640 Τάγμα πεζικού | Αντώνης Αντωνάκος

ant

Μνήμη Σπύρου Ρωμιόπουλου

Παραδομένος στην αϋπνία, εξανεμισμένος. Φυλακή, δυο ώρες σκοπιάς. Γερμανικό νούμερο. Πάντα οι Γερμανοί ψυχοπιάνονταν απ’ τον άυλο και ρευστό κύκλο της νύχτας για να μπουκάρουν στην ιστορία.

Ισχνό κίτρινο φως θολό και παρήγορο. Με τις σκνίπες γύρω και τα κουνούπια στον κακό αέρα. Φυλάω την ελληνική αεροκρέμαστη φυλή. Τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Φυλάω τα μουνιά των κοριτσιών της επαρχίας Σουφλίου. Φυλάω τον Ευριπίδη και το Σοφοκλή. Την Τζένη Βάνου και την τράπεζα της Ελλάδος.

Ο γεμιστήρας που χαϊδεύω είναι εκπνευματωμένος και η διανόηση δεν μπορεί να μου προσφέρει καμιά ορθή ερμηνεία για την άθρησκη ψυχούλα μου, για την αζυγόθρησκη θλίψη μου. Read more

4ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1990 (2)

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Η βιολογική ανάγκη του γαμησιού περπάτησε την Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μεθυσμένη στο κριθάρι του ζύθου και στη χωνευτική ιδιότητα της ρωσικής βότκας. Βαστούσε δανεικά, ευρώ διακόσια, κι ενώ τα χρέη έρρεαν -φουντώνοντας την αγανάκτηση- ισορρόπησε στη βασταρκά την κατεβασιά στο υπόγειο καμπαρέ των πληρωμένων ηδονών. Ο Σωκράτης τού πάσαρε, μάλλον, μία εγχειρισμένη. Ήταν κι αυτή μία πανσιόν για το χρόνο που εμπειρικά ανακάλυπτε την Καζαμπλάνκα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα κι ήταν καιρός για ψώνια. Η σκατοπρώκτισσα πολίχνη, μια άνομη κοπή του πλιάτσικου, να αφοδεύει το οπλισμένο σκυρόδεμα στις τρύπες π’ άνοιξαν αναθέσεις και αναβολές. Ατζαμήδες χωριάτες τρόχιζαν την μπασταρδεμένη προδοσία τού επικατάρατου σπασίματος της αρτιμελούς τρανεμένης Λευτεριάς. Μία μπιστική μπούλμπερη φυλαγότανε την υγρασία της εμπλοκής καθώς ευχότανε καλή ανάφλεξη. Άρρωστες γυναίκες κομμάτιαζαν άρρωστους άντρες, και τ’ αντίστροφα ανάποδο. Τα παιδιά ροκάνιζαν την ψυχιατρική εμβολή της διατρανωμένα διατρυπημένης ευφορίας. Δεν θα είναι αργά για να φορέσουμε την αλήθεια. Τα εγκλωβισμένα πρωινά σταματούσαν το κύμα στους οφθαλμούς καθώς σαρκώνονταν τη στηθάγχη μιας οργιάς οροσειράς ανάμεσα σ’ οικοδομήματα τεκτονικά διαμετρημένα. Χρόνια παρέβαινε τους στίχους τού ποιήματος του Αλεξανδρινού, «Όσο μπορείς»: Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,/τούτο προσπάθησε τουλάχιστον/όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις/μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,/μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,/γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την/στων σχέσεων και των συναναστροφών/την καθημερινήν ανοησία,/ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική. Δε δίσταζε και λόγου δε φειδόταν, μόνο που ξαφνικά ακινητούσε στο βωβό, στο άλαλο και στο κωφό μουγκό. Πέτρωνε το κορμί του, κι εκεί που οι κινήσεις του έβαιναν κεραυνοί έβλεπε -μέσα στην ελλειμματική έως αυτιστική έπαρση του κόσμου- τη λάμψη του θανάτου νύχτας υγρής και αποκαμωμένης το ξημέρωμα της αιώνιας επιστροφής στα ίδια. Ήταν κι η τεχνική που ’χε αναπτύξει θητεύοντας στο έρεβος της μοναξιάς. Μια αμετάδοτη και γνώση απαράμιλλη των χτύπων της καρδιάς, όταν μες στη βοή αντάριαζε σύσσωμη στις φλέβες η ψυχή του. Των καπηλειών τρόμαζε τις μπαταριές, ενδεδυμένος του Χάροντα το πρόσωπο το πάλλευκο. Μες στα σοκάκια της πόλεως ιταλικής, αρχιτεκτονημάτων του Μεσαίωνα, την αναγέννηση της πρόθεσης ασφάλιζε και προχωρούσε στηριγμένος στο ασημένιο του μπαστούνι. Βράχος ακρωτηριακός η αρτηρία των αξόνων της ψυχής. Σαν ραγίσει το ποτήρι δεν τ’ αγγίζεις άλλο πια, βάζεις μόνο ένα λουλούδι και στολίζεις μια γωνιά. Τσιφλικάδες μπέηδες και γρανίτες οι κολίγοι, αρματωμένοι τη σφαγή των πρώτων μέσα στην αυταπάρνηση της βιασμένης προσμονής. Το πλάσμα δεν το παιδεύεις μηδέ το τρυπανίζεις. Αστροπελέκι ο ποιητής, κι από καμπάνα εκκλησιάς στην εμπατή μπρούντζο το ξίφος και το θώρακα με σφύρα σ’ άκμονα χαλυβουργούσε. Κόμπος ή κόμβος, η κούρβα της ανάστροφης. Θωρεί ορόματα μες στ’ όνειρο. Η σκέψη του/νεκρόδειπνος της σκοτεινής Ελλάδας. Απαρηγόρητος κι αγκιστρωμένος, ο άπαρτος, τον πόλεμο που του χρωστούσε ένα σκεπάρνι γύφτικο.


