Έρως (;) | Αλέξανδρος Κεφαλάς

akef

Έρως

Οι προβολές σου σε σώματα ξένα

Έρως

Δύο χρώματα αταίριαστα
σε ένωση δοξαστική

Έρως

Θρόισμα ημιτελές ψυχής

Έρως

Τιμαλφή στο ενεχυροδανειστήριο
προσμένουν δεύτερη ζωή

Έρως

Διαρκής εξοικείωση με την απώλεια

Έρως

Έκπτωση αρχών
Βάρη κληρονομούμενα

Έρως

Λέξεις που γλιστρούν να ξεφύγουν

Έρως

Το εύσαρκο κάτω χείλος

Έρως

Στύση υπαίθρια παλλόμενη

Έρως

Κορμιά πλασμένα μαζί στη σμίλη του χρόνου

Έρως

Σε ραγισμένα κάτοπτρα ημιθανείς πεταλούδες χορεύουν

Έρως (;)

Φωνή απ’ την Θάλασσα | Πάνος Κεφαλάς

kefalas

Ο Κέρουακ είπε «Ίσως αυτό να είναι η ζωή. Ένα κλείσιμο του ματιού στα αστέρια. Σ’ αυτή την αιώνια αναζήτηση αλήθειας, ο ποιητής είναι μόνος. Προσπαθεί να γίνει παντοτινός σε μία κοινωνία που βασίζεται στον χρόνο». Από το πρωί, τα λόγια αυτά με βασανίζουν.
Σήμερα δεν ταξίδεψα στην νεραντζιούπολη.
Δεν γνώρισα κάποιον άγνωστο στο μετρό ή στον ηλεκτρικό.
Δεν έβγαλα ούτε μία φωτογραφία.
Σήμερα γνώρισα τη θάλασσα.
Ήταν κρυμμένη σε δύο μάτια.
Σήμερα μίλησα με τη θάλασσα.
Της εξομολογήθηκα τις σκέψεις μου και τις αμαρτίες μου.
Μερικούς από τους πόνους και τις απογοητεύσεις που βίωσα τον περασμένο χρόνο.
Η θάλασσα με άκουσε με κάθε ειλικρίνεια.
Ταυτίστηκε μαζί μου.
“Πονώ με τον πόνο σου, πάω προς το βυθό σου”, αναφώνησε με θλίψη.
Δεν πίστευα ότι θα έκανα ακόμη ένα ταξίδι.
Μα όπως ο ύπνος φέρνει όνειρα, έτσι και η θάλασσα φέρνει ελπίδες.
Φοβήθηκα!
Κι η θάλασσα ένιωσε τον φόβο μου.
Κι είναι θεριό η θάλασσα.
Αγρίεψε. Φουρτούνιασε και μου είπε: “Αν δεν την βρεις την ευτυχία, την φτιάχνεις μόνος σου. Αυτό το έχεις καταφέρει.
Μην φοβάσαι. Τα βρίσκεις άριστα με την μοναξιά σου.
Για αυτό σήκω στα πόδια σου παιδί μου!”
Τα λόγια της θάλασσας μου έφεραν θύμησες.
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή — φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί και την ευφραίνει, έγραψε ο Καβάφης.
Εδώ ας σταθώ. Στη θάλασσα.
Κι ας γελαστώ πως νιώθω πάλι,
κι όχι πως νιώθω τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
“Ποτέ μην μετανιώνεις για τίποτα”, μου είπε στο φευγιό της η θάλασσα.
“Θα έρθεις;”. Τρόμαξα στην ερώτησή της. Στάθηκα.
Μετά, άπλωσα το χέρι.
Πήρα ένα λείο ελαφρύ πετραδάκι το πέταξα στην επιφάνεια της θάλασσας, αναπήδησε τρεις φορές και χάθηκε στην αγκαλιά της.
Εκείνη τη στιγμή ανέσυρα τα λόγια του Κέουρακ ξανά «Να ζεις, να ταξιδεύεις, να ριψοκινδυνεύεις, να ευγνωμονείς και να μην λυπάσαι».
Πόση σοφία χωράει μέσα σε δύο μάτια! Στη θάλασσα!
Θα έρθω, της φώναξα. Και χάθηκα. Γιατί έπρεπε να χαθώ.
Μεσάνυχτα.
Τα μάτια και τ’ αστέρια.
Τα φιλιά. Η ψυχή.

