7ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

1987 -reous.jpg

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Στους Στέργιο Ντέρτσα και Στάθη Ιντζέ που μου «έδειξαν» την Alfonsina Storni, ευχαριστίες

Τα προγονικά φυλάνε καραούλι απ’ την Παράδεισο και ο Ρουμί πουλιέται ως κονκάρδα, μέσα στο τελευταίο τάγμα των περιστρεφόμενων δερβίσηδων και του νεκροταφείου των μωαμεθανών. Να σκοτώσει, κανείς, ή να σκοτωθεί… εκείνο το μεταίχμιο. Ωδή ακαριαία εις λεχρίτη: «Στην κρήνη το σπέρμα να ταράζεται». Το ακροστόλι εμβόλιζε τη ρεμούλα του οσφυοκάμπτη όχλου, ή άλλως κυριάρχου ελληνικού κυπριακού λαού. Δε φεύγεις από το παραπόρτι, με τ’ άμφια ν’ ανεμίζουν σκεπασμένα τον πατερναλισμό μίας κεκαλυμμένης δήθεν ανεξαρτησίας ή κτήσης του παπαδαριού. Μονάχα στέκεσαι -ατάραχα τεταραγμένος- με χέρι σταθερό και πετρωμένο το μέλλον του νεκρού σε πολυβόλου τη σκανδάλη, στα σκαλοπάτια ενός Προεδρικού Μεγάρου εκεί στο Σαντιάγο της Χιλής, ή αυτοχειριάζεσαι πιστός στον όρκο μιας παντιέρας. Και ρέει το αίμα σου τ’ αδελφικό και η ψυχή σου ελεύθερη καταδιώκει την έλευση μίας ελεεινής δικτατορίας των παρασημοφορημένων άτιμα δυνάμεων ενόπλων κι ενός παραστρατιωτικού κράτους μισητού. Ήτανε τότε που δάκρυσε ο Σιμόν Χοσέ Αντόνιο δε λα Σαντίσιμα Τρινιδάδ Μπολίβαρ υ Παλάσιος, και ο Libertador, φυματικός, έφτυσε το τραύμα της επαναφοράς στην εποχή των βάρβαρων κονκισταδόρων. Una voz antigua, αρχέτυπου αγέρα και άλατος σιγή στα ματοτσίνορα: Δεν κατεβαίνω μοναχός στα βάθη του εαυτού μου,/σέρνω μαζί μου ζωντανούς πολλούς να κατεβούν./Να το ’χουν σίγουρο όσοι μπουν στις παγερές σπηλιές μου/πως θα μπορέσουν από εκεί για λίγο έστω να βγουν;/Σωριάζω μες στη νύχτα μου σαν πλοίο που βουλιάζει/ανάκατα επιβάτες μου και πλήρωμα ναυτών,/περνώ από τις καμπίνες τους και τους σφαλνώ τα μάτια/φίλοι για να μου γίνουνε των τρομερών βυθών. Καθάρματα ορίζουν, προαιώνια, πόσα τα τάλαντα χαλκού παρτούζα την εταίρα Νήσο. Πρόθυμη, έκτοτε, κι ελεεινή μαζί με τους προαγωγούς της. Όμως: θαρσῶν