Λεζάντα φωτογραφίας

Ο ποιητής, το 1990, πίσω από το άγαλμα της πάνοπλης θεάς Αθηνάς στη Βιέννη (Αυστρία).

Συνέντευξη Λίνας Καρανασοπούλου στον Νίκο Λέκκα

lina_bosko

Την Λίνα Καρανασοπούλου, για την Κυρία της μαχόμενης Δικηγορίας σπεύδω πρώτα να σας πω, ότι πολλοί από τους -κάποτε- φίλους μου (όλοι πρεζάκια τότε και κάποιοι ακόμα και τώρα) την λατρεύουν. Όχι από ευγνωμοσύνη, επειδή τους έβγαλε από την φυλακή, επειδή γλύτωσαν την σαλαμοποίηση και έχουν την ελευθερία τους∙ μια ελευθερία που δεν ξέρουν να την χειριστούν. Εξάλλου, πολλοί από τους γνήσιους, o Μήτσος (ο θεούλης τον πήρε κοντά του) και ενός σιχάματος, υπήρξαν πελάτες της. Όλοι λαϊκά παιδιά. Και μιλάμε για το μασίφ της μαγκιάς και της αμφισβήτησης. Για την ηθοποιό-ποιήτρια Κατερίνα Γώγου, τον Άκη Πάνου τον λαϊκοροκά (όπως αναφέρει αυτή την συνομοταξία και ο Κώστας Καφάσης) που εκτός από επαναστάτες του κώλου (βλέπε πιόμα και μαγκιά κλανιά – γιατί λαϊκά παιδιά, έξω από κάτι λαϊκές αδερφές και άντρες νταβατζήδες, σπάνια έχω συναντήσει) τους είναι παντελώς άγνωστοι.

