2 ποιήματα | Δημήτρης Μακούσης

m

Μνήμη ο βυθός
στάζει στην σκιά λήθη

φτιαγμένη από ηλεκτρικά κυκλώματα
συνήχηση
γδούπος
και ρόγχος

υπήρξαν μάτια στα δάκρυα

αγχωτικός εμβρασμός
η πηγή και το λάστιχο Read more

Advertisements

Όπως ο αράπης | Δημήτρης Μίγγας

mg

(Κάθε χωριό ή μικρό νησί έχει την εκκλησία, τον παπά και τον τρελό του. Ενδεχομένως να λείπει ο γιατρός ή ο δάσκαλος (συχνά και οι δυο), αλλά αυτοί αναπληρώνονται εκ των ενόντων. Στις μεγάλες πόλεις οι ζαβοί χάνονται μέσα στο πλήθος και διαφεύγουν της προσοχής, όπως οι τρομοκράτες. Ωστόσο σε χώρους απομονωμένους και περίκλειστους (χωριά, νησιά, στρατός ή φυλακή), αν έχεις το παραμικρό κουσούρι, σπεύδουν να σε αποκάνουν οι εχέφρονες. Σ’ αυτή τη συμπαθή ομοταξία ανήκει κι ο Τηλέμαχος Χαρίτος, ο ήρωάς μας). Read more

Συνέντευξη Τέο Ρόμβου στον Νίκο Λέκκα

TEOS (2)

Την δεκαετία του ‘90 (και εσείς, αγαπητοί μου αναγνώστες, θα πείτε γιατί είμαι κολλημένος στην δεκαετία του ‘90) αλλά ήταν η εποχή που ως έφηβος, μεγαλωμένος σε χωριό, αν και δίπλα στην Αθήνα, σε μια άκρως συντηρητική οικογένεια, όπου ο πιο «επαναστάτης» τελείωσε τα «επαναστατικά του» καθήκοντα ψηφίζοντας ΠΑ.ΣΟ.Κ. την δεκαετία του ‘80, έψαχνα ποιός είμαι και τί με τραβάει. Μοιραία έπεσα στις εκδόσεις του Σταθάτου, «Δελφίνι», εκεί που ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο δικός μας Λεό, μας κοινωνούσε την αμφισβήτηση της ελληνικής πραγματικότητας ever. Σελίδες επί σελίδων, πάνω από 20 βιβλία και βιβλιαράκια, μέσα σε μια 5ετία. Μιλάω για την εποχή ‘93-‘98, τότε που γύρω στο ‘95, ξεκλείδωνα το στόμα μου για ερωτικά φιλιά, λέξεις, αλκοόλ και μπάφους. Read more

2 ποιήματα | Θωμάς Δ. Τυπάλδος

tpΒιασμός

Ήταν άντρας θεόρατος
Γεμάτος μύες και μυαλό πιο μικρό
Κι από χρυσόψαρο.
Ήταν κορίτσι δεκαεξάχρονο
Γυναίκα ακόμη δεν είχε γίνει.
Την κέρασε ποτά δυνατά
Στο στενό σοκάκι που πίσω απ’ το μπαρ βρισκότανε
Με βία την έσυρε και άρχισε να την γδύνει.
Τα δόντια της τα έσπασε
Της βίασε το κορμί και την ψυχή της διέλυσε
Κι αφού την καταρράκωσε, αφού της πήρε ό,τι είχε,
Γελώντας σηκώθηκε κι έφυγε
Αφήνοντάς την πίσω να βουλιάζει στη ντροπή,
Να σαπίζει στην οδύνη.
Άρχισε να κλαίει γοερά και να σκέφτεται ποιά είναι δική της ευθύνη. Read more

Αντίκρυ στο τίποτα | Θοδωρής Νταλούσης

nt

(διασκευή/απόδοση του τραγουδιού “Next to nothing” των Savage Republic)

Καθόμουν στο μικρό ατελιέ μου, μετρούσα ήδη δύο μερόνυχτα αγρύπνιας αντίκρυ σε άδειους καμβάδες και καβαλέτα. Ήθελα να ζωγραφίσω κάτι, οτιδήποτε. Τελείωσα τον καφέ, πήρα ένα μπλοκάκι και άρχισα να τραβώ τυχαίες γραμμές που όσο πλήθαιναν, τόσο έμοιαζαν με καπνό. Κάτι ρίγησε μέσα μου, μια προσμονή αλλόκοτη. Συνέχισα να γυρίζω τις σελίδες, να μουτζουρώνω τη μια μετά την άλλη ώσπου έφτασα στην τελευταία. Έφερα στροφές το μολύβι, οι γραμμές άρχισαν να πυκνώνουν και σαν καπνός να αποκολλούνται, να εξατμίζονται και να γλιστρούν μες τα ρουθούνια μου. Τσιμπήθηκα, δεν ονειρευόμουν. Μετρούσα ήδη τέσσερα μερόνυχτα αγρύπνιας όταν αποφάσισα να μην ξανακοιμηθώ. Και τώρα, με πικρό καφέ πλάι στην παλέτα, κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά ανακατεύοντας τα χρώματα. Αφηρημένος, δημιουργώ ενύπνια σχήματα. Πινέλα δεν χρησιμοποιώ, μόνο τα δάχτυλά μου. Μου αρέσει να νιώθω τον καμβά, να αγγίζω τη ζωγραφιά μου. Βλέπω να σχηματίζονται φλεγόμενα κτήρια, φλεγόμενες πόλεις που ζωντανεύουν και μου ζεσταίνουν το πρόσωπο. Μετρώ ήδη πέντε μερόνυχτα στο ατελιέ, κοιτώ γύρω τα καβαλέτα και τους χυμένους καφέδες. Πρώτα θα συμμαζέψω, μετά θα προσπαθήσω να δημιουργήσω ένα γλυπτό. Σκέφτομαι να πάρω μια χούφτα πυλό και να του δώσω τη μορφή μου. Θέλω να αποκτήσει δική του οντότητα. Χρειάζομαι ένα μνημειώδες καλλιτέχνημα για να σταθώ και εγώ δίπλα του, όπως στέκομαι απέναντι στην αγρύπνια – αντίκρυ στον εαυτό μου.

[εικόνα: Charles Traub | Ralph Eugene Meatyard, 1971]