσιευμάτων και φιλαναγνωστικά βραβεία. Με παρηγορεί η σκέψη πως η σύγχυση δεν πρέπει να είναι σημερινή: ήδη από την αρχαιότητα «οι ποιητές», μας είχε επισημάνει ο Νίκανδρος, «γράφουν στίχους συλλέγοντας χρυσό, ως αντίτιμο των συκοφαντιών τους. Πουλάν ιάμβους, όπως ένας έμπορος, πουλάει λάδι».

Σε όποιον, λοιπόν, αναρωτιέται αν είναι «μεγάλος ποιητής» θα είχα να του πω να κάνει μια επίσκεψη στο νεκροταφείο. Θα τον συμβούλευα να επισκεφθεί το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, μια ασέληνη νύχτα και πιθανώς χωρίς έντονα καιρικά φαινόμενα. Να υπερπηδήσει τον φράχτη, εκεί από τη Βουλιαγμένης, και να απευθύνει το υπαρξιακό του ερώτημα στους πεθαμένους. Δεν πρέπει να φυσάει, ούτε να μπουμπουνίζει, γιατί ως γνωστόν οι νεκροί έχουν αδύναμη ακοή, και για να μην μπερδεύεται η ερώτησή του με το θρόισμα των πεύκων και των κυπαρισσόμηλων. Οι ιδανικές συνθήκες θα έλεγα πως είναι το τσουχτερό κρύο, το αφέγγαρο σκοτάδι και το προχωρημένο της ώρας. Πρέπει να είναι ακριβώς δώδεκα τα μεσάνυχτα, να έχετε πάρει ήδη θέση στην κεντρική οδό του νεκροταφείου δηλαδή, για να θέσετε το επίμαχο ερώτημά σας στους νεκρούς: «Είμαι ο μεγαλύτερος ζων ποιητής;».

Αν λάβετε απάντηση στο ερώτημά σας να έρθετε να μου την πείτε όποια κι αν είναι αυτή. Διαβάστε περισσότερα

Οι πόλεις των τελευταίων πραγμάτων | Πάνος Κεφάλας

kefalas

Προχωράω στο σκοτάδι. Στέκω. Θέλω να βρω ένα ίχνος. Να γίνω η γραμμή στον ορίζοντα του ουρανού. Εκείνη στο βάθος που συνήθως κοιτάνε οι ναυτικοί στο Σταυρό του Νότου καθώς χάνονται στο μυαλό τους, μίλια μακριά από τους αγαπημένους τους στην πατρίδα. Πικρή Πατρίδα! Άγονη Γη ή γυμνό γυναικείο σώμα; Ή τα χέρια του Θεού; Όλοι ξέρουμε ότι τα ταξίδια ξεκινούν “in medias re” και δεν είναι ολοκληρωμένα.

Ίσως η πατρίδα μου να είναι η Οξιτανία κι εγώ φυγάς σε χρόνιο ταξίδι, όπου όλα τα πρωινά μοιάζουν σαν τα πρώτα πρωινά του κόσμου. Κάθε δειλινό μοιάζει σαν το τελευταίο, μεγαλοπρεπή αγωνία μοναξιάς και μεγαλείου. Μια αίσθηση που δεν μπορείς να τη μοιραστείς με κανέναν. Πρέπει να την έχεις ζήσει.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν κανένα ίχνος στη ζωή τους. Απλά ακολουθούν τις σκιές άλλων, δίχως να έχουν κανένα ρόλο να παίξουν σε τούτο το παιχνίδι. Υπάρχουν άνθρωποι που βάζουν σκοπό ζωής να καταφέρουν ό,τι σκοτάδι έχουν μέσα τους να το μετατρέψουν σε ίχνος αιώνιο στον ουρανό του κόσμου, σε κάτι ανώτερο. Κι αν η μετριότητα είναι η αιωνιότητα;

Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν ίχνη, για τις μοναχικές ψυχές που κάθονται στα παγκάκια των δρόμων ή στα μπαλκόνια των ασπρόμαυρων άσχημων πόλεων δίχως νόημα, ή που περιφέρονται έξω σαν αδέσποτα. Αναζητούν τη σιωπή και τη σιωπή την βρίσκεις μόνο στις θορυβώδεις πόλεις, αν βαδίζεις στο πολύβουο πλήθος που κυλάει στους δρόμους και αρχίζει να σωπαίνει όσο προχωράει η νύχτα και χίλιες μοναξιές αναβλύζουν από τα ίχνη του. Ο ήλιος σφραγίζει τα στόματα.

Ήθελα να βρω ένα ίχνος, ξέρεις, επειδή πολλοί κλέψανε κομμάτια από το δικό μου ή οι πόνοι σταδιακά εξαλείφουν ό,τι έχει απομείνει κάτω από το χωματένιο στήθος μου. Όταν το σώμα λιώνει εσωτερικά, το ίχνος της ψυχής θυμίζει τη θάλασσα στα χέρια μας και στου μυαλού οι άγιοι τόποι μετατρέπονται σε έρημο δίχως νόημα. Τόποι δίχως ποίηση.

