Ποιήματα | Κωστής Μοσκώφ

κμ

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Aλιάκμονα, τον σφοδρό Bαρδάρη
– οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.

***

Εννέα σχόλια στον Σεφέρη

Η ψυχή
μάταια ανοιγοκλείνει
τα φτερά της·
ο ποιητής θρυμματισμένος
«σπασμένο κανάτι»

~

«Πάνω νερά»
που διάλεξες να λάμνεις·
τώρα,
σε τούτο τον καιρό,
βλέπω
το Τίποτα
του Πάντα…

~

Γδύσου το πουκάμισο των άστρων
φόρεσε το θνητό δέρμα σου
να σε πλαγιάσω…

~

Η σελήνη περίμενε μάταια ως το πρωί
λουσμένη στο πατσουλί
του έρωτα σου…

~

Γνώρισες το Καθόλου,
έμαθες τα «ναρκωτικά σεντόνια» του…

Ο καιρός,
Εσύ,
χλοερό μου λιβάδι…

~

Ο θόλος μαύρος
από το πολύ σου φως
0 θάνατος
«αναστάσιμη οδύνη»…

~

Το φως, και αυτό μελλοθάνατο,
ωστόσο,
ακόμα σπαράζει…

~

Ξάφνου η ελπίδα
χορτάρι χλωρό·
μην τη θερίσει.
το δρεπάνι.

~

Η φλόγα
τώρα
«δροσερή πικροδάφνη».
Εγώ, όμως, καίγομαι
— με πυρπολείς μες στον Καιρό…


*[από την τρίτη ενότητα της συλλογής Για τον Έρωτα και την Επανάσταση, 1989]

2 ποιήματα | Νίκος Καρούζος

ftxin

Διάλογος πρῶτος

Σά νά μήν ὑπήρξαμε ποτέ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τά βάθη.
Οὔτε πού μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
γιά τό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θά περάσει
χαρτοπαίζοντας μέ τό θάνατο στά ψέματα.
Καί λέγαμε πώς δέν ἔχει καιρό ἡ ἀγάπη
νά φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μία μουσική
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δέν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σῴζων ἑαυτόν σωθήτω.
Θά σωθοῦμε ἀπό μία γλυκύτητα
στεφανωμένη μέ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλά
μέ τῶν καλύκων τήν περισυλλογή
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στήν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δέν ἔχει ἡ ἁπαλή ψυχή βραχώδη πάθη
καί πάντα λέει τό τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θά γυρίσουμε στήν ὀμορφία
μία μέρα…
Μέ τή θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θά ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχή τή μοναξιά της.

***

Ἡ νύχτα με συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα με συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τις φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τις σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει ὑποφερτότερη
τη σιωπή με σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τήν ὄσφρηση μά προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

2 ποιήματα | Μίκης Θεοδωράκης

mth

Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω τη σοφία

Δε θα μπορέσω ποτέ μου να εννοήσω
τη σοφία εκείνη που χαρίζει το γέλιο
και την αυταπάτη στους ανθρώπους.

Μαντεύω πως θα χρειασθεί μεγάλη προσπάθεια
να κτίσεις μες στην ψυχή σου ένα ψέμα
τόσο μέγα που σίγουρα να μπορέσεις
να πιαστείς απ’ αυτό και να μην πνιγείς.

[1943]

***

Ημιτελής του Σούμπερτ

Τρία αναποδογυρισμένα φεγγάρια
σε μια χούφτα νερό.
Τσακισμένο καράβι γεμάτο
κορυδαλλούς και βιολέτες.
Πέρασα μπροστά σου κι εσύ ήσουν
η χθεσινή βροχή.
Θα ’ρθω να σε βρω κρατώντας
μια χορδή τεντωμένη στο χέρι.
Ονομάζομαι Φαίδων.

Δεν έχω τίποτ’ άλλο
έξω απ’ το κουρελιασμένο μου μανίκι.
Δεν υποφέρω πια τη φωνή των πουλιών.

[Αθήνα, 1946]


[πηγή: https://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/%5D

Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο | Οδυσσέας Ελύτης

andemp

«Ήτανε δειλινό, καλοκαίρι κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έφταναν οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν έξω στις πρασιές, γύρω από ένα μεγάλο σιντριβάνι. Να συνεχίζεται η ζωή έτσι, χωρίς να γνοιάζεται κανείς αν την ίδια εκείνη στιγμή μπορούσε να χάνεται μια ύπαρξη πολύτιμη, μου φαινότανε ανυπόφορο. Δεν είχα παρά να συμμαχήσω με την ήττα. Έφυγα για την Αίγινα και δεν ξαναγύρισα παρά για να προστεθώ στη μικρή πομπή που ακολούθησε το φέρετρό του, εκεί, στην Κηφισιά, σ’ ένα μικρό κοιμητήριο γαλήνιο, ήμερο σαν την ψυχή του. Τώρα οι επαναστάσεις όλες είχαν κάνει το δρόμο τους, κι ένα λουλούδι ξανατολμούσε ν’ αρθρώσει το όνομά του. Η οικουμένη επέστρεφε στην Αττική τον άνθρωπο που της δανείστηκε για μια στιγμή. Δεν ήταν θάνατος αυτός, αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους – μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ’ ουρανού λευκές πέτρες».

[Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, 1980]

2 ποιήματα | Μάνος Ελευθερίου

ftrxn

Διαπίστωση

Γιατί στο βάθος δεν έμεινε κανείς με την επιθυμία
νομίζοντας την τρέλα πιο σκληρή απ’ τη μνήμη,
την απειλή τους πιο απρόσιτη απ’ το φόβο
κι είπαμε πως αυτό ειν’ ο φόβος
κι όχι το άδειο πιάτο,
ή ο αστυφύλακας κάτω απ’ τα’ αγάλματα…
Εκεί να περιμένεις. Εκεί που ο φόβος
ξαναγυρίζει τη φωνή στη φλέβα του ίσκιου,
όταν το σώμα σου θα πάρει το λίκνισμα της τρέλλας
πάνω στο άδειο κρεββάτι.

***

Η τελική λύση

Ανυποψίαστο, ελάχιστο απόγευμα…
Το σώμα που λάτρεψε τον ήλιο και που τώρα υποκρίνεται,
το δέντρο στην πεθαμένη θάλασσα
έσμιξε τη μνήμη
του καλοκαιριού
με τα δικά σου μάτια.

Τώρα γλιστρώ κάπου-κάπου κι ακούω το δέντρο
που μιλάει.
Συμβαίνει κάποτε να μιλούν τα δέντρα,
όταν τροποποιείς μια κατάσταση
και δεν σ’ εμποδίζει το κυριακάτικο εμβατήριο,
ή κάτι που ήταν άξιο ν’ αγαπηθεί και ισορρόπησε
τη λύπη του μέσα στην πείρα.

Το βράδυ, όμως, υπάρχουν οι ανεπαίσθητες υποψίες
και τότε θέλεις να κουβεντιάσεις, ή να πας σ’ ένα θέατρο,
ή οτιδήποτε άλλο,
αρκεί αυτό το βράδυ να γυμνωθεί από λέξεις,
όπως κάποιος που προχωρώντας για τ’ απόσπασμα
θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα γυαλιά του.