Ο Άκης Πάνου ήταν αυτό που έγραψε ο ποιητής-εκδότης Γιώργος Χρονάς: «Η περίπτωση Άκης Πάνου». Η Κατερίνα Γώγου, αριστερίστρια από σύλληψη, και ο Άκης Πάνου, φασίστας από συνείδηση, τους συνδέει το πάθος. Και οι δύο σκύψανε ευλαβικά στην ψυχή των κολασμένων. Γι’ αυτό λέω, μη κρίνετε το κόσμο στεγνά -στο σπάνιο ενδεχόμενο που αυτός είναι γνήσιος- γιατί η γνησιότητα εκλείπει και το γιατί της δόνησης του ανθρώπου δεν χαμπαριάζει από φιλοσοφίες, είτε λέγετε Τρότσκι, είτε Χίτλερ. Read more

Ποιητές χωρίς ποιήματα | Στάθης Κεφαλούρος

st

Οι ορισμοί της ποίησης πολλοί
ένας όμως ο προορισμός
Η συγκίνηση να γίνει πιστεύω

Μαζί με την κρίση ήρθε επιτέλους και η εποχή της κυριολεξίας
Ας λιγοστέψουν λοιπόν οι παρομοιώσεις οι μεταφορές και τα λοιπά καλολογικά στοιχεία
κι ας αναζητούμε την σημασία
στης ίδιας της λέξης
την ιστορία

ή ακόμα καλύτερα

μήπως αντί για ένα ποίημα
δώσουμε αυτή τη φορά μία χείρα βοηθείας;

Δεν είναι πάντα το ίδιο

[poets without poems]


[εικόνα: Duane Michals, Fireflies in my hand, 1973]

Ραψωδία Ζ, στίχ.466 | Αλέξανδρος Κεφαλάς

ak

Δέκα ολόκληρους μήνες είχε να μάθει νέα του η Ανδρομάχη. Φθινόπωρο του ‘73. Υποχρεωτική στράτευση με διαταγή του ίδιου του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Η φοιτητική του αναβολή διεκόπη αιφνίδια τα Χριστούγεννα του ‘72. Το περίμενε… Πάντα πρωτοστατούσε στις φοιτητικές οργανώσεις. Χαρακτηρισμένος αριστερός, τον είχαν συλλάβει κιόλας στην κηδεία του Παπανδρέου. Είχε γυρίσει την πλάτη του στους αστυνομικούς και φώναζε συνθήματα… Πάντα έτσι λειτουργούσε εν θερμώ. Δεν υπολόγιζε κανέναν, δε φοβόταν κανέναν. Αυτό, όμως, ήταν και μέρος της γοητείας του. Γι’ αυτό τον είχε ερωτευτεί, όταν τον πρωτογνώρισε στο Πολυτεχνείο. Ατρόμητος, αντισυμβατικός. Τα σγουρά του τα μαλλιά στο χρώμα του μελιού και τα γαλανά του μάτια δεν την είχαν αφήσει ωστόσο ασυγκίνητη. Οι γονείς της, χουντικοί μέχρι το μεδούλι, δεν τον ήθελαν. Κλέφτηκαν, παντρευτήκαν στα κρυφά. Ακόμα της το κράταγαν μανιάτικο οι δικοί της. Σαν ήρθαν από τη στρατονομία να τον πάρουν, ήταν τριών μηνών έγκυος. Δεν είχε λάβει μήνες γράμμα του, δεν της είχε τηλεφωνήσει, έχασε εν μια νυκτί τα ίχνη του. Στην αρχή νόμιζε πως τον είχαν στείλει στη Λέρο, δεν ήξερε πού να αποταθεί, δεν ήξερε ποιον να πιστέψει. Κόντεψε να τρελαθεί. Από τη θλίψη παρ’ ολίγον να χάσει και το παιδί. Γέννησε μονάχη της τον γιο τους. Η μάνα της ήρθε να της συμπαρασταθεί σαν ήταν λεχώνα. Είχε γλυκάνει με την έλευση του εγγονού. Ο πατέρας της όχι. Δεν την έμελλε, ο καιρός θα τον μαλάκωνε, έπρεπε να έχει υπομονή. Υπομονή… Σάμπως έκανε και τίποτε άλλο δέκα ολόκληρους μήνες; Read more