Το τίποτα ως κατάκτηση | Γιώργος Σαράτσης

_DSC1023 - Αντίγραφο

παίρνεις απόσταση τις νύχτες
μυρίζεις όμορφα
κάτω απ’ το ζεστό μπουφάν
κι εγώ ν’ αντέχω
θερμοκρασίες υπό το μηδέν
σε μια στενή γωνιά
του κόσμου

οσμίζομαι θάνατο
χαλασμένους παλμούς
την ήττα κάθε ποιητή
αιμόφυρτη στους δρόμους Read more

Το αντίθετο ακριβώς | Στάθης Κεφαλούρος

kef

Η αλήθεια κρύβεται στην αντιστροφή.

Το φουμάρισμα παραδείγματος χάριν επιτρέπεται στους εξωτερικούς χώρους και απαγορεύεται στους εσωτερικούς.
Έλα μου όμως ντε που η απόλαυσή του υπαγορεύει το αντίθετο ακριβώς.

Δοκιμάστε το τώρα και με κάτι σοβαρό
ένα πρόβλημα προσωπικό,
μια φιλική διαφωνία ή και μια ολάκερη ιδεολογία.
Το αντίθετο ακριβώς θα προσφέρει κάτι πιο αληθινό
μέχρι και λυτρωτικό.

Η αλήθεια βρίσκεται με την αντιστροφή.

2 ποιήματα | Αθανάσιος Κριτσινιώτης

kr

Το παραθαλάσσιο νεκροτομείο

Ανθρώπινα κομμάτια στους βράχους
στο δρόμο
στον πάγκο του νεκροτομείου
αζήτητα
τα αρπακτικά συναντήθηκαν
τα νύχια τους κόκκινα από αίμα
θα γιορτάσουν τη γέννηση αυτού
που στο όνομά του σκοτώνουν
προσεύχονται για εξόντωση των εχθρών τους
αυτοί ειναι ηγέτες νεκροτομείου.

***

Τσακισμένο σώμα

Το σώμα της γής / το σώμα της ερωμένης / το σώμα της μάνας
το σώμα σου / σφάζεται / με αλαλαγμούς / με σιωπηλή χαρά
πυρηνικά πέη συφιλιασμένων ανδροειδών / σε σημαδεύουν
πυροδοτημένα μάτια / ραμμένα χείλη / ανοιγμένες κοιλιές
τρυφεροί λαιμοί / με κόσμημα ένα μπηγμένο / μαχαίρι /
συνεδριάζει ο λευκός ρυτιδιασμένος θάνατος / η κ. Ρόμσον δακρύζει
πίσω απο χοντρές πόρτες / βαμμένες κόκκινες / απο ξεραμένο αίμα
σκοτεινοί άγγελοι / παίζουν με ανθρώπινα κεφάλια
κραυγές πριονίζουν / τον ματωμένο ορίζοντα…

[φωτογραφία]

Η καινούργια μαμά | Διονύσης Μαρίνος

b

Σήμερα μας έφεραν την καινούργια μαμά. Η άλλη έφυγε, μας είπαν, χάλασε. Δεν έλεγε τραγούδια, ούτε φορούσε παντόφλες μαλακές στο σπίτι∙ τα τακούνια της χαλούσαν το παρκέ. Τα γδαρσίματα έπαιρναν στο κατόπι τα βήματά της. Ένα πράγμα απίθανο – καρφωμένα ξαφνικά στην πλάτη της∙ βήματα μικρά ζωάκια τρίβονταν στα πόδια της. Πήγαιναν όπου πήγαινε. Μπαλκόνι, κουζίνα, σαλόνι∙ κυρίως σαλόνι. Πρωτίστως στο σαλόνι με το σουηδικό ξύλο: φωτεινό να χτενίζεσαι όταν το φως ράμφιζε το παράθυρο τα μεσημέρια. Να τρελαίνεσαι με τόση φωταψία, να μην έχεις να κρυφτείς πουθενά. Όλο το σπίτι είχε γεμίσει από γρατζουνιές. Τις νύχτες πέφταμε πάνω τους. Μας άρεσε, γελούσαμε. Εμείς, γιατί οι άλλοι έβριζαν στο σκοτάδι. Πάλι πέρασε από εδώ, έλεγαν. Θα έφευγε, το ξέραμε. Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Στο τέλος άρχισε να τραγουδάει, κάτι στραβό, ούτε που καταλάβαινες τι έλεγε και σε ποιο σκοπό. Κάτι είχε καταλάβει και ήθελε να τους μεταπείσει. Μα, δεν γινόταν αλλιώς. Είχαν πάρει την απόφασή τους.

