2 ποιήματα, Aurel Gurghianu | μτφρ. Δημήτρης Κανελλόπουλος

%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%bb%ce%bb%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82

Νυχτερινό

Μεγάλη και μαύρη ομπρέλα,
μικρή και ροζ ομπρέλα
περπατούσαν κάποτε επικαλυμμένες.
Κατόπιν, η ροζ ομπρέλα άφησε τη θέση της
κι ακολουθώντας ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια,
τη στιγμή που η μαύρη ομπρέλα
περνούσε προς την άλλη πλευρά της πόλης.
Ήταν σχεδόν ξημερώματα.
Κατέβαζαν στην είσοδο τα μπουκάλια γάλακτος.
Η μαύρη ομπρέλα πήγε στην κουζίνα
και άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι.

***

Ο ήλιος του χειμώνα

Ο χειμωνιάτικος ήλιος έρχεται με εκρήξεις στο τζάμι.
Αχ, γιατρέ μου! –του φωνάζω– γριά λεοπάρδαλη, τίποτα το σοβαρό από την τελευταία
επίσκεψή σου!
Η πατούσα σου που έσκισε τα σύννεφα για μου να φέρει ένα κυριακάτικο άρωμα
δεν μπορούσε ν’ αργήσει περισσότερο.
Μου χαϊδεύει το μέτωπο και το στήθος μου μόνο,
και αφήνει μόνο μια ριπή ατμού πάνω από τα οργισμένα παράθυρα.


[Aurel Gurghianu: γεννήθηκε 11 Μαΐου  1924, Iclănzel και πέθανε 28 Σεπτ. 1987, Cluj-Napoca]

Advertisements

Marian Marin, Ἐλεγείες | μτφρ: Δημήτρης Κανελλόπουλος

marian 3

[ποίηση: 1956 – 2003]

Θὰ στρίψεις τὸ λαιμὸ τοῦ ποιήματος

Θὰ στρίψεις τὸ λαιμὸ τοῦ ποιήματος
ὅταν πληροφορηθεῖς ὅτι αὐτὸ γράφει γιὰ ὅλους ἐκτὸς
ἀπὸ σένα;
Ἐπώδυνη ἐξέλιξη χωρὶς ἀντικείμενο.
Μὴν φοβᾶσαι:
πάντα ὑπάρχει κάποιος
(ἕνα στόμα κολλῶδες)
νὰ σοῦ ψιθυρίσει τὴν ἀλήθεια τοῦ αὔριο
καὶ τὴν ἱστορία μὲ τὴν ὄπισθεν.

***

Μία, ἐνοχὴ καὶ φόβος

Μία ἐνοχὴ καὶ ὁ φόβος
μπροστὰ στὶς στραγγαλισμένες ἀλήθειες!
Ποιός μάρτυρας θὰ καταθέσει
γιὰ τὰ εἰς βάρος μας ἐγκλήματα;
Ἁπλὰ λόγια τοῦ τώρα
βιδωμένα σὲ ἕνα καὶ μόνο σῶμα,
τὸ ὁποῖο μπορεῖτε νὰ προσφέρετε στὸ θάνατο,
θὰ σᾶς κάνει καλύτερους;
Δὲν εἶμαι μιὰ ἠθικὴὕπαρξη.
Ποιός, ζῶντας, θὰ μποροῦσε νὰ παραμείνει
καθαρὸς καὶ εἰλικρινής;
Ἀλλὰ μερικὲς φορές, τὶς ζεστὲς καλοκαιριάτικες νύχτες,
ὅταν ἀρχίζουν νὰ κατεβαίνουν τὴ σκάλα τῆς ἐξέλιξης τέτοιων εἰδῶν,
σκέφτομαι καὶ βλέπω μὲ τὸ μάτι στὸ μέτωπο,
μόνη καὶ καταλυπημένη.