νῦν Διόμηδες ἐπί Τρώεσσι μάχεσθαι: ἐν γάρ τοι στήθεσσι μένος πατρώϊον ἧκα ἄτρομον, οἷον ἔχεσκε σακέσπαλος ἱππότα Τυδεύς: ἀχλύν δ᾿ αὖ τοι ἀπ᾿ ὀφθαλμῶν ἕλον ἣ πρίν ἐπῆεν, ὄφρ᾿ εὖ γιγνώσκῃς ἠμέν θεόν ἠδέ καί ἄνδρα. τώ νῦν αἴ κε θεός πειρώμενος ἐνθάδ᾿ ἵκηται μή τι σύ γ᾿ ἀθανάτοισι θεοῖς ἀντικρύ μάχεσθαι τοῖς ἄλλοις: ἀτάρ εἴ κε Διός θυγάτηρ Ἀφροδίτη ἔλθῃσ᾿ ἐς πόλεμον, τήν γ᾿ οὐτάμεν ὀξέϊ χαλκῷ. Στην Παναγιά τη Δέσποινα -εκεί στον αρσανά των Βατοπαι(ε)δινών-, μέσα στο Περιβόλι Της, όλες οι ψαλμωδίες. Αίφνης, γραμμή ταχύπλοου ή πλεύση υποβρυχίου, κωδωνοκρούστης θυμιατό, του Νειμποριού προσκύνημα των ξέμπαρκων λοστρόμων στην Παναγιά Θαλασσινή κάτω από τη Χώρα Άνδρου. Κι ο ύμνος στην τοξότρια, ενός απ’ την Κυρήνη, fragmenta, θραύσματα κι επίκληση γεννήτορα θέαινας άμωμης και Ταυροπόλου: Ἄρτεμιν (οὐ γάρ ἐλαφρόν ἀειδόντεσσι λαθέσθαι) ὑμνέομεν, τῇ τόξα λαγωβολίαι τε μέλονται καί χορός ἀμφιλαφής καί ἐν οὔρεσιν ἑψιάασθαι, ἄρχμενοι ὡς ὅτε πατρός ἐφεζομένη γονάτεσσι παῖς ἔτι κουρίζουσα τάδε προσέειπε γονῆα· «δός μοι παρθενίην αἰώνιον, ἄππα, φυλάσσειν, καί πολυωνυμίην, ἵνα μή μοι Φοῖβος ἐρίζῃ, δός δ᾽ ἰούς καί τόξα -ἔα πάτερ, οὔ σε φαρέτρην οὐδ᾽ αἰτέω μέγα τόξον· ἐμοί Κύκλωπες ὀϊστούς αὐτίκα τεχνήσονται, ἐμοί δ᾽ εὐκαμπές ἄεμμα· ἀλλά φαεσφορίην τε καί ἐς γόνυ μέχρι χιτῶνα ζώννυσθαι λεγνωτόν, ἵν᾽ ἄγρια θηρία καίνω. δός δέ μοι ἑξήκοντα χορίτιδας Ὠκεανίνας, πάσας εἰνέτεας, πάσας ἔτι παῖδας ἀμίτρους. δός δέ μοι ἀμφιπόλους Ἀμνισίδας εἴκοσι νύμφας, αἵ τε μοι ἐνδρομίδας τε καί ὁππότε μηκέτι λύγκας μήτ᾽ ἐλάφους βάλλοιμι, θοούς κύνας εὖ κομέοιεν. δός δέ μοι οὔρεα πάντα· πόλιν δέ μοι ἥντινα νεῖμον ἥντινα λῇς· σπαρνόν γάρ ὅτ᾽ Ἄρτεμις ἄστυ κάτεισιν· οὔρεσιν οἰκήσω, πόλεσιν δ᾽ ἐπιμείξομαι ἀνδρῶν μοῦνον ὅτ᾽ ὀξείῃσιν ὑπ᾽ ὠδίνεσσι γυναῖκες τειρόμεναι καλέωσι βοηθόν, ᾗσί με Μοῖραι γεινομένην τό πρῶτον ἐπεκλήρωσαν ἀρήγειν, ὅττι με καί τίκτουσα καί οὐκ ἤλγησε φέρουσα μήτηρ, ἀλλ᾽ ἀμογητί φίλων ἀπεθήκατο γυίων». Εντός μου η Alfonsina Storni y el movimiento de las caracolas marinas.


