Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ | Αντρέας Τιμοθέου

andtim

γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Μια σχεδόν συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Κύπριου Αντρέα Τιμοθέου με τίτλο Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ από τις εκδόσεις Παράκεντρο.

Καλοδουλεμένες ποιητικές απόπειρες σε οκτώ πράξεις, προς ανάμνηση της παρουσίας (ή απουσίας;) των προγόνων. Η προγονική μνήμη και η ανάγκη διατήρησής της. Άλλωστε, η Μνημοσύνη υπήρξε η πρώτη ελληνίδα θεότητα και μητέρα των Μουσών. Χωρίς μνήμη δεν θα υπήρχε ελπίδα απογόνων.

Ήταν φαίνεται η στιγμή / να μάθεις / πώς είναι να ξεθάβεις τους νεκρούς / για παρηγοριά (σελ. 87)

Η απαρηγόρητη ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου αντιμέτωπη με την μυρωδιά της απουσίας, τον εγωισμό της θλίψης, το έκπτωτο της πραγματικότητας, το αναπόφευκτο των ψευδαισθήσεων και της φυγής.

…κι έπειτα εμείς φεύγαμε βιαστικοί. / Κατατρεγμένοι, αφήναμε δακτυλικά αποτυπώματα, / σημάδια γέλιων και δακρύων (σελ. 19)

Μαζί με το σώμα μεγαλώνει κι η θλίψη. Να αποστρέφεσαι τις λέξεις και μοιραία σ’ αυτές να επιστρέφεις. Μαθαίνεις μια ολόκληρη ζωή να φυλάγεσαι και οι στίχοι διαρκώς να σε εκθέτουν.

Γράφεται σιγά σιγά στο σώμα, / απ’ την αρχή / ένα άλλο ποίημα, / μην το προδώσεις (σελ. 20)

Λυρικές προσευχές -συχνά με το ηχόχρωμα της κυπριακής- προς αναζήτηση πατρίδας. Και ο χρόνος που μας νανουρίζει, ο μεγάλος είρων της ιστορίας, διαπερνά στροφές και στίχους.

Η ζωή είναι τόσο σκληρή / που συνεχίζεται (σελ. 79)

Στην ποίηση του Αντρέα Τιμοθέου όλα ανήκουν στο παρελθόν.

…όσα περπατήσαμε, μας περπατούν / και όσα ζήσαμε, μας μεγαλώνουν (σελ. 122)

Αύριο θα είμαστε σκόνη: Ολόκληρη η ποιητική του μια σπουδή θανάτου, όπως η απάντηση περί φιλοσοφίας του Σωκράτη προς τον Γλαύκωνα. Το “αντικλείδι” της σελίδας 84 που ξεκλειδώνει μάλλον τη συλλογή.

Σταχυολογώ:

…όλα έχουν τελειώσει. / Ο ουρανίσκος άδειος / σαν το σπίτι μας (σελ. 83)

Κουβαλώ τον θάνατο σαν μωρό (σελ. 86)

Βρέθηκα, / μα ο τόπος ήτανε νεκρός (σελ. 109)

Κι η αγάπη, μια αφανέρωτη ταραχή στις άκρες των δαχτύλων∙ σαν σώμα που κατοικεί εντός μας ή σαν κρεβάτι που τις νύχτες μας καταπίνει ζωντανούς.

Το πριν και το μετά του κόσμου | Χρήστος Τουμανίδης

toumanidis.jpg

Η Αραπίτσα

Πάνω από ετούτα τα νερά,
φτερούγισε ο έρωτας
και η νεότητά μου.

Μαύρα νερά μιας Κυριακής,
που άφριζαν μπροστά μου.
Ψηλά, η ξύλινη γέφυρα, να τρέμει,
-έτσι όπως έτρεμε της Άρτας το Γεφύρι-.

Ανάμεσα σε θρύλους έσκυψα
ν’ αφουγκραστώ
τις μυστικές φωνές.
Την άλλη νεότητά μου.
Αυτήν, περ’ από τους καθημερινούς θανάτους.
Αλλά-
Γύρω μου τώρα, μόνον οι τροχοί.
Αγριεμένοι οδηγοί που απειλούν,
τον χρόνο, τη ζωή, τους γήινους θεούς.

Λίγο πριν στρίψω το τιμόνι στο παρόν:
Ποιος δρόμος, ποια κατεύθυνση,
ποιος στεναγμός Αράπιτσα μου θα μας σώσει ;

(Τα κυπαρίσσια σώπαιναν και η Νάουσα με καλούσε.)


*Σημ.: Αράπιτσα ή Αραπίτσα, λέγεται το ποτάμι της Νάουσας.

***

Αμείλικτη ομορφιά

Η λέξη είναι το κέντρισμα το φωτεινό,
μιας σκοτεινής πηγής.

Στην αρχή∙ τα πάναστρα μάτια σου.
Το πρόσωπο της  άγνωστης μοίρας,
που με καλούσε από μελλούμενες φωτιές.