Την καινούργια την είχαν παραγγείλει εδώ και καιρό. Οι μεγάλοι, όχι εμείς. Κανένας δεν μας ρώτησε. Έκαναν συμβούλιο στο σαλόνι∙ φορούσαν χνουδωτές παντόφλες, πήγαιναν πάνω κάτω, σώματα δίχως βάρος, μόνο με φωνή κι αυτή μισή. Έψαχναν λύση, τα έβαζαν από εδώ, τα έβγαζαν από εκεί. Κατέληξαν σε ένα συμπέρασμα. Αλλά η καινούργια μαμά δεν ερχόταν. Την περιμέναμε καιρό, όμως τίποτα. Εξήγησε δεν υπήρχε∙ απλώς δεν ερχόταν.

Μπορεί να έγινε λάθος στην παραγγελία∙ συμβαίνει καμιά φορά. Άλλον θέλεις να πάρεις τηλέφωνο κι άλλος βγαίνει στη γραμμή. Ποιος είστε; Ποιον θέλετε; Δεν είστε αυτός; Εσείς ποιος είστε; Μέχρι να κλείσεις το τηλέφωνο έχεις ξεχάσει ποιον έψαχνες και τι ακριβώς ζητούσες να του πεις.

Μπορεί να μην ακούστηκε καλά αυτό το θέλαμε. Είναι μια εξήγηση κι αυτή. Να μπερδεύτηκε ο υπάλληλος, να προώθησε το αίτημα σε λάθος τμήμα και το λάθος τμήμα να έδωσε το λάθος σήμα στην λάθος εταιρεία. Με τόσες που κλείνουν καθημερινά ποτέ δεν ξέρεις σε ποιο σημείο λασκάρει η αλυσίδα∙ χάνεται η εμπορική πίστη, χαλαρώνουν τα ανταλλακτικά ήθη, η εμπιστοσύνη του πελάτη πηγαίνει περίπατο.

Μπορεί ο μπαμπάς να μην είχε να πληρώσει. Του συμβαίνει τώρα τελευταία. Κλείνεται στο δωμάτιο και μετράει, όλο μετράει. Δεν του φτάσουν τα δάχτυλα και τότε σχεδιάζει στον τοίχο γραμμές, σαν τους φυλακισμένους. Τόσα πήρα, τόσα έδωσα, γιατί μου λείπουν τα υπόλοιπα; Κι όλο γραμμές, προσεκτικά βαλμένες, ίσιες, στρατιωτάκια στην παρέλαση. Γραμμές, γραμμές, γραμμές. Μαύρες, χοντρές, η μια δίπλα στην άλλη. Όταν τελειώσει ο τοίχος τι θα κάνει; Πού θα τις πάει τόσες γραμμές;

Τον ρωτάμε πότε θα έρθει. Στα πιάτα σας, απαντάει. Ούτε στα πιάτα μας έρχεται, πουθενά δεν έρχεται. Η προηγούμενη είχε φύγει τον Ιανουάριο, τώρα μπαίναμε στον Μάιο, σε λίγο ερχόταν καλοκαίρι, άρα παραλαβές δεν γίνονταν μέσα στον καύσωνα, επομένως πηγαίναμε για Σεπτέμβριο και αν. Εμείς πηγαίναμε, αλλά η μαμά δεν ερχόταν.

Ώσπου ένα πρωί, τέλη Μαΐου, εκεί που είχαμε χάσει κάθε ελπίδα, χτύπησε το κουδούνι. Την έφεραν, ήταν αυτή. Ναι, ήταν αυτή αλλά ποια ακριβώς; Μήπως και την ξέραμε; Μήπως και μας είχαν στείλει τόσο καιρό μια φωτογραφία της για να την γνωρίσουμε; Στα τυφλά βαδίζαμε, στα τυφλά βλέπαμε.

Ο μπαμπάς έβαλε ασπίδα την καλή του ανατροφή. Στον πληθυντικό κι από εδώ παρακαλώ, μην ενοχλείστε δεν έγινε τίποτα, βεβαίως, καταλαβαίνω, προς θεού, πού θέλετε να υπογράψω, ρέστα, μα φυσικά, έχω ρέστα. Πού να βάλει φωνές και πού να διαμαρτυρηθεί. Μετά από τόσο καιρό στην αναμονή για τέτοια ήμασταν; Πάλι καλά που δεν μπήκε Ιούνιος γιατί τότε…

Την έβαλε να κάτσει στον καναπέ. Η μαμά υπάκουσε. Ήσυχα ήσυχα με μια λεπτότητα πουλιού που ξέρει από κλουβί βούλιαξε στην άκρη, ίσα που σηκώθηκαν τα χνούδια στο ριχτάρι. Μπορούμε να την λέμε από τώρα μαμά; Μα, φυσικά παιδιά μου, φυσικά. Ο μπαμπάς με κόκκινα μάγουλα από την έξαψη και δάχτυλα μαύρα από τις γραμμές. Έγνεψε κι εκείνη, συμφωνούσε.