Τότε ἀκούγονται ἄσματα καὶ κατάρες
σὲ μιὰ γλώσσα ποὺ ἄλλοτε ὀνειρευόμασταν…

***

Στὸ τέλος μένει πάντα ὁ φόβος

Στὸ τέλος μένει πάντα ὁ φόβος
καὶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα τῆς ἐρημικῆς μοναξιᾶς
τῶν παραμέτρων
ἀνάμεσα σ’ ἕνα σάπιο καὶ σὲ ἕνα ὑγιὲς μῆλο.
Ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι,
θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι σίγουρη γιὰ τὴν ὕπαρξή μου
μεταξὺ τοῦ ἐπινικελωμένου καθίσματος καὶ τοῦ παράθυρου.
Ἂν μαστίγωνες τὴ συνείδησή μου
θὰ μποροῦσε νὰ ἀναδυθεῖ κι ἕνα καλὸ πράγμα,
‒ μιὰ χούφτα ἀρωματικὲς στάχτες σπινθιρίζουσες,
ποὺ θὰ σκορπιστοῦν καὶ πάλι στὸν κόσμο …

Ἀλλὰ κανεὶς δὲν πλησιάζει στὸ ἐπινικελωμένο κάθισμα τοῦ παραθύρου
Ξέρω: τὸ χῶμα δὲν προσμένει παρὰ μονάχα κρέας ὠμό,
τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ ξαναγυρίσει μέσα στὸν κόσμο, ὡς …

***

Ἀρνήθηκα

Ἀρνήθηκα
τὴν ἐκτροφὴ μεταξοσκώληκα
ὅπως τὴν τελευταία νύχτα, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κοιτάξουμε τὸν
οὐρανό.
Ἀρνήθηκα τὴν ἀνάμνησή σου
ὅπως τὴν πιὸ ἀγαπημένηἐμμονή:
«ἐγώ», παιδάκι, σὲ μιὰ πόλη ἐπαρχιακή,
σφίγγοντας ἀργότερα τὰ δόντια τὰ φρέσκα μήλα του δάσους.
Ἕνας θάνατος!
Ἀρνήθηκα τὴν γλυκύτητα τοῦ μαχαιριοῦ σας,
ὅπως τὰ μοιρολόγια τῶν θλιμμένων γερόντων
μέσα στὰ ὁποῖα ἀκόμη γελᾶ
ἡ προσφορὰ – τῶντριῶν ἡμερῶν πεθαμένου …

[Ποιήματα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Πέντε” – ἀνθολογία ποίησης στὴν ὁποία συμμετέχουν Ghiu Bogdan, Ion Bogdan Lefter, Mariana Marin καὶ Alexandru Musina, Ἐκδόσεις Litera, Βουκουρέστι, 1982]


Nicolae Manolescu

«Ἀπρίλη, ἐσένα σὲ φοβᾶμαι!»