Πολλές φορές, κάθομαι και κοιτάω τις γραμμές του τρένου καθώς το σκοτάδι αγκαλιάζει τον ουρανό, αφήνοντας μια λάμψη να αντανακλά από φωτιά, σίδερο και σκουριά στο φυσικό περιβάλλον. Κάτι σαν τις καρδιές των ανθρώπων. Ό,τι ίχνος υπάρχει, φεύγει. Ό,τι ίχνος εκπέμπει ο άνθρωπος των τελευταίων πραγμάτων, η φύση το μετατρέπει σε ζωή. Η σωφροσύνη πάντα θα ενώνει. Ό,τι είναι φθαρτό επιθυμεί να διαρκέσει. Όλα θέλουν να διαρκέσουν. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου;

Τα λουλούδια, τα δάκρυα, οι αναχωρήσεις και οι αγώνες είναι για αύριο. Σήμερα, περπατάμε αντάμα. Πρέπει να ξαναγράψουμε αυτό που σκίστηκε. Αύριο το ίχνος θα λάμπει σα μνήμη μέσα στη στιγμή, σαν απροσδιόριστη νοσταλγία. “El Vero Eden”.

Το μάλλινο παλτό | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

kefalas

Κοίταζα μια φωτογραφία του πατέρα. Ήταν λίγο μετά την κατοχή. Δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Έφηβος με έναν ντορβά στον ώμο, δίπλα σε τρεις άλλους συνομηλίκους. Όλοι μαζί μια άθλια εικόνα. Εξαθλιωμένοι, αδύνατοι, με ένα βλέμμα περίεργο, πονεμένο. «Ποιος είναι ο πατέρας;» είχα ρωτήσει τη θεία. Μου έδειξε στη δεξιά πλευρά της φωτογραφίας τον νέο που προανέφερα με τον ντορβά. Κάτι στα μάτια του τον θύμιζε αμυδρά. «Δες» πρόσθεσε η θεία. «Βλέπεις τη διαφορά από τους άλλους;» Δεν έβλεπα καμία διαφορά όσο και αν προσπαθούσα. «Ο πατέρας σου είναι ο μόνος που φορά παλτό». Όλοι οι άλλοι φοράνε σακάκι. Ξέρεις τι είναι να φοράς εκείνη την εποχή παλτό; Μεγάλη υπόθεση. Ο παππούς είχε χρήματα».

Τον θυμάμαι τον παππού. Το δικό του όνομα έχω πάρει. Ήταν κουρέας, εκτός από γεωργός. Έβγαζε από το κουρείο αρκετά, αλλά ήταν τσιγκούνης. Η γιαγιά απ’ ό,τι ήξερα κρυφά στην κατοχή μοίραζε ψωμί μόλις νύχτωνε στα πεινασμένα παιδιά του χωριού. Ο παππούς είχε καβούρια στην τσέπη. Όμως, όπως φαίνεται, τον γιο του τον φρόντιζε. Του αγόρασε παλτό για να μην κρυώνει εκείνα τα δίσεχτα χρόνια του εμφυλίου και της μιζέριας που βασάνιζε όλη την Ελλάδα, καθώς προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά τη γερμανική κατοχή. Διαβάστε περισσότερα

Νέο Savoir-vivre #81-90 | Σωτήρης Παστάκας

266114528_10223132978647707_419780082161545363_n

#081 Η ΠΑΝΩΛΗ ΤΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ

«Δεν ξέρει να γράφει, αλλά πρέπει να πάω στην παρουσίαση του βιβλίου της, γιατί την εκτιμώ σαν άνθρωπο», λέει ταλαντούχος φίλος, ηθοποιός και σκηνοθέτης. Στη μικρή μας πόλη έχουμε συνηθίσει να τηρούμε το εθιμοτυπικό: να παρευρισκόμαστε ακόμη και σε κηδείες αγνώστων επειδή ο εκλιπών ήταν «γνωστός γνωστού». Να επισκεπτόμαστε συγγενείς και φίλους κατά τας ονομαστικάς εορτάς. Να πηγαίνουμε σε μαιευτήρια και νεκροταφεία. Να παρευρισκόμαστε στας Εθνικάς Εορτάς με την μπάντα του Δήμου ή της Στρατιάς, στην κεντρική πλατεία, μαζί με τον Δεσπότη και τον Στρατηγό. Να πετάμε χαρταετό την Καθαρή Δευτέρα και να σουβλίζουμε το αρνί μας ανήμερα του Πάσχα. Υπό τους ήχους κλαρίνων και αναθυμιάσεων τσίκνας να τιμούμε την Τσικνοπέμπτη. Να κόβουμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα με δυο και τρεις μήνες καθυστέρηση. Να παρευρισκόμαστε στα σουαρέ των συλλόγων μας. Στη μικρή μας πόλη τα τελευταία χρόνια, απλώς προσθέσαμε στις κοινωνικές μας υποχρεώσεις και τις παρουσιάσεις βιβλίων.