Ποιήματα | Κώστας Μόντης

Η φυλακή

Το χειρότερο δεν είναι
που μ’ έκλεισαν σ’ αυτή τη φυλακή
και πήραν τα κλειδιά κι έφυγαν,
μα που δεν ξέρω ως πού φτάνει η φυλακή μου,
που δεν ξέρω το περίγραμμά της,
για να κάνω επιτέλους
σαν άνθρωπος κι εγώ
μιαν απόπειρα αποδράσεως.

***

Έλληνες Ποιητές

Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.

***

Ο κίνδυνος δεν είν’ η μοναξιά,
ο κίνδυνος είναι να μη συνηθίσεις στη μοναξιά.

***

Υπομονή. Λίγη ακόμα κωπηλασία και τελειώνουμε,
λίγη ακόμα κωπηλασία και βουλιάζουμε.

Το τέλος των πραγμάτων | Λουκάς Λιάκος

liakos

Ηλεκτρονικό σεξ
ηλεκτρονικό τσιγάρο
ηλεκτρονικοί φίλοι

Μέχρι να μας ξεκολλήσουν τα μάτια
θα πέφτουνε δάκρυα

Σε φτηνούς τόπους διακοπών
σε πόρτες αποχωρητηρίων
σε λαμπερές βιτρίνες καταστημάτων

Θέλω να αναπνεύσω

Θέλω να δείξω εμπιστοσύνη στα κλειστά μάτια
στους αποκεφαλισμένους αγγέλους
στους κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν κατατρεγμένους
στους ξένους θανάτους που με κράτησαν στη ζωή
στα ξένα πεπρωμένα που θυμίζουν ολόιδια το δικό μου

Θέλω να αναπνεύσω

Θέλω να χαμηλώσω το κεφάλι και να δω το τέλος των πραγμάτων όπως τα ξέρω
το τέλος των ανθρώπων που με συναντούν και κρύβουν λόγια ή πρόσωπο

Θέλω να δω τον ορίζοντα που κρύβουν τα μαγαζιά τα εργοστάσια η φτώχεια

Θέλω την ταφή της ζωής με το γνωστό τροπάρι

Θέλω να δω το σώμα σου από μπροστά

Το καθαγιασμένο σώμα

Να αναβοσβήνει να αργοσαλεύει
πλάι σε αυτό που η μοίρα θα μπορούσε να είναι
μα ακόμα δεν είναι

3 ποιήματα | Τσιμάρας Τζανάτος

Εσείς που με βλέπετε έτσι κατάλευκο
αγνοείτε πόσες χλωρίνες έχω πιει
για να διατηρήσω την λευκότητά μου.

Και ανεμίζω στα σκοινιά του κόσμου
πιασμένος με ένα κόκκινο μανταλάκι στο σβέρκο
Διάφανος σαν σύννεφο
αλλά με καμένα εντόσθια.

Αφόρητο το άνευ νοήματος που φέρω.

Το πλένω στο χέρι μόνος μου το βράδυ.
Το βρίσκω στεγνό το πρωί.
Το ξαναφορώ.

***

Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα.
Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής.
Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει,
επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται, ζει.

Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε.
Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται.
Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει.
Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται.
Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες.
Που πολύ μετά, αντιλαμβάνεσαι πως συντελέστηκαν.

Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία.
Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι
να μην έχεις καθημερινότητα.
Καμιά.

***

Ζούμε μνημονεύοντας.
Τρώμε παξιμαδάκια τις ζωές μας
Ρουφάμε τις λύπες μας με τον καφέ μας
Με ένα φτηνό κονιάκ συνοδεύουμε τους έρωτές μας.
Οι καλημέρες μας – χούφτες κόλλυβα.
Έτσι συγχωρνάμε.
Τον πεθαμένο.
Εαυτό μας.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ: “Η βία του βίου”