[…Αὐτὸς ὁ στίχος τῆς Ἐλεγείας V ἀναδείχθηκε σὲ προαίσθηση: Ἡ Mariana Marin ἀπεβίωσε ξαφνικά, τὴν τελευταῖα ἡμέρα τοῦ Μαρτίου [σ.τ.μ.: 2003]. Δὲν πρόλαβε τὸν μήνα ποὺ φοβόταν. Συμπλήρωνε μόλις τὰ 47 της χρόνια. Ἦταν ἄρρωστη, ἀλλὰ δὲν ἔκλαιγε. Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὴν εἶδα στα Γραφεῖα μας ξεχείλιζε ἀπὸ χαρά. Μὲ μιὰ ὕποπτη πληθωρικότητα προσπαθοῦσε νὰ μὴν μᾶς ἀφήσει νὰ παρατηρήσουμε κάποιον φόβο. Ἀντιθέτως, ἡ ποίησή της, δὲνἔκρυψε ποτὲ τὸ δράμα της. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸν τρόπο τοῦ ζεῖν ἑνὸς ἀνθρώπου (φαινομενικὰ πάντα) μὲ τὴν λογοτεχνικὴ ἔκφρασή του. Ἡ βαρύτητα τῆς ποίησης τῆς Mariana Marin ἦταν προφανὴς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὅταν πρωτοπαρουσιάστηκε, στὶς ἐκδηλώσεις τοῦ Ποιητικοῦ Κύκλου,ἔκανε μιὰ ἐντυπωσιακὴ ἐμφάνιση. Δὲν ἦταν, τρόπος τοῦ λέγειν, σὲ ἁρμονία μὲ τὴν γενιά της, τὴν ὁποία, ὅπως ἔλεγε, ἔμαθε ἀργότερα νὰ ἀγαπᾶ. Δὲν εἶχε διάθεση νὰ παίξει. Εἶχε κάτι νὰ πεῖ καὶ τὸ εἶπε στὰ ἴσια. Ἡ ποίησή της δὲν ἔχει σκοτεινὰ σημεῖα. Ἔχει μονάχα ξέφωτα. Εἶναι ἕνα εἶδος συνεχοῦς ἐλεγείας.

Μιὰ ἐλεγεία εἶναι κι αὐτὴ ἡ σελίδα τοῦ περιοδικοῦ ποὺ τὴν λάτρεψε. Ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἀναχώρησή της. Μέσα σὲ μιὰ βαθειὰ θλίψη δὲνμποροῦμε νὰ ἐπεκταθοῦμε περισσότερο. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα θὰ παίξει τὸν κρίσιμο ρόλο της ἡ κριτικὴ καὶ ἡ ἱστορία τῆς λογοτεχνίας. Ἡ Mariana Marin εἶναι μιὰ ἐξαιρετικὴ ποιήτρια…]

Cesar Baltag, Το πρόσωπο του μονόκερου | μετφ: Δημήτρης Κανελλόπουλος

roma

Μια πόρτα, περίπου ούτε η πόρτα, μόνο το κατώφλι,
μόνο το κενό αυτής της πόρτας μέσα σε ένα άδειο πεδίο.
Όποιος περνά μέσα από αυτό διασπάται, μισά φαντάσματα τον διαπερνούν.
Ο κόσμος είναι ένα πιρούνι με δύο τεράστια δόντια.
Εδώ είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε η δίδυμη σφαίρα. Όλοι οι δρόμοι χωρίζουν.
Η φωτιά όταν χωρίζει από σένα μπορεί να είναι μεθυσμένη.
Το ψωμί όταν χωρίζεται στα δυο, γίνεται αλμυρό.
Η εικόνα παρατηρεί. Η εικόνα παρατηρείται.
Ήχος, ας πάμε πιασμένοι απ’ το χέρι! Ο καθρέφτης χώρισε τον κόσμο.

[από την συλλογή: Ο Μονόκερος στον καθρέφτη]

***

Ξενοδοχείο

Δωμάτιο 3210. Ορίστε το κλειδί, παρακαλώ.
Πάρτε τον αριστερό ανελκυστήρα
Καλησπέρα σας, κύριε
Καλησπέρα, κύριοι
Εγώ ανεβαίνω στο δωμάτιο για να ξεκουραστώ λιγάκι.
Θα είμαι κάτω σε δεκαπέντε λεπτά.
Θα ιδωθούμε κάτω. Θα ιδωθούμε πάνω.
Δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ.

