2 ποιήματα | Μάνος Ελευθερίου

ftrxn

Διαπίστωση

Γιατί στο βάθος δεν έμεινε κανείς με την επιθυμία
νομίζοντας την τρέλα πιο σκληρή απ’ τη μνήμη,
την απειλή τους πιο απρόσιτη απ’ το φόβο
κι είπαμε πως αυτό ειν’ ο φόβος
κι όχι το άδειο πιάτο,
ή ο αστυφύλακας κάτω απ’ τα’ αγάλματα…
Εκεί να περιμένεις. Εκεί που ο φόβος
ξαναγυρίζει τη φωνή στη φλέβα του ίσκιου,
όταν το σώμα σου θα πάρει το λίκνισμα της τρέλλας
πάνω στο άδειο κρεββάτι.

***

Η τελική λύση

Ανυποψίαστο, ελάχιστο απόγευμα…
Το σώμα που λάτρεψε τον ήλιο και που τώρα υποκρίνεται,
το δέντρο στην πεθαμένη θάλασσα
έσμιξε τη μνήμη
του καλοκαιριού
με τα δικά σου μάτια.

Τώρα γλιστρώ κάπου-κάπου κι ακούω το δέντρο
που μιλάει.
Συμβαίνει κάποτε να μιλούν τα δέντρα,
όταν τροποποιείς μια κατάσταση
και δεν σ’ εμποδίζει το κυριακάτικο εμβατήριο,
ή κάτι που ήταν άξιο ν’ αγαπηθεί και ισορρόπησε
τη λύπη του μέσα στην πείρα.

Το βράδυ, όμως, υπάρχουν οι ανεπαίσθητες υποψίες
και τότε θέλεις να κουβεντιάσεις, ή να πας σ’ ένα θέατρο,
ή οτιδήποτε άλλο,
αρκεί αυτό το βράδυ να γυμνωθεί από λέξεις,
όπως κάποιος που προχωρώντας για τ’ απόσπασμα
θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τα γυαλιά του.

Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες | Ανδρέας Εμπειρίκος

ftx

Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον
με βαθυπράσινους κισσούς για έναν
άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη.

«Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: “Ντόρτια!… Δυάρες!… Εξάρες!…” όσοι, λέγω, σ’αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή , μέσα στο ψύχος του χειμώνος τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι- μην τον ξεχνάτε.

Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες- Πρεβέζης, Αθηνών, Πατρών – πάντα η ψυχή του θα πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόι βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις –ω, ειρωνία– απο θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιάυτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα απο σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φόβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη, ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τα απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω από την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος. Διαβάστε περισσότερα

Ανασκαφές στον Ζυγό | Μάνος Χατζιδάκις

μχ

I.

Όταν ένα περιστέρι πάει να χαλάσει τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου, κοίταξε να το μεταπείσεις με το στόμα σου. Να το προσελκύσεις να σε φιλήσει. Το χειρότερο θα ’ναι να το διώξεις με μιά νευρική κίνηση του χεριού σου. Γιατί τότε και τα μαλλιά σου θα ξεχτενιστούν και το περιστέρι ποτέ δεν πρόκειται να σ’ αγαπήσει.

II.

Πηγή της γνώσης κάποτε ξεπήδησε απ’ τη γη σε χώρα αραβική. Όμως κανείς δεν έτρεξε να πιεί και να επωφεληθεί. Κι αυτή, για εκδίκηση, έγινε πετρέλαιο.

III.

Η σημασία των πουλιών δεν φανερώνεται σαν τα φονεύεις με το δίκανο σε φθινοπωρινό κυνήγι. Η σημασία των πουλιών υπάρχει μόνο όταν πετούν. Για να θυμίζουνε τον ξεχασμένο προορισμό μας, που είναι κάποτε να πετάξουμε κι εμείς.

IV.

Μην αποφεύγεις τους ανέμους. Περιέχουν αποκαλυπτικά μηνύματα φίλων νεκρών και συγγενών.

V.

Ανατομικά ο Χρόνος παρουσιάζει τα εξής φαινόμενα. Στην αρχή φανερώνεται ένας μολυβένιος ουρανός. Οι αρτηρίες των ωκεανών φωτίζονται εκτυφλωτικά. Μαύρα πουλιά οι περιφερόμενοι αναστεναγμοί. Σκιές οι θλίψεις των νεκρών. Το χρώμα γίνεται βαθυπράσινο. Μιά κόκκινη κηλίδα από αίμα στο βάθος μεγαλώνει. Μιά κραυγή. Το σχήμα εξαφανίζεται. Και μένει τέλος η απορία των καθηγητών μπροστά σε μία κατάμαυρη πλάκα ακτινογραφίας. Ο σκελετός του Χρόνου δεν έχει φύλλο. Είναι άντρας και γυναίκα μαζί.

VI.

Η αληθινή τέχνη είναι σαν τον Θεό. Περιέχει και σένα αλλά και τον εχθρό σου.

VII.

Οι πέτρες ξεσηκώθηκαν για ν’ ανασάνει ο δυόσμος. Μα φύγαν τ’ άστρα ’πό τη Γη και δάκρυσεν ο κόσμος.

VIII.

Όταν κοιτάς μιά γυναίκα σ’ εξαφανίζει. Όταν κοιτάς έν’ αγόρι, σ’ ανακαλύπτει.

