Last night in Vienna | Ηλίας Κουρκούτας

kourk

Τελευταία νύχτα στη Βιέννη,
Μπαρ Xeno,
πίσω από το Beograd hotel,
Schleifmühlgasse 21 και γωνία Operngasse,
δύο βήματα από την Karlplatz,
30 χρόνια, 30 Jhare

Τελευταία νύχτα στη Βιέννη,
χαμηλά φώτα, μουσικές στον αέρα,
ποτά που πηγαινόρχονται,
λόγια που ανταλλάσσονται,
ζωές που συναντιούνται στο παρά κάτι,
μπύρα άφθονη,
κουβέντες χύνονται στο πάτωμα,
αναμνήσεις ρευστές
που δεν μπορώ να κρατήσω στα χέρια μου

Κόκκινοι τοίχοι
πλακάκια ανάγλυφα και γκράφιτι,
τατουάζ στο σώμα
και στις ψυχές,
αποσπάσματα ζωής, αποσπάσματα ανθρώπων,
κομμάτια κορμιά,
κοιμισμένες πολυθρόνες,
όλοι ένα και ο καθένας στην παράλληλο του Read more

Advertisements

Μεταμορφώσεις | Χρύσα Παπαδημητρίου

bambola

Η κούκλα

Άδειασα το αίμα στο πιάτο
στρίμωξα τα όνειρά ανάμεσα
στ’ απλωμένα εσώρουχα
κι ύστερα πέταξα τα παιδιά μας
σε νικελένιο σκουπιδοτενεκέ
οι ωοθήκες μου δυο μαραμένες τουλίπες
μαυσωλείο μουμιοποιημένων αυγών
μια κούκλα έμεινε από μένα
τα γυάλινα μάτια μου ακόμα
σε κοιτάζουν μ’ απορία
πιάσε εκείνο το μπρούτζινο μαχαιράκι
απ’ το συρτάρι της κουζίνας κι άνοιξέ με
άνοιξέ με στα δυο
να ξεχυθεί από μέσα η γκρίζα έρημος
θρύμματα οστών αφιερώνω στον άνεμο
πάντοτε με έγλυφε φιλότεχνα στο πρόσωπο
να βαθαίνουν ανέκκλητα οι γραμμές του πόνου
να παγώνει η υποψία του ατίθασου χαμόγελου
άνοιξέ με στα δυο
να ξετρυπώσει λιγάκι φως
απ’ τον εβένινο χείμαρρο του αίματός μου Read more

Sara Teasdale, 8 σονέτα κι ένα τραγούδι για την Eleonora Duse | μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

024-HPDuse-Quirinale-e1352108215496

To Eleonora Duse I

Oh beauty that is filled so full of tears,
Where every passing anguish left its trace,
I pray you grant to me this depth of grace:
That I may see before it disappears,
Blown through the gateway of our hopes and fears
To death’s insatiable last embrace,
The glory and the sadness of your face,
Its longing unappeased through all the years.

No bitterness beneath your sorrow clings;
Within the wild dark falling of your hair
There lies a strength that ever soars and sings;
Your mouth’s mute weariness is not despair.
Perhaps among us craven earth-born things
God loves its silence better than a prayer.

***

Ω τόσο γεμάτη των δακρύων πλήρης ομορφιά,
Όπου το ίχνος της άφησε καθ’ αγωνία περαστική,
Το βάθος αυτό της χάρης προσεύχομαι να μου δοθεί:
Έτσι που, προτού εκείνο ξοδευτεί, ν’ αξιωθεί η ματιά
Μέσ’ απ’ των ελπίδων και των φόβων μας τη πύλη φυσημένη
Στου θανάτου τ’ άπληστο τ’ αγκάλιασμα το τελευταίο,
Του προσώπου σου τη θλίψη και το κλέος το μοιραίο
Μέσ’ απ’ όλα τα χρόνια αυτά τη λαχτάρα να κρατάει αναμμένη.

Κάτω απ’ τη θλίψη σου καμιά πικρία δεν κολλάει
Μέσ’ απ’ τον καταρράκτη των μαλλιών σου τον άγριο τον σκοτεινό
Μια δύναμη απλώνεται εκεί που κάποτε ανεμοπορεί και τραγουδάει
Απόγνωση δε γράφει του στόματός σου το κουρασμένο το βουβό.
Δειλά ίσως, ανάμεσα σε μας, η γη τις υποθέσεις της γεννάει
Που τη σιωπή τους πιότερο ο Θεός αγαπά απ’ το παρακαλετό. Read more

James Tate, 2 ποιήματα | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

3630-02-34-46-7860

Στο σχοινί για το άπλωμα

Η Μίλλυ ήταν στην πίσω αυλή απλώνοντας
τα ρούχα. Την παρακολουθούσα απ’ το παράθυρο
της κουζίνας. Γιατί αυτό να με ευχαριστεί τόσο πολύ;
Γιατί την αγαπώ με χίλιους τρόπους, και γιατί
αγαπάω την ιδέα της καθαρής μπουγάδας που την χτυπάει
ο άνεμος. Είναι διαχρονική, μια νέα αρχή, μια
υπόσχεση για το αύριο. Μανταλάκια! Θεέ μου, αγαπώ
τα μανταλάκια. Θα ’πρεπε να κρατάμε αποθέματα απ’ αυτά.
Κάποτε, μπορεί να σταματήσουν να τα φτιάχνουν, κι ύστερα τι;
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα ζωγράφιζα τη Μίλλυ να απλώνει
την μπουγάδα. Αυτός θα ήταν ένας πίνακας να
σε γεμίζει μ’ ευτυχία, και να σου σπάει την καρδιά.
Ποτέ δεν ήξερες τι είχε στο μυαλό της, μεγάλες
σκέψεις, μικρές σκέψεις, καμία σκέψη. Έβλεπε
το γεράκι που έκανε κύκλους από πάνω της; Μισούσε
το ν’ απλώνει ρούχα; Σκόπευε να το σκάσει
με κανέναν ναύτη; Φούσκωναν τα σεντόνια σαν πανιά
επάνω σε αρχαίο σκάφος, οι κάλτσες ένευαν αντίο.
Μίλλυ, ω Μίλλυ, με θυμάσαι; Ο άντρας που ταξίδευε
με υφασμάτινες πετσέτες και σ’ αγαπούσε
μέσα στη μεγάλη καταιγίδα.

