Άννα | Άρης Αλεξάνδρου

1.

Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σε αγγίξω
σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει
πως τόσο φως δε θα το αντέξει

2.

Είχα πάντα έτοιμο
ένα μικρό μπουκάλι που θα ’ριχνα στη θάλασσα.
Βόρειο πλάτος – αλλάζει κάθε μέρα
μεσημβρινός – αλλάζει κάθε νύχτα
στίγμα – οι χειροπέδες μου.
Δεν τό ’ριξα ποτέ.
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχες.
Όσο υπάρχεις
ταξιδεύω.

3.

Θα σε βρω.
Όπου πατάς
Πέφτουν πράσινα φύλλα.

Ἀμοργός | Νίκος Γκάτσος

ng

(…)

Ξύπνησε γάργαρο νερό ἀπό τή ρίζα τοῦ πεύκου νά βρεῖς τά μάτια τῶν σπουργιτιῶν καί νά τά ζωντανέψεις ποτίζοντας τό χῶμα μέ μυρωδιά βασιλικοῦ καί μέ σφυρίγματα σαύρας. Τό ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνή κάτω ἀπό τό φοβερό βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβή μέσα στό λαμπερό πλῆθος τῶν ἄστρων. Δέ σέ προσέχει κανείς κανείς δέ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τήν ἀνάσα σου μά σύ μέ τό βαρύ σου περπάτημα μές στήν ἀγέρωχη φύση θά φτάσεις μία μέρα στά φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στά λυγερά κορμιά τῶν μικρῶν σπάρτων καί θά κυλήσεις ἀπό τά μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σάν ἐφηβικό φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη πού κάποτε περαστικός ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι πού δέν τό ξέρει ἀκόμα κανείς οὔτε τά πιό τρελά παιδιά οὔτε τά πιό σοφά τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σέ μιά σπηλιά τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στίς λαγκαδιές καί στά φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μά ὅταν ἀνοίξει κάποτε καί τιναχτεῖ ἐνάντια στή φθορά καί στό χρόνο αὐτό τό ἀγγελικό τραγούδι θά πάψει ξαφνικά ἡ βροχή καί θά στεγνώσουν οἱ λάσπες τά χιόνια θά λιώσουν στά βουνά θά κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τά χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριές θά ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μέ τά κρύα μάτια καί τά χλωμά πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τίς καμπάνες νά χτυπᾶν μέσα στά ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θά βροῦν καπέλα γιορτινά νά φορέσουν καί φιόγκους φανταχτερούς νά δέσουν στά παπούτσια τους. Γιατί τότε κανείς δέ θ᾿ ἀστιεύεται πιά τό αἷμα τῶν ρυακιῶν θά ξεχειλίσει τά ζῷα θά κόψουν τά χαλινάρια τους στά παχνιά τό χόρτο θά πρασινίσει στούς στάβλους στά κεραμίδια θά πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καί μάηδες καί σ᾿ ὅλα τά σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιές τά μεσάνυχτα. Τότε θά ᾿ρθοῦν σιγά-σιγά τά φοβισμένα κορίτσια γιά νά πετάξουν τό τελευταῖο τους ροῦχο στή φωτιά κι ὁλόγυμνα θά χορέψουν τριγύρω της ὅπως τήν ἐποχή ἀκριβῶς πού εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τήν αὐγή γιά νά φυτρώσει στό στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιά ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νά εἶναι βαθύτερη παρηγοριά καί πιό πολύτιμη συντροφιά ἀπό μία χούφτα ροδόσταμο καί τό μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικό ἀπό τήν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα νά σᾶς λικνίζουν τά ὄνειρα μά ἐγέ κρατῶ στά δάχτυλά μου τή μουσική γιά μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νά σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τούς Βυζαντινούς χρονογράφους.

(…)

Χρόνια καί χρόνια πάλεψα μέ τό μελάνι καί τό σφυρί βασανισμένη καρδιά μου
Μέ τό χρυσάφι καί τή φωτιά γιά νά σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιά νά σέ παρηγορήσω
Ἐγώ πού κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μέ τά μάτια τῆς πούλιας
Καί μέ τή χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καί χορέψαμε μές στούς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στή θερισμένη καλαμιά καί φάγαμε μαζί τό κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά μέ τόσα βότσαλα τριγύρω στό λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στά μαλλιά σου.

Άξιον Εστί, Το Δοξαστικόν | Οδυσσέας Ελύτης

οδελ

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


* απόσπασμα από το τρίτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης «Το Αξιον εστί», εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1959

Ποιήματα | Μίλτος Σαχτούρης

ms

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τά λουλούδια της
οἱ βραδινές καμπάνες τήν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στά γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τό αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τίς σημαῖες πού πονέσανε
ἀπό τά κυπαρίσσια πού σφάχτηκαν
γιά νά χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καί δυό μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θα ’ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σά σταυρώνουν θά ’ρχεται ἕνα ξίφος
τό σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τά γαρίφαλα
τό ξίφος θά θερίζει τό κορμί της

***

Ὁ σκύλος

Ὁ σκύλος αὐτός πρόβαλε πρώτη φορά σέ δρόμο
σκισμένο ἀπό κοφτερά γυαλιά
ὕστερα φάνηκε στόν οὐρανό
μέσα σε ἕνα σκοτεινό πηγάδι τ᾿ οὐρανοῦ
ἔπινε ἕνα φῶς ἀστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ἕνα χέρι λίγα βήματα
ὕστερα γίνηκε φωτιά
ἔκλαιγε σάν κακό πουλι
ἔκαιγε σάν ἐλπίδα
ποιός ξέρει ἀπό πού ἦρθε καί πῶς ἔφυγε

Μά ἐγώ ξέρω πώς θά γίνει θάνατος
μιά μέρα

***

Τό κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τό κεφάλι μου
τό ᾿βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καί τό πῆγα στό γιατρό μου

-Δέν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στό ποτάμι καί θά ἰδοῦμε

τό ’ριξα στό ποτάμι μαζί μέ τούς βατράχους
τότε εἶναι πού χάλασε τόν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νά τρίζει φοβερά καί νά οὐρλιάζει

τό πῆρα καί τό φόρεσα πάλι στό λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τούς δρόμους

μέ πράσινο ἑξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητῆ

3 ποιήματα | Αλέξανδρος Ίσαρης

ai

Κλινική Ησυχία

Αυτές οι μέρες που θα ’ρθουν
θα ’ναι ακίνητες
σαν παράλυτες
μέσα σ’ ένα καροτσάκι∙
Θα ’χουν κέρινα χέρια
μάτια από πλαστικό∙

Μιά καρδιά να χτυπάει
με τονωτικά.

***

Η ασύδοτη τρυφερότητα

Αυτές οι μέρες
της ασύδοτης τρυφερότητας
θα ακινητοποιήσουν
τη ζωή σου∙
θα σταματήσεις για πολύ
καιρό να βλέπεις
τα σύννεφα και τους τυφλούς
που τραγουδούν στο δρόμο∙

Μετά
θα ξαναφύγεις
για τα χιόνια.

***

Το ποίημα της Πλυτώς

Σιωπή είναι ένας πόνος που αρχίζει
από το στήθος
σαν μοναξιά.
Το μεσημέρι κιτρινίζει
ρημάζει το δέρμα μου
μπαίνει μες στο μυαλό.
Σκόνη σηκώνεται, τα τζάμια στάζουν
η προσπάθεια αιμορραγεί.
Στηρίξου πάνω μου – είπα στον καθρέφτη.
Θα σε κρατήσω.