Λεζάντα φωτογραφίας

Δύο σελίδες από το ναυτικό φυλλάδιο του ποιητή, 1987

Ο Νίκος Λέκκας για τη Νανά Ησαΐα

nana

Η ιστορία τότε και τώρα, εκδ. Δελφίνι, 1997

Παρουσιάζω ένα βιβλίο που κάποτε λειτούργησε ως φλασιά και ως μάθημα. Έγινε από αρκετούς λόγος για τον τρόπο ζωής της συνοικίας των μπιτ, στην θρυλική Ύδρα. Αλλά πώς στ’ αλήθεια ζούσαν τη δεκαετία του ’60 εκεί;

Η ποιήτρια και συγγραφέας, Νανά Ησαΐα, έχοντας πάθος για την ζωγραφική, γίνετε ενεργός μέλος αυτής της κοινωνίας. Μαζεύει καμβάδες και πινέλα και μετακομίζει εκεί. Παρέα με αγγλόφωνους ποιητές στην πρώτη τους απόπειρα δημιουργίας. Προφανώς τότε οι δημιουργοί λειτουργούσαν ως  ένα σώμα. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά με πάθος για τέχνη, με απέχθεια για τον πόλεμο, με σνομπ αισθήματα για το κατεστημένο, πίστεψε στον ουμανισμό και ασπάστηκε ένα χίπικο τρόπο ζωής. Βρήκε έναν τόπο, όχι για να το νιώσει ως πατρίδα, άλλα για στεγάσει τα όνειρα και τις τζαζ ανησυχίες της.

Καλντερίμια χωρίς δημοτικό φωτισμό –αν και τότε κυκλοφορούσαν με φακούς– ένωναν το ένα σπίτι με το άλλο, το ένα σιωπητήριο δημιουργίας με το άλλο. Την ημέρα δούλευαν και το βράδυ επικοινωνούσαν, δεν μιλούσαν απλώς. Επίσημη ενδυμασία και παρτάκια. Ατελείωτος λόγος και ατελείωτες πράξεις. Κάπνισμα χασίς. Ψήγματα λόγου για καινούριες φόρμες. Άψογος διαχωρισμός της ψευδαίσθησης και της παραίσθησης. Χρόνος κερδισμένος. Πίστη στη θεωρία του Βουδισμού, στο «Κάτω από το ηφαίστειο», στους Γίγαντες. Έρωτες.

Και η Νανά που τα τελευταία 20 χρόνια έτρωγε μόνο μοσχαράκι με ρύζι, άλλο τρόπο έκφρασης δεν είχε, παρά ό,τι έδειξε μέσα από τα βιβλία της για την Ύδρα. Άλλωστε, άλλο είναι το ζω σ’ ένα τόπο και άλλο να υπάρχω σ’ αυτόν. Και η Νανά υπήρξε. Στις εκδόσεις Εστίας και Δελφίνι στέγασε τις αναμνήσεις της, τα ουσιαστικά της θέλω. Οι σημειώσεις της στα καφενεία του νησιού έγιναν ποιήματα. Η διαβίωση στο νησί έγινε πεζογραφήματα. Και οι εκδόσεις Καστανιώτη σε σχετικά πρόσφατο τόμο για την ζωή στην Ύδρα, έχουν εντάξει γραπτά της. Πώς θα μπορούσαν να λείπουν;


Περισσότερα για τη ζωή και το έργο της Νανάς Ησαΐα εδώ

Πατρική Συμβουλή | Μαριάννα Πλιάκου

pl

«Καρδούλα μου, τζιέρι μου, καρδιά μου,
πέτρα που κυλάει δε ριζώνει»,
είπες.

Μα εγώ,
που ήθελα νέο κεφάλι να φορέσω,
έκοψα το παλιό κι άρχισα να ψάχνω
αριστερά κι δεξιά.
Στο μεταξύ,
αλλάξαν οι καιροί,
άλλαξε και η γη,
κι από στρόγγυλη έγινε ευθεία,
τραμπαλίζοντας
χωρίς προειδοποίηση.
Έτσι,
πέρα-δώθε
κύλησα,
και κατρακύλησα,
και δε ρίζωσα ποτέ.

Μόνο τα λόγια σου
φυτεύτηκαν,
χάδι-στο-σβέρκο-μου:
«Καρδούλα μου, τζιέρι μου, καρδιά μου…».