Δεν ξέρει να γράφει, αλλά είναι ο εγγονός του πρώην Δημάρχου, ο οποίος θα είναι παρόν στην εκδήλωση και έχουμε την υποχρέωση, ο αγαπητός Δήμαρχος να μας δει. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά στο διάλειμμα θα παίξει φλάουτο ο υποψήφιος γαμπρός της κόρης μας και πρέπει να τον τιμήσουμε. Δεν έχει σημασία ποιος είναι ο συγγραφέας του βιβλίου, αλλά τον παρουσιάζει ο χαραμοφάης ο γιος μας που το παίζει λογοτέχνης κι είναι ευκαιρία να πάμε για να τους πούμε πόσο υπερήφανοι αισθανόμαστε για το χαραμοφάη το γιο μας. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά είναι πρωτοσέλιδο στον τύπο, ως και η τηλεόραση ανέφερε την παρουσίαση του βιβλίου στην μικρή μας πόλη, και πρέπει να πάμε κι εμείς. Δεν ξέρει να γράφει, αλλά κατέχει σοβαρή θέση στο Δημόσιο και πρέπει να την έχουμε με το μέρος μας.

Άγιε Χαράλαμπε που τιμάσαι σήμερα, ως προστάτης μας από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα, καταπάτησε τις παρουσιάσεις βιβλίων, αυτό το τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα κι απάλλαξέ μας από το πονηρό της πνεύμα. Διαβάστε περισσότερα

Νέο Savoir-vivre #71-80 | Σωτήρης Παστάκας

Pastakas

#071 Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΑΡΗΔΩΝ

«Η ηλεκτρονική δημοσίευση είναι τίποτα, σαν να μην έγινε ποτέ», μου λέει νεαρός ποιητής και με κοιτάζει κατάμουτρα: «δημοσιεύω μόνο σε έντυπα περιοδικά». Δεύτερη ή τρίτη φορά μέσα σε λίγες μέρες, δέχομαι την ίδια αποστομωτική απάντηση από εικοσάρηδες ποιητές που αρνούνται την ηλεκτρονική ανάρτηση των ποιημάτων: η ανάρτηση γι’ αυτούς δεν αποτελεί δημοσίευση.

Έχουν δει τα αδελφάκια τους να ξεκατινιάζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι ακόμα χειρότερα τους γονείς τους να ανταλλάσσουν ερωτικά στιχάκια με εικονικούς φίλους και έχουν πάρει τις αποστάσεις τους. Έχουν δει τις παιδικές τους φωτογραφίες να δημοσιοποιούνται για να ικανοποιήσουν τη συναισθηματική πορνογραφία των μητέρων τους Ο κόσμος δεν είναι η εικονική πραγματικότητα που λάτρεψαν οι γονείς τους, οι εικονικοί φίλοι είναι δυο φορές ξένοι. Κουβαλούν τους Δαιμονισμένους και τον Δον Κιχώτη στο μπαρ, σε πάρκα και σε τρένα: αγαπούν την αργή ανάγνωση και είναι ικανοί να περιμένουν έξι μήνες και ένα χρόνο ολόκληρο για να δουν τυπωμένα τα ποιήματα και τα διηγήματά τους.

Άγριας ομορφιάς ιστολόγια, με τις αυξημένες πλέον γραφιστικές ικανότητες που παρέχουν τα δωρεάν προγράμματα, κάνουν την εμφάνισή τους. Καινούριος λόγος αρθρώνεται και στερεώνεται σε έντυπη μορφή. Ο Γουτεμβέργιος επιστρέφει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο: το διαδίκτυο έπεσε μέσα στην απεραντολογία των γονιών και των θείων. Η προσωπικές κρίσεις αποζητούν πλέον κάτι σταθερό που δεν μπορεί να το προσφέρουν οικογενειακά και πατροπαράδοτα δεσμά, απ’ τη στιγμή που έχει διαλυθεί γύρω τους το σύμπαν. Μια νέα εποχή ουσιαστικού και έντυπου πια λόγου, ανατέλλει. Ο πολιτισμός της εικόνας που τους παραδώσαμε δέχεται την πιο αυστηρή κριτική και κατά μέτωπον επίθεση από αυτούς τους εικοσάρηδες. Η μόνη χάρη που μπορούμε να τους κάνουμε κι έχουν απόλυτο δίκιο σε αυτό, είναι να εξαφανιστούμε σήμερα, τι λέω, αυτή εδώ τη στιγμή. Διαβάστε περισσότερα