Είχε λεία, κέρινη όψη και τα χείλια της ήταν κόκκινα σαν βάμμα ιωδίου σε πληγή. Τόσο λεπτή που αν την τρυπούσες θα έβρισκες την άλλη πλευρά. Στομάχι, πλάτη, ένα τσιγαρόχαρτο απόσταση. Κοιτάξαμε με τρόμο τα πόδια, τα παπούτσια. Πήγε και ήρθε το βλέμμα μας. Το ίδιο και του μπαμπά. Ψιλόβρεξε ματιές στα χαμηλά, ασταθείς στην αρχή, ήρεμες μετά. Φορούσε αθλητικά, καινούργια, με βεντούζες. Έτριζαν όταν τα έσερνε, κοιμόντουσαν μετά. Για αρχή ήταν καλά. Ο μπαμπάς, έμπειρος πλέον, της έφερε παντόφλες. Της φόρεσε αγόγγυστα. Ήταν στο νούμερό της, άρα, ναι, ήταν η μαμά μας.

Δεν χρειάστηκε καιρός για να μας μάθει και να την μάθουμε. Είμαστε εύκολη οικογένεια, καλόβολη. Όπως μας έρχονται τα πράγματα πηγαίνουμε κι εμείς και στις αναποδιές πάντα βρίσκουμε μια λύση. Η απόδειξη είναι αυτή η μαμά.

Της μιλάμε και μας απαντάει. Της γνέφουμε και ανταποκρίνεται. Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά. Μόνο να τραγουδάει και να μην κάνει γρατζουνιές κι όλα θα πάνε καλά. Οι πρωτοβουλίες δεν είναι απαραίτητες, αλλά η καινούργια μας μαμά φαίνεται να θέλει να τις πάρει. Το καθημερινό πότισμα, ας πούμε, είναι δική μας δουλειά. Κι όμως, πού την χάνεις πού την βρίσκεις, δεν βαριέσαι λίγο νεράκι είναι, τίποτα το φοβερό, στέκεται πάνω από τα λουλούδια και τους μιλάει. Τι μπορείς να πεις σε ένα λουλούδι;

Επίσης, παίζει μαζί μας. Όχι πάντα, αλλά καμιά φορά ξεθαρρεύει, σηκώνεται από τον καναπέ και έρχεται στο δωμάτιό μας, δήθεν τάχα να φτιάξει την ντουλάπα, να διπλώσει τα ρούχα, κι εδώ στις γωνίες κοίτα κάτι χνούδια. Ούτε που το καταλαβαίνουμε πότε ξαπλώνει στο πάτωμα και παίζει με τα παιχνίδια μας. Είναι παράξενο να την βλέπεις να κάθεται χάμω και να γελάει. Γιατί γελάει; Κάπως έτσι έγινε το κακό. Από ένα γέλιο ξεκινούν όλα, όχι από κλάμα. Αυτό πάντα ακολουθεί.

Μέσα στη χαρά μου, εκεί που της έδειχνα πώς είναι μια ζέβρα, και τι ωραίες γραμμές, σαν του μπαμπά, και η ουρά που πηγαίνει πέρα δώθε, κι αυτός ο καλπασμός, πόσο αληθινός, εκεί που τα λέγαμε γελώντας μού έπεσε το ποτήρι από τα χέρια. Γέμισε ο τόπος γυαλιά. Πρόκες στο παρκέ που άστραφταν. Έπεσε μια σιωπή σαν κρέμα και μας μπούκωσε. Σηκωθήκαμε αργά αργά στις μύτες των ποδιών μας. Εδώ, εκεί γυαλιά, πρόσεχε πού πατάς και μην κάνεις πίσω.

Δεν μου έκανε παρατήρηση. Έμεινε να με κοιτάζει με εκείνα τα μάτια χάντρες, κουμπότρυπες και ελιές χαλασμένες. Μα, δεν είπε τίποτα. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Κάπως παραπάτησε, κάτι έγινε που δεν έπρεπε, δεν προλάβαμε να την κρατήσουμε. Μάλλον δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη σε τέτοιου είδους διαχύσεις γιατί ξαφνικά άρχισε να ζαρώνει. Ξεκίνησε από τα πόδια, εκεί που βρισκόταν ένα κομμάτι γυαλί σαν μαχαίρι. Ανέβηκε στην κοιλιά, στο λαιμό, στο πρόσωπο. Μάζεψε πριν καν τη συνηθίσουμε. Μια μυρωδιά καουτσούκ μπούκωσε το δωμάτιο και άρχισε να απλώνεται σε όλο το σπίτι, έφτασε ως το σαλόνι. Έμεινε ένα στραβό κόκκινο χαμόγελο στο πάτωμα. Μαζί με τα γυαλιά.

