Εις μνήμην Μπασιάκου | Βαλάντης Βορδός

thodoros

Σε ποιόν να το πω ρε Θόδωρε ότι πέθανες
δεν είναι κανείς εδώ
και στο χωριό δεν σε ξέρουν
κι η μάνα μου δεν νιώθει από ποιήματα
με τους ομότεχνους παρτίδες έκοψα
τη λύπη πρέπει να την κρατά ένας
για να τιμά τον εκλιπόντα
Στον μόνο που το ξεστόμισα
ήταν η σκυλίτσα μου
πλάσμα εξόχως ποιητικό
που αν ήσουν εδώ χάδια θα σε γέμιζε
και φιλιά

***

Θέατρο

Θα ’χουμε μάχη
το βλέπω ξεκάθαρα
σμήνη πετάνε ανάμεσα απ’ τα δέντρα
στον αέρα υπερίπτανται σε φιγούρες
άλλα αερόβια
στο έδαφος ετοιμασίες και σκαψίματα
κουβάλημα τροφής στα καταφύγια
οι στρατοί παρατάσσονται στο θέατρο της μάχης
Είναι μέρες που ήρθαν τα πανάρχαια μαχητικά
αναβοσβήνει στην άτρακτο το φωτάκι τους
τα τανκς με τις κεραίες τους σκανάρουν τον χώρο
Μόνη κι ατάραχη κρυμμένη στην δάφνη η κουκουβάγια
παρατηρεί αθέατη
κι εγώ ετοιμάζομαι
δεν λιποψυχώ και βρέχω το σκυλί κι εμένα
με αντικουνουπικά
ανάβω φιδάκια κι εκσφενδονίζω το πρώτο
τσιγάρο
σαν βλήμα σκάει στην αυλή
ανάμεσα στα πλήθη
Κρεμάω τα χέρια απ’ το μπαλκόνι
και νιώθω στρατηγός έτοιμος να δώσω το σύνθημα
ν’ αρχίσει η μάχη
Αλλάζω θέση ξαφνικά
έχω το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού
κι αφήνομαι να νιώσω
ένας παρόμοιος στρατιώτης
αναγκασμένος για την επιβίωση
που τρέχει να μαζέψει τροφή
αιματηρά την διεκδικεί
απ’ τους ομοίους του

Στο θέατρο της μάχης αυτά τα πλάσματα
πόσο συγγενικά μου φαίνονται
και πόσο ίδια Διαβάστε περισσότερα

Τσιγγάνικο από τη Βουλγαρία | Θεόδωρος Μπασιάκος

μπασιάκος

αφιερωμένο εξαιρετικά στα παιδιά απ’ τα «Φτερά Χήνας»
και το εκλεκτό αναγνωστικό κοινό του μαγαζιού

Φέτος, στη Μαύρη Θάλασσα
μας κάλεσαν στο καφέ «Ο γλάρος».
Παίζαμε οληνύχτα ώς τα ξημερώματα
το κύμα έσκαγε στα βράχια.
Μάγκες, τις βαλίτζες σας και βουρ για τη Μαύρη Θάλασσα
Ποιος νοιάζεται για την τιμή του δολλάριου, αν πέφτει, αν ανεβαίνει;
Στη Μαύρη Θάλασσα, θα το κάψουμε!
μικρή είν’ η ζωή.
Μέχρι να πεις χαμομήλι
κιόλας πέταξε και πάει.


[ 14 Νοεμβρίου 2015 ]