Ήσουν εσύ, η αμείλικτη ομορφιά,
η θέα μιας αλήθειας που με γέμιζε δάκρυα.
Από τα άπληστα χείλη  σου άκουγα,
λόγια μιας άλλης αγιότητας,
ξεχασμένα νοήματα της αγάπης.

Άναυδος και αστάθμητος μπρος στο θαύμα σου.

Φλόγες της Κόλασης με τύλιγαν.
Φλόγες του Παραδείσου. Διαβάστε περισσότερα

Κακό σκυλί | Βαλάντης Βορδός

valantis

Πιτ Μπουλ

Μην απορείς
μεγάλωσα κι εγώ
κι έμαθα να δαγκώνω

~~

Κακό σκυλί

Αν κι αυτό δεν ευθύνεται
οδηγείται στην ευθανασία
και πληρώνει με την φτωχή του ζωή
το γεγονός πως υπήρξε
επιτέθηκε και δάγκωσε

Τα κακά παιδιά
απότοκος ανεύθυνων γονέων
ποτέ δεν θα πληρώσουν
με τέτοιο νόμισμα οικτρό
Δεν είναι να απορεί κανείς
πως οι μαλάκες στη χώρα αυτή
δεν ελαττώνονται

~~

Η Εύα μου την πρώτη μέρα εκπαίδευσης

Μπαμπά Μπαμπά
σήμερα με δάγκωσε
ένα λυκοσκυλάκι
Μα δεν έκλαψα
ψηλά κράτησα την ουρίτσα μου
απ’ τα νεύρα μου όμως
έκανα εμετό μες στο σχολικό

~~

Αγγλικός ποιμενικός (Σελίν)

Γλύφοντάς μου το πρόσωπο
πριν οριστικά σε χαιρετήσω
σκίστηκα σαν καρίνα στα βράχια
τότε μέσα μου βαθιά κατάλαβα
πως οι δεσμοί του αίματος
μια πρόφαση είναι

2 ποιήματα | Ηλίας Κουρκούτας

All-focus

Φοβάμαι τα καλοκαίρια

φοβάμαι τα καλοκαίρια
τι δεν έκανα για σένα
το θρήνο της θάλασσας
για το βουνό
το κομμένο κεφάλι ενός ελαφιού
στο ύπνο

τις βαθιές πληγές
ονόμαζες σπηλιές

ένας τραχύς κόκκινος ήλιος
ξεπροβάλλει, ομιλών
πως έζησες τόσο βαθιά μέσα μου
χωρίς να σε πονέσω

***

Οι άντρες αγαπούσαν

οι άντρες αγαπούσαν τις γυναίκες
με το δικό τους μίσος
έφτυναν τη μοίρα
και το χώμα που πατούσαν
γυμνή με τα μωρά
στην άμμο
τις νύχτες που σ’ αγάπησα
πενθούσα

δεν σου μίλησα για το νερό
την ίαση του έρωτα

με πάγωσες σκληρά
με το χέρι ενός χειμώνα

Μονόλογος πάνω στην ποίηση | Γιώργος Σεφέρης

fx

Πιστεύω αληθινά πως κανένας κόπος, καμιά φροντίδα, καμιά ανάγκη του ύφους δεν αξίζει να λογαριαστούν, όταν πρόκειται για την ακρίβεια της ελληνικής έκφρασης. Η ακρίβεια είναι η ομορφιά που έχει χρέος να ανακαλύψει η γενιά μας, όπως οι παλαιότεροι έφεραν το χρώμα και το φως στην γκρίζα έκταση που σκέπαζε η καθαρεύουσα. Να τα θυσιάσουμε όλα εκτός από την ακρίβεια: σύμφωνοι. Αλλά γυρεύω κάτι περισσότερο από αυτό που δίνει το τεχνικό όργανο του συνομιλητή μου.
[…]
Δεν ξέρω αν είμαι ιδεοκράτης, εμπειρικός ή κυνικός. Μπορεί να μην ξέρω απολύτως τίποτε. Αλλά εκείνο που ξέρω είναι ότι η ποίηση δεν έχει κανένα άλλο εκφραστικό όργανο εκτός από τις λέξεις ή τη γλώσσα∙ ότι όποια τέχνη δεν έχει αυτό το εκφραστικό όργανο δεν είναι ποίηση∙ και ότι όποια φιλοσοφία με υποχρεώνει να απαρνηθώ αυτή τη γνώμη, είτε δοξάζει τα είδωλα είτε καταλαβαίνει άσχημα τις προσταγές του θεού της.
[…]
Πονοκεφαλιάζουμε συζητώντας άσκοπα, ενώ θα ήταν χίλιες φορές προτιμότερο ν’ αφήσουμε αυτό το αδιέξοδο και να πάμε να πάρουμε τον αέρα μας στην ακρογιαλιά.


[αποσπάσματα από το δοκίμιο του Γιώργου Σεφέρη, «Μονόλογος πάνω στην ποίηση», 1939, Δοκιμές, Α΄| Ίκαρος, 1974]