Τέλος. Έκλεισε η πόρτα καλά;
Μια πόρτα
Δεν κλείνει πίσω
απ’ αυτόν τον κόσμο

Ο γείτονας από δεξιά κατέβηκε
ούτε στο δωμάτιο αριστερά
υπάρχει κάποιος άλλος. Από
αυτό το πάτωμα όλοι
έχουν φύγει

Ε, ρεσεψιόν! Πού πήγαν όλοι;
Υπάρχει καμιά σύσκεψη κάπου εδώ
απόψε;

Μόλις πριν από λίγο ο διάδρομος
ήταν
ασφυκτικά γεμάτος από ανθρώπους.
Κύριε,
το ξενοδοχείο είναι άδειο

Πάμε έξω. Και η πόλη είναι έρημη.
Πώς πέρασε ο καιρός, κύριε,
Δεν στάθηκα ούτε δέκα λεπτά
και άρχισαν
οι διακοπές.
Ναι, οι διακοπές. Μπορεί επιτέλους
αναπνέουμε.
Έφυγε κι ο Θεός για διακοπές

Αντίο, Κύριε. Θα ιδωθούμε σε μια άλλη
σε μια άλλη διάσταση
Αντίο.
Ο κόσμος είναι σε διακοπές.
Ο κόσμος ήταν.
Κάτι ήταν σε κάθε περίπτωση.
Ήταν με σιγουριά κάτι
Σ’ όλο το διάστημα αυτό.

Ω, αν μπορούσαμε να θυμηθούμε
ό, τι…
Διάλογος στην ακτή

Ιδού, σου δίνω μια λέξη
Και μ’ αυτήν σού χαρίζω τον κόσμο
Και δεν σου ζητώ τίποτα
μονάχα
να θυμάσαι την Λέξη.
Μόνο.

Σου δίνω την γνώση
για να ανακτήσεις όλα όσα θα χαθούν
εσύ δώσε μου το γέλιο
σου
για πάντα

Έτσι όπως οι μέρες
ξαφνικά θα αρχίσουν να πετούν
έτσι όπως
το σμήνος
θα βρίσκεται όλο πάνω από όλα

Σου δίνω τις φτερούγες
να το ακολουθήσεις
εσύ δώσε μου μονάχα το τελευταίο σου
δάκρυ.

Μονάχα
Τώρα τέλος.
Έφτασα στο τελευταίο σκαλοπάτι.

Θα σου την νύχτα του κόσμου.
Εσύ δώσε μου μόνο την μεγάλη σου
κούραση.

Μόνο.

Σου δίνω τη φλόγα
εσύ δώσε μου μονάχα τον τελευταίο χτύπο
της καρδιάς σου.
Θα σου δώσω πίσω τον κόσμο
που έχεις χάσει.
Εσύ πες μου μόνο
την Λέξη
που σε πείθει.
Την Λέξη
μόνο.

[από τη συλλογή: Ακτή Διαλόγου, 1985]

***

Ο πόνος που είχαμε ξεχάσει

Ονειρεύτηκα κύματα ουρλιάζοντας, φίδια
σηκώνοντας και το κεφάλι
όπως κι όταν θα ‘θελα να μαντέψω αμέσως
όπως
περιστρέφεται η γη
ανάμεσα στα αστέρια.
Τα άλογα των δασών χαμογελούν.
Οι λόφοι στο κατώφλι το απόβραδο.
Τα ρείκια ικετευτικά
σε μια γλώσσα σε μας παραδομένη
εδώ, στη γη.
Ρίζες πίνοντας την οργή
δάκρυα των βράχων
τα μυρμήγκια παίρνοντας στις γνάθους των
πυρακτωμένα άχυρα της θέλησής των
αδυσώπητα
και εξαφανίζονται.
Ονειρεύτηκα τις πέτρες τρέχοντας
και μιλώντας,
τα βότανα σταματώντας κλάμα
τα αστέρια ανερχόμενα σιωπώντας,
σε σύγχυση πουλιά
αίφνης εγκαταλελειμμένα
από την πτήση, η ελαφίνα επιβραδύνοντας έκπληκτη το κυνήγι
και αναμένοντας.
Ονειρεύτηκα αράχνες φλεγόμενες.
Την αμνησία του ήλιου. Ο κρίνος
ανάμεσα στα ζώδια ουρλιάζοντας,
η τελευταία πτώση των ροδοπέταλων
η φευγαλέα στιγμή.
Ονειρεύτηκα ρωτώντας τα δέντρα.
Κι ένας κορυδαλλός πετώντας
μέσα στο ίδιο του το σώμα
σαν μέσα σε μια πυρκαγιά
πέρα απ’ τη λέξη
ολόκληρος εισβάλλει μέσα στο τραγούδι
κατεβαίνοντας μαζί του προς το έδαφος.
Και ξύπνησα απότομα
όπως θα θυμούνται
πριν φτάσει στο έδαφος
κι έτσι, όπως μου ερχόταν στο μυαλό η θύμηση
από έναν τεράστιο πόνο που είχα ξεχάσει.
Κραυγή αητού το λιόγερμα.
Τα μάτια της Σιωπής
Δεν σε καλώ με το αίμα. Με το φως μου
όχι με το στόμα.
Όχι με λόγια, αλλά με την σιωπή των κόσμων σε καλώ.
Με τα μάτια της σιωπής σε βλέπω ακόμη.
Τη λάμψη της σιωπής
κατευθύνω προς εσένα
με μια κραυγή
και σου λέω: γεννήσου και φώτισε
κι ό,τι φωτίσεις μία φορά, θα λάμπει
για πάντα
και σ’ όποιον ρίξεις το βλέμμα
δεν θα σβήσει ποτέ.