Guernsey, Μάης 2016

[εικόνα]

3 ποιήματα | Βαλάντης Βορδός

vv

Ρεξ Carpe Diem

Πιάσε την μέρα απ’ τα πόδια
πες ευχαριστώ και συγνώμη
σ’ αγαπώ μου έλειψες σ’ έχω ερωτευτεί για τα μάτια σου
για τα κόκκινα φύκια των μαλλιών σου
τα στήθη σου θέ μου δυό κερασάκια με πάχνη
από χωράφια της δυναστείας των Μινκ
Ρούφα άπληστα την ζωή που σου δόθηκε
“Σφάξε την μία ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη”*

Μην ξεχάσεις να πεις ευχαριστώ
και συγνώμη που σε ανέχεται
στο γαμημένο αφεντικό σου
κι ο θεός των παπάδων να τον έχει καλά
να σου πίνει το αίμα
πάνω σου να σβήνει τα τσιγάρα των κόμπλεξ του
– να ξέρεις πώς δεν το θέλει και στεναχωριέται
τα βράδια στριφογυρνά στο κρεβάτι δαγκώνοντας το μαξιλάρι του
και απ’ τις τύψεις να γαμήσει δεν μπορεί
γιατί κατά βάθος τ’ αφεντικό σου καλός άνθρωπος είναι
μα αλυσοδεμένη η ψυχή του στο χρήμα
κι έπειτα τα παιδιά του
ω! ναι! πρέπει στο Κάρντιφ τα μαλακισμένα να σπουδάσουν
πώς κάνουν παρτούζες και πώς πίνουν το αίμα
απ’ τα δικά σου παιδιά

Για όλα αυτά πες
ένα συγνώμη σ’ αγαπώ κι αγκαλιαστείτε
Έλα! Δεν είν’ ντροπή δυό άντρες να αγκαλιάζονται
σαν νιώσουν ευγνωμοσύνη ο ένας για το κρέας του άλλου
και επιτέλους μην είσαι αχάριστος
πιάσε την μέρα απ’ τα μαλλιά
ρίξτην κάτω και οικτρά μαχαίρωσέ την
πέταξτης τα μάτια έξω απ’ τις λαμπρές τους κόγχες
κάντην στο κρύο κατάστρωμα να σφαδάζει απ’ τον πόνο
σαν τα σκυλιά που το πρόσωπό σου στην θέα τους αποστρέφεις
όταν δεις στην εθνική να κείτονται διαμελισμένα

Ω! Ναι! Ξέρω
Αυτή η πραγματικότητα
λίγη πραγματικότητα ίσως να περικλείει
κι η ζωή ο εφιάλτης να ‘ναι ενός σκυλιού
Όταν ξυπνήσω σίγουρος είμαι πώς
δεν είμαι ‘γώ που το κατεβατό αυτό υπογράφω

Μα ένα καφέ λαμπραντόρ
και με λένε Ρέξ

*Ν. Καρούζος Read more

5 ποιήματα | Χρήστος Τουμανίδης

toumx

Τότε δεν γνώριζα

Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα, σε φωτεινές σκιές.
Σκιές που έριχναν οι αετοί και τα ψηλά βουνά.
Το Πάικο της ανατολής, το Βέρμιο της δύσης.
Ο Βόρρας ήταν πάντα ο βοριάς ο άγριος,
των περασμένων χρόνων.
– Κι ο νότος; Ένα αίνιγμα.
Πολύχρωμη αχλή που έκρυβε τη θάλασσα
και τη Θεσσαλονίκη.

Τότε, δεν γνώριζ’ από κύματα μήτε κι από καράβια.

Άγριες κυριακάτικες βροχές.
Ρέματα φουσκωμένα.
Και κεραυνοί που έπεφταν από το παρελθόν.
(Ή μήπως απ’ το μέλλον;)
Το σπίτι μας πολλές φορές τυλίχτηκε στις φλόγες.

Πίσω από τοίχους και κλειστά παράθυρα,
άκουγα πάντα εκείνη τη φωνή,
το κάλεσμα το μυστικό των άστρων. Read more