IX.

Ποιός είναι αλήθεια ο πιό μεγάλος πειρασμός; Ο γιός του γείτονα που τόνε λένε Αριστογείτονα.

X.

Όποιος χαϊδεύει το πέος του δεν πάει να πει πως κατ’ ανάγκην αυνανίζεται. Μπορεί και να σκέφτεται. Αλλά, κι όποιος πάλι χαϊδεύει το πέος του δεν σημαίνει πως σκέφτεται. Μπορεί, και μάλλον, αυνανίζεται.


Μυθολογία Δεύτερη, Άγρα 1982

Εφηβική εξέγερση | Elisabeth Rynell

ΕΡ

Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να σ’ ανησυχεί
θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Όλα τα παιδιά θα γίνουν σύντομα φρόνιμα
Μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας φοβίζει
Με το χρόνο θα ησυχάσουν
Δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν επικίνδυνα
Για κανένα
Μήτε ακόμη για τον εαυτό τους
Μήτε ακόμη για την ίδια τους τη σταδιοδρομία
Σύντομα θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Φωνάζουν στους δρόμους και τέτοια
Εντάξει
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
Μα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος γι’ αυτό
Αυτονομάζονται κουμουνιστές
και πετούν αβγά στους χωροφύλακες
μπα
Άστους να πετούν
Θα περάσει κι αυτό
Όλα τα παιδιά θα φρονιμέψουν κάποτε
όταν θα ’χουν φωνή μεστή
και πάρουν διορισμό
και ευθύνη
μπα
δεν υπάρχει τίποτε να μας προβληματίζει
Όλοι οι φοιτητές κάνουν τα ίδια
Δεν πιάνουν καμιά δουλειά
Και έτσι πετούν αβγά στους χωροφύλακες
Βρίσκονται σε μια ανία
Και έτσι παίζουν τους αντάρτες
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Απλώς περιμένουν να μεγαλώσουν
και να ζήσουν μακριά απ’ τον μπαμπά και τη μαμά
Μετά θα φρονιμέψουν
Σίγουρα
Περιμένουν μόνο να γίνουν μεγάλοι
και δυσκολεύονται να βρουν δουλειά
Δεν υπάρχει τίποτε να μας ανησυχεί
Δεν υπάρχει τίποτε για να βάζουμε τις φωνές
Ίσως να έχουν τύψεις συνείδησης
και θέλουν να ξύνουν την πληγή
Ίσως να θέλουν να φτιάξουν καμιά ηθική
και έτσι φωνάζουν και θορυβούν
μπα
Σύντομα θα σταματήσουνε με τα πλακάτ
τα βρώμικα ρούχα
Σύντομα θα γίνουν φρόνιμα σαν όλα τα παιδιά
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Ίσως συμβεί να ψηφίσουν τον Palme
αντί για κάποιον μπουρζουά
αλλά δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
μπα
Σύντομα θα ησυχάσουν
Έτσι κάνουν όλοι οι φοιτητές
Αγοράζουν σπίτι έχουν γυναίκα και παιδιά
Βέβαια
Αρνούνται να παντρεύονται και ν’ αλλάζουν βέρες
Δεν υπάρχει διόλου κίνδυνος
Τα χαρτιά δεν κάνουν το γάμο
και το φως απατά
μπα
Ηρέμησε με τις φοιτητικές εξεγέρσεις και τους κουμουνιστές
Σύντομα θα ’ναι ευχαριστημένοι
Όπως όλοι οι Σουηδοί
Παραπονιούνται λίγο για τους φόρους
όμως όχι περισσότερο
Δεν υπάρχει κίνδυνος
Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος
Ούτε μια στάλα
Δεν πρόκειται να ξανασηκωθούν
Ούτε όταν πράγματι πρέπει


Σύγχρονοι Σουηδοί Ποιητές, σελ. 94, Ανθολόγηση-Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979

Μαμά | Μαργαρίτα Καραπάνου

Είμαι γριά, έχεις φύγει, αγαπάω μόνο τα σκυλιά μου. Συχνά σε σκέφτομαι. Αλλά σαν μια φιγούρα στο κενό. Πηγαίνω στον Λυκαβηττό, βλέπω όλη την Αθήνα, βλέπω κι εσένα, εύθραυστη, ονειροπόλα, όπως ήσουνα στο τέλος. Η ψυχή μου στάζει από λατρεία, γυρίζω σπίτι. Τα σκυλιά πεινάνε…

***

Μητέρα, μου λείπεις. Έχουν περάσει τρία χρόνια απ’ τον θάνατό σου. Έχω τους σκύλους… Έξω, μέσα, αγκαλιά… Ο κόσμος μού μιλάει και δεν καταλαβαίνω τι μου λέει… Μόνο τους σκύλους καταλαβαίνω… Είναι χειμώνας: Οι βροχές χτυπάνε τα τζάμια… Το σπίτι είναι έρημο… Ακούω τη φωνή σου… Νεκρή, είσαι δικιά μου. Νεκρή, σ’ αγαπώ περισσότερο. Νεκρή, δεν μπορώ πια να σε σκοτώσω…


[αποσπάσματα από το βιβλίο Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου, εκδ. Ωκεανίδα, 2004]