Ούτε ο μπαμπάς μάς είπε κάτι όταν γύρισε από τη δουλειά. Λες και το περίμενε πως κάποτε θα συνέβαινε. Μόνο πήρε με τη σκούπα τα θρύψαλα και τα πέταξε στα σκουπίδια. Μάζεψε τη μαμά. Τη δίπλωσε μια χαρά. Έβαλε τις παντόφλες, σχεδόν αφόρετες ήταν, στην παπουτσοθήκη και έστρωσε το τραπέζι να φάμε. Κατέβασε τα σκουπίδια στον κάδο και όλο το απόγευμα το πέρασε στο σαλόνι τηλεφωνώντας στη εταιρεία για να τους κάνει παράπονα. Κρατούσε και την εγγύηση στο χέρι και την ανέμιζε συνεχώς πάνω από το κεφάλι του λες και μπορούσαν να τον δουν. Και συνέχεια την κουνούσε σαν λευκή σημαία παράδοσης εξηγώντας στον υπάλληλο τι συνέβη και πώς. Εμείς αρχίσαμε να τραγουδάμε για να καλύψουμε το κενό.

[φωτογραφία]

Μαρκ Στραντ, 3 ποιήματα | μτφρ: Ασημίνα Ξηρογιάννη

 

markst

O φρουρός

Το ηλιοβασίλεμα. To λιβάδι της φωτιάς.
Η χαμένη μέρα, το χαμένο φως.
Γιατί αγαπώ ό,τι ξεθωριάζει;

Eσύ που έφυγες, που συνέχιζες να φεύγεις,
ποιά σκοτεινά δωμάτια κατοικείς;
Φρουρέ του θανάτου μου,
διατήρησε την απουσία μου.
Είμαι ζωντανός

***

Νοσταλγία

Οι δάσκαλοι των αγγλικών έχουν πάει τα ρούχα τους στο πλυντήριο
οι ίδιοι πήγαν στους αγρούς.
Όνειρα κίνησης κυκλώνουν το Περσικό χαλί σε ένα δωμάτιο που είχατε βρεθεί
Στην παραλία η λύπη των γραμμοφώνων
βαθαίνει την αναδίπλωση και την πτώση του ωκεανού
Είναι χθες. Είναι ακόμα χθες.

***

Τα απομεινάρια

Αδειάζω τον εαυτό μου από τα ονόματα των άλλων.
Αδειάζω τις τσέπες μου.
Αδειάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω δίπλα στο δρόμο.
Τη νύχτα γυρίζω πίσω τα ρολόγια·
ανοίγω το οικογενειακό άλμπουμ
και με κοιτάζω όταν ήμουν αγόρι.

Τί έχει να κερδίσει; Οι ώρες έχουν κάνει τη δουλειά τους.
Λέω τ’ όνομά μου. Λέω αντίο.
Οι λέξεις ακολουθούν η μια την άλλη προς την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεμος.
Αγαπώ τη γυναίκα μου αλλά τη διώχνω .

Οι γονείς μου σηκώνονται απ’ τους θρόνους τους
μες στα λευκά δωμάτια από σύννεφα. Πώς να τραγουδώ;
Ο χρόνος μού λέει τι είμαι. Αλλάζω και πάλι ίδιος μένω.
Αδειάζω τον εαυτό μου απ’ τη ζωή μου
και η ζωή μου εξακολουθεί να υπάρχει.


[Μαρκ Στραντ (Mark Strand): Αμερικανός ποιητής και πανεπιστημιακός δάσκαλος, καναδικής καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς ποιητές της γενιάς του. Γεννήθηκε στις 11 Απριλίου 1934 στο νησί Πρινς Έντουαρντ του Καναδά, αλλά έζησε και δημιούργησε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σπούδασε ζωγραφική και λογοτεχνία και στη συνέχεια δίδαξε σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Βραζιλίας αγγλική και συγκριτική λογοτεχνία. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1964 με την ποιητική συλλογή «Sleeping with One Eye Open». Το 1999 τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για την ποιητική συλλογή του «Blizzard of One». Είχε ανακηρυχθεί δαφνοστεφής ποιητής (Poet Laureate) των ΗΠΑ, τίτλο που κατείχε κατά το διάστημα 1990-1991. Ο Μαρκ Στραντ πέθανε στις 29 Νοεμβρίου 2014 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, σε ηλικία 80 ετών]