[από το περιοδικό Româniă Literară, 1990]


[Ο Cezar Baltag (Mălineşti Hotin 26 Ιούλίου 1939-Βουκουρέστι 26 Μαΐου 1997): Ρουμάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και ερμηνευτής σύγχρονων πολιτιστικών ρευμάτων. Υπήρξε γιος της Margareta Baltag (Alexandrescu) και του ιερέα Porfirie Baltag. Ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της αναβίωσης του ρεύματος του «παράδοξου» στην Ρουμανική Λογοτεχνία, παράλληλα με τους Nichita Stanescu, Marin Sorescu, Ioan Alexandru, Adrian Paunescu κ.α.]

Dolfi Trost, Κείμενα Προσοφθάλμια | Μετφ. από ρουμανική: Δημήτρης Κανελλόπουλος

11923380_418604411675590_1745885986_n

Ο Dolfi Trost σε φωτογραφία του André Breton

1.

Το μαλλιά καταλαμβάνουν αστραπιαία το σεντόνι της νύχτας

Τώρα τα μαλλιά λύνονται χαλαρά και προσφέρονται μιας περίπλοκης μηχανής
φτιαγμένης ειδικά για αυτά, κι απ’ αυτά μεγαλώνουν σεντόνια της νύχτας και
το σεντόνι έχει ένα φύλλο στο μέσον σαν μια τεράστια κηλίδα από μια φούντα μεταξένια
ελαφρώς ακατάστατη, υποστηριζόμενη από έναν καταρράκτη μέσα στον οποίο τα πάντα είναι, σάπια.
Η κοπελίτσα είναι πλήρης, από ψήγματα και κομμάτια κοφτερών γυαλιών, χωρίς αμφιβολία.
Το ορμητικό νερό εξέρχεται βιαίως από το στόμιο και διαχέεται κάτω. Κραδαίνοντας ένα μεγάλο φτερό πουδράρει το σεντόνι σφολιάτας της και ιδιαίτερα σε σκόνη μαύρους κύκλους που κρύβονται κάτω από το μαξιλάρι.
Και ιδού πώς φαίνεται στον καθρέφτη, στον οποίο ο Διπλός, της στέλνει ένα παρατεταμένο
φιλί το οποίο, τα δάχτυλα του μασέρ που ανατέλλουν απ’ το μικρό ξύλινο, οβάλ
τραπέζι την ξαφνιάζουν και την ρουφούν με μιας με τον ξηρό αέρα του δωματίου, μετατρέποντάς την στο πιο θλιμμένο εξ όλων των κοινών αντικειμένων. Read more