Νέο Savoir-vivre #01-10 | Σωτήρης Παστάκας

past

#01 Η ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

«Και καθώς η τοποθέτηση του τόμου διατάραξε κάπως την ευθεία γραμμή των δύο διπλανών τόμων, ο Συμεών Μπακαμάρτε φρόντισε να αποκαταστήσει αυτή τη μικρή, και εξάλλου ενδιαφέρουσα, ασυμμετρία», γράφει ο Μασάντου ντε Ασσίς στον «Φρενίατρο» (μετάφραση Άννυς Σπυράκου, επίμετρο Δημήτρη Πλουμπίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1992).

Βγάζοντας ένα-ένα τα βιβλία από τις κούτες τις τελευταίας μετακόμισης και τοποθετώντας τα στα ράφια της βιβλιοθήκης δεν έχω χρόνο να αποκαταστήσω την ευθεία γραμμή μεταξύ των τόμων, τους αφήνω να ταυτίζονται με την ασυμμετρία του βίου μου. Τα πιο δύσκολα αντικείμενα σε κάθε μετακόμιση είναι τα βιβλία, γι’αυτό φροντίζω να μεταφέρω όλο και λιγότερα, από σπίτι σε σπίτι. «Τα τοσαύτα βιβλία έχων, τι μάλιστα αναγιγνώσκεις αυτών»;

Το ερώτημα του Λουκιανού κάποιες τέτοιες κουραστικές στιγμές γίνεται απόλυτης προτεραιότητας: όσο μεγαλώνουμε κι επιστρέφουμε στις πρώτες μας αναγνώσεις, πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά; Πόσα βιβλία μας είναι απαραίτητα; Τα περισσότερα θα παραμείνουν στις κούτες τους για να πάρουν το δρόμο για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης κάποια στιγμή, για τις δανειστικές βιβλιοθήκες που ακόμα χωλαίνουν στη χώρα μας. Γιατί από το 2008 η βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας μειώθηκε κατά 30 τοις εκατό. Γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε περισσότερα από 40 βιβλία στη βιβλιοθήκη του. Read more

Advertisements

Τα εντερικά του Θεαίτητου | Ελπήνωρ

m

Έπαιζε με τις λέξεις.
Αλλόκοτα
-χωρίς κανόνες.

Να ελαχιστοποιείται η θλίψη, έλεγε
Σήμερα έστω
Σήμερα! Ήδη μέγας στόχος!
Το ανελέητο nunc

Οι εικόνες λιγοστεύουν
Οι μνήμες μιάσματα
Σώματα δραπέτες αγιογραφίας
Σιχαμερά κι αναξιέραστα

-ηδονίζονται οι ευσεβείς και η αγραμματοσύνη-
Οι λέξεις, μια ευπρεπής κρυψώνα

Ώρα να πηγαίνω, εισβάλλουν οι επίτροποι
Παλιοί και πρόσφατοι, ικανοί κι ικανότατοι
Δεν τους φοβάμαι

Έχω τα έντερα του Θεαίτητου
Πολύτιμη ασπίδα και φυλακτό
Τους περιλούζουν με σκατά
Υγρά συνήθως – κάποτε πιο σφικτά
Ευ πράττειν

[εικόνα: Jambes de mannequins, 1938]

Η Μετακόμιση | Παναγιώτα Τσιανογιάννη

pa

Δεν ήθελε διαταγές η Αργυρώ μα η ζωή τη διέταζε.
Σαν λιπαρό προκοίλι τη διέταζε! Να φάει, να πιει να νιώσει.
Να τη φωνάζουν Πλίθινη κι όχι Αργυρώ.
Τίποτα κρεμασμένο απ’ το λαρύγγι της.
Έτσι, χωρίς θηλιές μπήκε στο σπίτι της. Τα ρουθούνια της γέμισαν κάπνα. Έτρεξε έξω και ανέβασε τις τέντες. Ένα χρωματιστό σεντόνι την κοίταξε. Όπως-όπως το μάζεψε και το έριξε χάμω. Και τότε τον είδε. Τον ξένο για ‘κείνη κισσό.
Καταπράσινος να έχει καβαλικέψει το στήριγμα, να έχει απλωθεί στον τοίχο, στα κάγκελα.
Τα μάτια της, ξυμένες μύτες μολυβιών. Τρύπησαν τη γλάστρα, την ξεκοίλιασαν. Γέμισε ο τόπος χώματα. Στα πλακάκια, στο σεντόνι, στα πόδια της. Read more

