Φωτιά στο δάσος | Ειρήνη Ιωαννίδου

ek

Η νύχτα δεν λέει πια παραμύθια, ακούω μόνο ένα ξύλινο πόδι να σέρνεται μέχρι την πόρτα του μπάνιου, την κλειδώνεις για να μη βλέπω το δέρμα που βγάζεις, για να μην σε ποθώ, για να ξεχάσω το άγγιγμα. Δεν ακούω τις συμπληγάδες πέτρες όταν ενώνονται, ούτε την φωνή της Σειρήνας, μόνο το τελευταίο δελτίο ειδήσεων και το τηλεπαιχνίδι σε επανάληψη. Ξυπνάω με στολίδια ασημένια στα μαλλιά, η μοναξιά θέλει χρώμα ανεξίτηλο. Ζητάει και χώμα, σκάβεις με κουταλάκι του γλυκού τον τοίχο. Σήμερα την άφησες μισάνοιχτη την πόρτα, κυλάει το νερό στο στέρνο, πετάγεται από τα πλευρά στον αέρα, εκτινάσσεται στον καθρέπτη, ένας πίδακας στο μέτωπό μου, στο κέντρο του ένα ελάφι, το σημαδεύω ανάμεσα στα μάτια. Φλεγόμενο δάσος το δωμάτιο με τα αναμμένα ρεσώ, εσύ και εγώ σε ρώσικη ρουλέτα, σου χαμογελώ και τραβάω την σκανδάλη.

[εικόνα: Budet Zima]

Gottfried Benn, 2 Ποιήματα | μτφρ. Νίκος Βουτυρόπουλος

vn

Πίνακες

Στις γκαλερί βλέπεις σε πίνακες
καμπούρες, ρυτίδες, γκρίζα στόματα
άσεμνων πρησμένων γέρων
που τριγυρνάνε σαν τα πτώματα,

με ραγισμένο δέρμα, λακκάκια, κίτρινα γένια,
λίπος από άσχημα μεθύσια, που κυλά στο αίμα,
στην κοροϊδία και στην απάτη ξεφτέρια,
κρύβουν αποτσίγαρα ψαρεύοντάς τα με τα χέρια.

Λυκόφως της ζωής, άφθονο ντεκόρ,
παντού βρωμιά, κουρέλια και μολύσματα,
ένας ανήφορος συνεχών διαμονών,
μέρα των ενεχύρων και νύχτα των οχετών.

Στις γκαλερί βλέπεις σε πίνακες
πως τέτοιοι γέροι τη ζωή τους εξαργύρωσαν,
βλέπεις τις γραμμές όσων τους ζωγράφισαν,
τη μεγαλοφυΐα βλέπεις – Αυτόν. Read more

Συνέντευξη Δάφνης Χρονοπούλου στον Νίκο Λέκκα

dafni1

Έχω ξαναπεί ότι τα Εξάρχεια δεν είναι τόπος, είναι αίσθημα. Τα ονόματα πολλά, αυτά που προκαλούν θαυμασμό στο γενικό σύνολο και αυτά που προκαλούν θαυμασμό σ’ ένα κοινό, που θα τολμήσω να πω, έχει ρομαντικές τάσεις. Το να συχνάζεις τη δεκαετία του ογδόντα στα Εξάρχεια εμπεριείχε μια μαγκιά και ταυτόχρονα μια γενική κατακραυγή από τους απ’ έξω. Οι εφημερίδες έγραφαν ότι «θες ταυτότητα, να εισέλθεις στον αναρχοκρατούμενο χώρο των Εξαρχείων» (Ελευθεροτυπία – Βίκτωρας Νέττας), ενώ ο λαουτζίκος μίλαγε για απροσάρμοστα πλουσιόπαιδα που διοχέτευαν τα ψυχολογικά τους προβλήματα στα 9.000 τ.μ. που καταλαμβάνουν γεωγραφικά τα Εξάρχεια.

Όμως τα παιδιά της αστικής και λαϊκής τάξης βρήκαν θαλπωρή στα Εξάρχεια. Βρήκαν αυτό που τους έλειπε και κάποιοι από αυτούς βρήκαν αυτό που έψαχναν. Βέβαια η κόντρα μεταξύ τους υπήρχε πάντα (φαινομενικά μόνο δεν υπήρχε). Καθώς, επίσης, η κόντρα της «μαρίδας» και των διανοούμενων. Η αγία τριάδα εν ζωή αλλιώς αντιμετωπιζόταν. Για την περίπτωση του Παύλου Σιδηρόπουλου, λόγου χάρη, ποτέ δεν του συγχωρέθηκε το γεγονός ότι έγραφε τραγούδια διαμαρτυρίας με λαϊκό αίσθημα, ούτε και το γεγονός ότι είχε μέσα του και τον διανοούμενο και τον αλήτη. Read more

Θανάσης | Βάιος Μπαλατσός

n

Είχε ένα σπίτι στο χωριό
ταβέρνα στην πλατεία
ξύλο με πέτρα και τα δυο
και κάδρα νοσταλγία.
Για το κυνήγι δύο σκυλιά
σ’ ένα τζιπάκι σκούρο
και για στολίδι δύο παιδιά
και μία γυναίκα μούρο.
Κάρβουνο, κρέας, τσίπουρο
γκρίζα μαλλιά για στέμμα.
Βουνοπλαγιά στο κούτσουρο
Πρωτομαγιά στο ρέμα.
Κάθε Δευτέρα έκλεινε.
Τα βράδια ήταν ξενύχτι
κι έστριβε τα τσιγάρα του
με μαυρισμένο νύχι.
Οι φλέβες του ξεχώριζαν
στο αδύνατο του σώμα
και η καρδιά του βάσταγε
για δύο ζωές ακόμα.

[εικόνα: Josef Sudek]

Ετοιμάσου | Μαριάννα Πλιάκου

mp

Να,
πάρε τα μάτια μου να φας,
αφού πεινάς.
Εγώ,
για ώρ’ ανάγκης,
κονσέρβες κουβαλώ,
ληγμένες,
με παστωμένα πρωινά Σαββάτου.

Με το σφυρί αυτό
σπάσε τα κόκκαλά μου
κι κάρφωσέ τα,
σπίτι να φτιάξεις.

Γερό να είναι μόνο,
ο λύκος πεινασμένος έρχεται.