***

At the Clothesline

Millie was in the backyard hanging the
laundry. I was watching her from the kitchen
window. Why does this give me so much pleasure?
Because I love her in a million ways, and because
I love the idea of clean laundry flapping in
the wind. It’s timeless, a new beginning, a
promise of tomorrow. Clothespins! God, I love
clothespins. We should stock up on them. Some
day they may stop making them, and then what?
If I were a painter, I would paint Millie hanging
the laundry. That would be a painting that
would make you happy, and break your heart.
You would never know what was in her mind, big
thoughts, little thoughts, no thoughts. Did she
see the hawk circling overhead? Did she
hate hanging laundry? Was she going to run away
with a sailor? The sheets billowing like sails
on an ancient skiff, the socks waving goodbye.
Millie, O Millie, do you remember me? The man
who traveled with cloth napkins and loved you
in the great storm. Read more

Aksinia Mihaylova, Επιστροφή (Завръщане)| μτφρ. Μαρία Δούμπα

voulv

Σμήνος χήνες – οι σταυροί στο νεκροταφείο,
καλωσορίζουν – ξεπροβοδίζουν,
από το σφύριγμα της ατμομηχανής ξυπνώντας,
στ’ αναχώματα τα χορταριασμένα τα φτερά τους μπλέκουν,
μεγαλώνει το σμήνος φθινοπωριάτικα, μυρωδιά από καλαμιές που καίνε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο του τρένου,
γαλαζωπές φλογίτσες στον λόφο- οι φθινοπωρινοί κρόκοι,
οι ψυχές των νεκρών βγαίνουν για τρύγο.

Μαθαίνω να κουβεντιάζω.
Mοσχοσίταρο ευωδιάζει η ποδιά της γιαγια-Λίνας,
«αυτή η δουλειά δεν έχει τέλος,
θα ξεκουραστώ στ’ ασπροχώματα».
Στις τσέπες της-κομματάκι ψωμί κι ιστορίες,
σε ψίχουλα σκορπίζονται από τα χέρια της που τρέμουν
και στο χώμα των χρόνων βουλιάζουν:
«Άννα, νεράκι φρέσκο φέρε μου».

Να σιωπώ μαθαίνω.
«Καπνίζεις πολύ» μου λένε,
για τα μικρά της ελαττώματα δικαιολογία ψάχνω
στην αφήγηση αυτής της προγιαγιάς με τον λουλά,
που, πριν λίγο, έφυγε απ’ τον κόσμο αυτόν,
ανοίγω το κοφίνι και τα ξεφλουδισμένα καλαμπόκια ρίχνω,
αρμαθιές με καπνό απ’ το υπόστεγο κάτω,
λευκά κολοκύθια κατά μήκος του τοίχου.

Θα επιστρέψω στον τρύγο,
ένα τέτοιο φθινόπωρο.
Θα κόψω
τα πιο ώριμα σταφύλια του δειλινού πάνω απ’ το ποτάμι,
σε κουπιά θα τα δέσω,
να φωτίζουν για πολύ τις χειμωνιάτικες νύχτες απ’ το ταβάνι,
μετά, η καμπάνα του χωριού «Ράκεβο»* παρατεταμένα θα χτυπήσει,
κι οι λευκές χήνες τα φτερά τους θα καλλωπίζουν,
καθώς θα με καλωσορίζουν.

* Τόπος γέννησης της ποιήτριας


Η Βουλγάρα Aksinia Mihaylova (1963) σπούδασε στη Σχολή των Σλαβικών Φιλολογιών στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, είναι καθηγήτρια, ποιήτρια και μεταφράστρια. Από το 1994 μέχρι το 2015 έχουν εκδοθεί έξι ποιητικές συλλογές της στη χώρα της, δύο ανθολογίες με ποιήματά της στη Σλοβακία και στην Αίγυπτο, και, στη Γαλλία, η ποιητική της συλλογή «Ciel à Perdre» (Ουρανός προς Απώλεια), εκδ. Gallimard,2014, με ποιήματά της κατευθείαν γραμμένα στα γαλλικά, η οποία τον Νοέμβριο του 2014,της χάρισε στο Παρίσι το Βραβείο Apollinaire, αντίστοιχο με το Goncourt της ποίησης. Έχει μεταφράσει περισσότερα από 30 βιβλία ποιητικά και πεζά και ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες καθώς επίσης και στα τουρκικά, τ’ αραβικά, τα κινέζικα και τα ιαπωνικά. Είναι συνιδρύτρια του πρώτου βουλγαρικού ανεξάρτητου λογοτεχνικού περιοδικού «Αχ, Μαρία». Τιμήθηκε με πολλά λογοτεχνικά βραβεία στη χώρα της και με διεθνή στο εξωτερικό για τα ποιήματα και τις μεταφράσεις της. Είναι μέλος της διεθνούς οργάνωσης PEN-Βουλγαρικό Κέντρο PEN,της Εταιρίας Βουλγάρων Συγγραφέων και της Ένωσης Μεταφραστών στη Βουλγαρία. Ζει και εργάζεται στη Σόφια.