Gottfried Benn, Ποιήματα | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

vout

(Από τα Στατικά Ποιήματα)

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
στο πεπρωμένο της γενιάς σου,
τη νηφάλια έστρεψες ματιά σου
στη ώρα αυτή που το βλέμμα τσακίζει,
τα πράγματα εισδύουν στην ιστορία ψυχρά
και παρασέρνουν κάθε παλιό δεσμό,
μόνο στο ποίημα απομένει το σμίξιμο αυτό:
ο λόγος ξορκίζει τα πάντα μυστικά.

Στη σάρα του μεγάλου της γης ερειπιώνα,
στο Όρος των Ελαιών όπου υπέφερε η ταπεινότερη ψυχή,
απ’ το Ποσίλιπο των Ανζού περνώντας
κι απ’ των Στάουφερ το αίμα και της εκδίκησης το βήμα,
ένας νέος σταυρός, ένα κακουργοδικείο ακόμα,
όμως μια πολιτεία δίχως αγχόνη και αίμα
κρίνει με ποιήματα, ορκίζεται σε στίχους,
τ’ αδράχτια γυρνάνε σιωπηλά: η Μοίρα τραγουδά.

Στ’ όνομα ‘κείνου που τις ώρες προσφέρει,
τον προαισθάνεσαι μόνο όταν αποτραβιέται
σε μια σκιά που ολοκληρώνει τη χρονιά,
όμως το τραγούδι των ωρών ανερμήνευτο μένει –
μια χρονιά στη σάρα της παγκόσμιας ιστορίας,
στη σάρα του ουρανού, σάρα της εξουσίας,
και στο ποίημα η δικιά σου η ώρα:
μονόλογος της θλίψης και της νύχτας τώρα.

[εικόνα: Herbert Behrens-Hangeler, Untitled | Collage on paper, 1950]

Ινστιτούτο Αδυνατίσματος | Χλόη Κουτσουμπέλη

kout

Το σώμα του πένθους είναι αρχικά καλλίγραμμο.
Αν και μία δίαιτα με καφέ και κονιάκ
τρεις φορές την μέρα
σίγουρα ενδείκνυται.
Πάντοτε φυσικά με μέτρο.
Δεν θέλουμε μεθυσμένους στην γιορτή.
Για την κυτταρίτιδα τα νέα είναι άσχημα.
Σε κόμπους κόμπους εξαπλώνεται και κυλάει στο αίμα.
Το σώμα του πένθους έχει αρχικά σωστές αναλογίες.
Στην πορεία όμως αρχίζει
να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει ανεξέλεγκτα
να χοντραίνει την μέρα, ν΄ αδυνατίζει μες την νύχτα.
Αυξάνει η περίμετρος του στήθους,
Τεράστια ορθώνεται η κοιλιά,
τα μπράτσα μετατρέπονται ζυμάρι.
Κανένα ινστιτούτο
δεν αφαιρεί το Ξίφος από τον βράχο.
Το Κύπελλο έχει σκουριάσει ανεπανόρθωτα.
Το μαχαίρι έχει σφηνώσει τελεσίδικα στην πλάτη.
Τα νύχια κομμένα σύριζα.
Τυφλά τα κεφάλια των δαχτύλων δείχνουν
το κομμένο πτώμα.
Το σώμα του πένθους είναι ακέφαλο.
Κυκλοφορεί σαν κότα δεξιά και αριστερά αδέσποτο.
Αναβλύζει πίδακας.
Το σώμα του πένθους το φοράς εφαρμοστά
πάνω από το κορμί που είχες πριν.
Όταν το απεκδύεσαι, καλό είναι να το κρεμάς
σε κρεμαστάρι στην ντουλάπα.
Έτσι κι αλλιώς ο σκώρος επωάζεται
από την γέννησή μας.

[εικόνα: Heinz Hajek-Halke, Der Gong, 1960]