Ισορροπία με τον καθρέφτη | Γιάννης Παπαθεοδώρου

kefalas

Είναι η ώρα τώρα
να περάσεις το τείχος
της παλιάς κορνίζας
ν’ ανακαλύψεις του ασημιού το σώμα
που κρύβεται πίσω
διακριτικά.
Άγγιξέ τον,
να νιώσεις
τον εαυτό σου.
Ταξίδεψε στο βαθύ του ράγισμα,
να ψάξεις την πληγή του.
Δοκίμασε τη σκόνη
στα δάχτυλα
και γράψε πάνω του
τις βαθιές σου επιθυμίες.
Σπάσε το καρφί
που τον κρατάει
και στάσου στο ύψος του.
Ίσος προς ίσο!
Τώρα πρωταγωνιστείς
στο φόντο του.
Μη διστάζεις
είσαι συ
και τον κάνεις αληθινό.
Μίλησέ του
διάλογος γίνεται
και εξομολόγηση.
Σκύψε το κεφάλι
στην εικόνα του.
Κόκκινος ο πόνος
απ’ τα τραύματα.
Πληγή τής ψυχής.
Άφησε τις σκέψεις σου
να πετάξουν
απ’ το αέτωμα.
Θα σου μιλήσει.
Όταν σωπαίνεις
μιμείσαι τον θάνατο.
Άγγιξε τον
το φιλί δεν είναι ντροπή,
όταν το υγραίνει
το δάκρυ.
Ο χαμένος χρόνος
σημείωμα
κολλημένο πάνω του,
μια εκκρεμότητα
ξεχασμένη
κι ο έρωτας
με ξίφος φονικό
εκπαιδεύεται
να μην αστοχήσει πάλι.

Όταν δε θέλεις ν’ αλλάξεις πορεία,
τι να την κάνεις την πυξίδα;


*από την συλλογή Ανάλεκτα, εκδ. Φίλντισι, Αθήνα 2019

φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

Ακούγοντας νοερά το ομότιτλο τραγούδι | Χριστίνα Παλάντζα

saratsis

Υπάρχουν τόσα τρανταχτά γεγονότα, τόσες τρανταχτές καταστάσεις εκεί έξω.
Θα έπρεπε να τρέχουν χείμαρροι από το στόμα μου.
Μα απλώς διαταράσσουν την όραση και τη δρασκελιά μου.
Το παρελθόν το παρόν και το μέλλον μαγειρεύονται μαζί ως να καούν.

Ρίχνω τα μαλλιά μου μπροστά.
Μειδιάζω άβολα και τάχα υπεροπτικά.
Δε μιλάω δε μιλάω.
Ανοίγω το στόμα μου και το μετανιώνω.
Περιμένω εκνευρισμένα το λεωφορείο.
Σε μια άλλη ζωή.
Μα γιατί να μην μπορώ να πάω στο θέατρο…

Έχω χάσει επεισόδια;
Είμαι εκτός σύνδεσης;

Ο λόγος είναι ασταθής και εύθραυστος.
Κάποτε είχε ρίζες.
Αγνές ρίζες.
Δεν έπεσε σε παγίδες,
αλλά μπήκε σε ένα υπερβολικά ίσιο αυλάκι,
δέχτηκε ότι πρέπει να περάσει κι από κανένα χωράφι.
Έκανε την ευτυχία τόσο ασταθή και εύθραυστη, μα την έντυσε με ατσάλινα ρούχα,
παρέδωσε τα όπλα της, κι ας μοιάζαν παιδικά παιχνίδια για να σταματάει η γκρίνια.
Πιθανώς να δεχτεί να καταλήξει στο πουθενά, σαν μουτζούρα απότομη, τσαλακωμένο χαρτί, σαν βεβιασμένο τέλος ανούσιας ταινίας.

Πρόσφορο χώμα | Γιώργος Σαράτσης

saratsis

Θέλησα να βαδίσω με τα χέρια
και βρέθηκα να σέρνομαι
με το κεφάλι.
Ούτε ρούχα φορούσα
ούτε δέρμα.
Όσα είχα να πω για την Ελλάδα
τα είπα.
Μένει τώρα να συντάξω
επικήδειο
και να βρω πρόσφορο χώμα
να την κηδέψω.

Προσκαλώ φαντάσματα
κι έρχονται οσμές από χρόνια
που δεν έζησα.
Χρειαζόμουν τροφή, νερό
και στέγη
κι ας μην είχα κάτι να στεγάσω.

Τώρα, μπορώ να καταλάβω
γιατί πονούσα
κάθε που άκουγα την βροχή να πλησιάζει.
Υπήρξα έτοιμος για δάκρυ
κι αναχώρηση.
Ποτέ όμως δεν έκλαψα
ποτέ δεν αναχώρησα ―
Και ’δω που τα λέμε,
να πάω πού;

Κι ας είχα λόγους πολλούς
να κλάψω